Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.9

-9-
  Ο Μάρκος δέχτηκε την Αρετή πίσω στο εστιατόριο και οι πανηγυρισμοί απο τους συναδέρφους της αντήχησαν σε όλο το οικοδομικό τετράγωνο. Μέχρι και οι αρχηγοί της κουζίνας την αγκάλιασαν ξαφνιάζοντάς την θετικά. Ο Βασιλιάς όμως, αυτής, όταν μπήκε στον χώρο άπαντες κάθησαν προσοχή και αφού καλωσόρισε την κοπέλα συνέχισε με τις γνωστές παρατηρήσεις και συμβουλές του. Σε εκείνη είχε ξεκαθαρίσει την επιθυμία του η σχέση αυτή να μείνει στα πλαίσια της ιδιοτικότητας και η Αρετούλα του θα σεβόταν, απονήρευτα, τα θέλω του Θεού που πίστευε κι αγαπούσε. Η ίδια απο εκείνη τη μέρα μεταμορφώθηκε σε υπόδειγμα δημιουργώντας πιάτα που απογείωναν τόσο την γεύση όσο και την ποιότητα των υλικών. Εργαζόταν με συγκέντρωση αλλά και πάθος. Βέβαια τα αστεία της δεν έλειπαν και αυτά ήταν που βοηθούσαν τους υπόλοιπους να δουλεύουν ελέγχοντας το άγχος τους και αποφεύγοντας τα σοβαρά λάθη εξαιτίας του. Η Σου Σεφ δοκίμαζαν όλες τις παρασκευές πριν τοποθετηθούν στα πιάτα και κάθε φορά που έφταναν στη σειρά της Αρετής, εκείνη, υποκλεινόταν με ένα πλατύ χαμόγελο ενώ στο τέλος τους έκλεινε το μάτι όλο νόημα.
  Στο τέλος της βάρδιας έφευγε μαζί με τους υπόλοιπους επιστρέφοντας σπίτι της απο όπου περνούσε ο Μάρκος να την πάρει. Είχε βάλει τον εαυτό του σε διαδικασία να προετοιμάζει τις εξόδους τους απο την προηγούμενη, χαρίζοντας στην μικρή του διαφορετικές εμπειρίες. Δεν είχε πρόθεση να την κρύψει και μ’ αυτόν τον τρόπο το αποδείκνυε, απλώς η μη αποκάλυψη της σχέσης τους στο επαγγελματικό περιβάλλον, για τις αρχές του, ήταν θέμα ηθικής. Άλλωστε, στην κουζίνα του μέσα δεν την ξεχώριζε αφού σε αρκετές περιπτώσεις συνέχιζε να την επιπλήττει με την ίδια αυστηρότητα όπως και στους υπόλοιπους. Η Αρετή χαμήλωνε το βλέμμα της έχοντας τα χέρια δεμένα στην πλάτη και απαντούσε –Μάλιστα Σεφ-. 
Όταν όμως βρίσκονταν οι δυό τους τα πράγματα άλλαζαν. Ο Μάρκος υπήρχε μόνο γι αυτήν και έπαιρνε τα μάτια του με μεγάλη δυσκολία απο πάνω της και αυτό τις φορές που έπρεπε να παραγγήλει ή να χαιρετήσει κάποιον γνωστό του. Σ' ένα μήνα μέσα είχαν γυρίσει όλα τα όμορφα μέρη της Αθήνας, των προαστίων και τις ακρογιαλιές. Πότε την πήγαινε σε καλό εστιατόριο με πιάτα έργα τέχνης, πότε σε μικρά ταβερνάκια πλάι στη θάλασσα με χάρτινο τραπεζομάντηλο, ρετσίνα  και σπιτικούς μεζέδες, και πότε σπίτι του, έβαζε ποδιά και της μαγείρευε ενώ εκείνη σαν υπνωτισμένη τον κοιτούσε χαζεύοντάς τον επι το έργο. Ένα βράδυ μάλιστα, την έβαλε να καθίσει στην μεγάλη τραπεζαρία και αφού της έδεσε τα μάτια μ' ένα μαντήλι, την προέτρεψε να δοκιμάσει τα πιάτα του χρησιμοποιώντας την αφή της. Εκείνος βολεύτηκε απέναντί της και την απολάμβανε. Φερόταν στην τροφή σαν να ήταν ο εραστής της και ο Μάρκος δεν άργησε να αναστατωθεί με τον τρόπο της. Βουτούσε τα δάχτυλά της στις σάλτσες και αργά αργά τα έβαζε στο στόμα της μορφάζοντας απο ικανοποίηση. Χάιδευε τα φιλέτα και έκλεινε στο χέρι της μικρές μπουκιές που, έπειτα, μασούσε αναστενάζοντας. Έγλειφε και δάγκωνε τα χείλη της ενώ το κορμί της, παραδομένο στις αισθήσεις, χόρευε αχνά με τις μυρωδιές και τις γεύσεις. Οι φορές που άγγιζε τον εαυτό της καθώς οι σάλτσες πρόστυχα έτρεχαν απο το στόμα της, ήταν οι πιο δύσκολες για τον Μάρκο που στο τέλος δεν άντεξε και της όρμηξε. Άπλωσε τα χέρια του στο μέρος της και την τράβηξε απο τη θέση της σέρνοντάς την στην πλευρά του. Πιάτα και φαγητά σκόρπισαν μα όσα απέμειναν έγιναν οι βοηθοί του. Η Αρετή καθισμένη πάνω στο τραπέζι με εκείνον ανάμεσα στα πόδια της, που απαίτησε να μην αφαιρέσει το μαντήλι. Η παλάμη του κόλλησε στο στήθος της και πιέζοντάς την ελαφρά την έκανε να ξαπλώσει πίσω. Ο Μάρκος δοκίμασε το φαγητό του πάνω σε κάθε σημείο του κορμιού της και παραδέχτηκε στον εαυτό του οτι εκείνη ήταν η πέμπτη θεσπέσια γεύση σ' ολόκληρο τον κόσμο. Αυτή που προκαλούσε εκρήξεις στην καρδιά του και ανέβαζε τις συνταγές του στο υψηλότερο επίπεδο ενεργοποιώντας όλες τις αισθήσεις ταυτόχρονα. Τα χείλη του δεν χόρταιναν και η Αρετή ένιωθε τα δόντια του να γδέρνουν τη σάρκα της. Την έπιαναν λες και ήταν η σωτηρία του. Άγγιξε τους ώμους της και σέρνοντας τις παλάμες του την ανάγκασε να λυγίσει τους αγκώνες και να τρυπώσει τα χέρια της κάτω απο τη μέση της. Την σκέπασε με το σώμα του φτάνοντας τα χείλη κοντά στο αφτί της για να της ψιθυρήσει τη διαταγή του, «Μέχρι να τελειώσω μαζί σου Αρετή θα κρατήσεις τα χέρια σου εκεί» και εκείνη πάλεψε με την απόλαυση. Έδωσε έναν αγώνα με την ηδονή για χατήρι του. Το σώμα της εχθρός που την έβαζε σε απίστευτη δοκιμασία και η ερωτική φωνή της μια απόδειξη. 
Ο Μάρκος. παρά την εμπειρία του, μαζί της ζούσε κάτι πρωτόγνωρο καθώς για πρώτη του φορά τα πάντα συμβάδιζαν, συμμετείχαν. Πόθος, έρωτας, ψυχή και σώμα, όλα στο ίδιο μονοπάτι. Μετά το ξέσπασμά του που άργησε πολύ να έρθει, απο αγωνία να μην τελειώσει αυτή η ένωση αφού μέσα της ένιωθε ο εαυτός του, την πήρε στην αγκαλιά του κρατώντας την σφιχτά. Δυο κορμιά γλυκά κουρασμένα, δυο καρδιές σαν αγριεμένες θάλασσες που πιλαλούσαν.
  
  Η Αρετή συνήθιζε να κοιμάται σπίτι του και την επόμενη μέρα ο Μάρκος την άφηνε πριν το δρόμο του εστιατορίου για να μην δώσουν τροφή σε κουτσομπολιά. Η σχέση τους πήγαινε απο το καλό στο καλύτερο και ο διστακτικός Σεφ είχε πια ξεχάσει τον λόγο που την απέρριπτε στην αρχή. Ήταν τόσο ερωτευμένος και δεν θυμόταν τίποτα πριν απο την μικρή Αρετή, που είχε κλέψει τα πάντα απο τις προηγούμενες γυναίκες οι οποίες στάθηκαν πλάι του. Ο αυθορμητισμός, το πείσμα, η αλήθεια και η παιδικότητα παρέμεναν αδιαίρετα κομμάτια του χαρακτήρα της και εκείνος μαζί της μάθαινε μια άλλη πλευρά της ζωής βγαίνοντας απο την τετράγωνη λογική του. Η μικρή τον κοιτούσε στα μάτια και ο θαυμασμός της τον γοήτευε μα παράλληλα κρατούσε την αυτοπεποίθησή του στα ύψη. Έξυπνα τον έκανε να νιώθει αρσενικό με όλα τα γράμματα κεφαλαία και πολλές φορές προσποιούνταν πως δεν γνώριζε ή δεν καταλάβαινε κάποια πράγματα επιτρέποντάς του να την διδάξει. Γινόταν αδύναμη για να έχει αξία η μεγάλη του αγκαλιά και ζητούσε τη βοήθειά του ενισχύοντας την ανάγκη του να της προσφέρει ασφάλεια.
  Ο Δημήτρης ήταν ο πρώτος που έμαθε για τη σχέση τους και παρά τις διαφωνίες του η αυστηρότητα του Μάρκου τον έκανε να τα παρατήσει. Την Αρετή δεν την είχε γνωρίσει προσωπικά, παρά ένα βράδυ την είδε απο μακριά όταν επισκέφτηκε τον φίλο του στο μπαρ του εστιατορίου. Εκείνη είχε βγει για λίγο απο την κουζίνα της με σκοπό να μιλήσει σε κάποιους πελάτες που την ζήτησαν και ο Μάρκος έκανε νόημα στον Δημητρή. Αυτός στη θέα της ανασήκωσε τα φρύδια του και ακολουθώντας την κοπέλα με τα μάτια καρφωμένα πάνω της, απευθύνθηκε στον φίλο του,      «Μάλιστα... και είσαι σίγουρος πως αυτό το μικρό δε θα σου φύγει;» ρώτησε αναζωπυρώνοντας τους ενδοιασμούς του φίλου του που καρδιοχτύπησε. 
Το βλέμμα του Μάρκου ερευνητικά στράφηκε σε εκείνη που χαμογελούσε στους πελάτες. Παρατήρησε τις κινήσεις της, το πρόσωπο και τα χείλη της, καλώντας την ανασφάλεια κοντά του. 
Το συγκεκριμένο βράδυ, ο Μάρκος μπήκε αιφνιδιαστικά στην κουζίνα τσακώνοντας τον Παύλο να κρατά την Αρετή στην αγκαλιά του και οι δυο να γελούν για λόγο άγνωστο σε εκείνον. Ο θυμός του ανεξήγητος σε όλους που υπέστησαν τις συνέπειες αφού τους κράτησε πολύ παραπάνω απο το ωράριο τους. Κανείς τους δεν θα έφευγε αν δεν γινόταν η κουζίνα σαν καινούρια και παρά το γεγονός οτι έκαναν καλή δουλειά, αυτός κάθε φορά πηγαίνοντας για έλεγχο κολλούσε σε χαζές λεπτομέρειες που τους είχαν, δήθεν, ξεφύγει. Η φωνή του ενοχλούσε μέχρι και τη νύχτα που αν το μαρτύριο συνεχιζόταν θα ξημέρωνε τη μέρα γρηγορότερα μήπως και έσωζε τους άμοιρους νέους απο τον παραλογισμό. Η Αρετή τα είχε χαμένα και όταν επιτέλους τους άφησε ελεύθερους εκείνη επέστρεψε σπίτι της, όπως πάντα, περιμένοντάς τον. Ο Μάρκος όμως δεν πήγε ποτέ και αυτή αδιαφορώντας για την περασμένη ώρα, έφτασε έξω απο το σπίτι του χτυπώντας τα κουδούνια. 
Την έβλεπε απο την οθόνη του θυροτηλέφωνου μα δεν της άνοιγε. Η επιμονή της όμως τον ξεπέρασε και αποφάσισε να κατέβει ως την κεντρική είσοδο ο ίδιος. Μόλις η μεταλλική πόρτα άνοιξε και εκείνη τον είδε μπροστά της, βάλθηκε να πέσει στην αγκαλιά του μα ο Μάρκος την απώθησε. Η Αρετή κοίταξε τα χέρια του που έσφιγγαν τους καρπούς της και πισωπάτησε.
  «Σε περίμενα», του είπε παραπονιάρικα δίχως να σχολιάσει την απόρριψή του.
  «Κακώς», της απάντησε ψυχρά και το κορμί της έλιωσε λες και τα βαριά φτερά της αρρώστησαν και έπεσαν στη γη τραβώντας και εκείνη μαζί.
  «Μάρκο μου, τι συμβαίνει;» αναρωτήθηκε αλλά το ύφος του δεν μαλάκωνε με τίποτα.
  «Είχαμε καμιά συμφωνία που έλεγε οτι θα βγαίναμε κάθε βράδυ;» την ρώτησε και η Αρετή κουνώντας ταυτόχρονα αρνητικά το κεφάλι της απάντησε χαμηλόφωνα, «Όχι»
  «Σου έδωσα καμιά υπόσχεση πως θα έρχομαι κάθε βράδυ;» συνέχισε άκαρδα εκείνος
  «Όχι»
  «Τότε, τι δουλειά έχεις τέτοια ώρα εδώ; Θα καλέσω ένα ταξί να σε γυρίσει στο σπίτι» δήλωσε και έβγαλε το κινητό του απο την τσέπη της φόρμας. Η στεναχώρια της δεν είχε μέτρο, τόσο που το έβαλε στα πόδια πριν προλάβει ο Μάρκος να κάνει την κλήση που ήθελε. Ασυναίσθητα έτρεξε πίσω της σαν τρελός και στην πρώτη γωνία του δρόμου την άρπαξε απο το μπράτσο και την γύρισε μπροστά του. Το κορμί της αδύναμα έπεσε πάνω του.
  «Που νομίζεις οτι πας Αρετή;» την ρώτησε ταρακουνώντας την θυμωμένος.
  «Σπίτι μου. Εκεί που με στέλνεις», απάντησε κλαψουρίζοντας.
  «Είπα θα καλέσω ταξί...εκτός και αν...σε έφερε κάποιος και τώρα σε περιμένει για να σε γυρίσει πίσω» την κατηγορούσε έμμεσα και ο αναθεματισμένος τόνος του πρόδιδε πόσο το πίστευε.
  «Άφησέ με. Δεν ξέρεις τι λες», αναφώνησε η μικρή και προσπάθησε να του ξεφύγει χωρίς αποτέλεσμα. 
Ο Μάρκος εξοργίστηκε και την τράβηξε άξεστα, οδηγώντας την στο σπίτι του.
  «Προχώρα και μη μου κάνεις τη δύσκολη», της πέταξε όσο την έσερνε πλάι του. Όταν ανέβηκαν στο διαμέρισμά του, την έσπρωξε μέσα στο σαλόνι και, αφού έκλεισε και κλείδωσε την πόρτα, άρχισε να την πλησιάζει.
  «Λέγε Αρετή γιατί είμαι στα όρια μου και δεν θες να με δεις να τα ξεπερνάω» την απείλησε και σταμάτησε απέναντί της.
  «Δεν καταλαβαίνω. Τι έκανα;» αναρωτιόταν η μικρή.
  «Τι συμβαίνει με τον Παύλο;»
  «Τον Παύλο;...τι...Τι συμβαίνει;»
  «ΜΗ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΑΝΗΞΕΡΗ...ΣΑΣ ΕΙΔΑ», της φώναξε και το κορμί της αναπήδησε τρομαγμένο. Τα δάκρυα έσταξαν και αγκάλιασε τον εαυτό της.
  «Τίποτα. Σου τ’ορκίζομαι...δεν καταλαβαίνω τι εννοείς. Μάρκο μου, σε παρακαλώ», του απάντησε και αυτός γέλασε ειρωνικά. Άρχισε να πηγαινοέρχεται περνώντας τα δάχτυλα απο τα μαλλιά του και έπειτα στήριζε τα χέρια στη μέση ασφικτυώντας μέσα στις ενοχλητικές υποψίες του. Απότομα σταμάτησε και επιθετικά πήγε κοντά της πιάνοντάς την, ξανά σφιχτά, απο το χέρι. Ο ώμος της κόλλησε στο στήθος του και η ταραχή της δεν ήξερε που να κρυφτεί.
  «Δεν ήσουν χωμένη στην αγκαλιά του σήμερα; Δεν έτρεμες απο τα γέλια μέσα στα χέρια του; ΛΕΓΕ!» ρωτούσε γεμάτος ένταση.
  «Του έλεγα τα σχόλια των πελατών για το πιάτο που φτιάξαμε μαζί... άρεσε πολύ και του μετέφερα τα συγχαρητήρια. Ενθουσιαστήκαμε... αυτό είναι όλο. Απλά χαρήκαμε που κάναμε κάτι τόσο καλό. Αυθόρμητα μ' αγκάλιασε. Αλήθεια σου λέω. Δεν συμβαίνει κάτι άλλο. Μπορείς να ρωτήσεις όσους ήταν μπροστά» του απάντησε με αναφιλητά. Εκείνος έβαλε ξανά τα γέλια και αφού λύγισε τη μέση του κόλλησε το πρόσωπό του μπροστά στο δικό της.
  «Για βλάκα με περνάς Αρετή;...» ρώτησε και το κορίτσι κούνησε το κεφάλι της αρνητικά πολλές φορές. Η λαβή του έκλεινε όλο και περισσότερο και εκείνη δεν πονούσε μόνο στο χέρι μα και στην καρδιά της. Ένιωθε πόνο τρομερό.
  «Μάλλον δεν παίρνεις τα λόγια μου στα σοβαρά. Τα προσπερνάς γιατί τα θεωρείς όλα ένα παιχνίδι. Σου είπα πως ο έρωτας εκφράζεται ελεύθερα αλλά έχει κανόνες... και για να στο ξεκαθαρίσω...δεν ανέχομαι να πανηγυρίζεις στην ΑΓΚΑΛΙΑ ΚΑΝΕΝΟΣ», κραύγασε και η μικρή χαμήλωσε το κεφάλι γνέφοντας συγκαταβατικά. 
  Ο Μάρκος την απελευθέρωσε και απομακρύνθηκε δένοντας τα δάχτυλά του στο κεφάλι. Αυτό που ένιωθε τον ξεπερνούσε σε σημείο να μην αναγνωρίζει τον εαυτό του. Όλο το κορμί του υπέφερε και η επιθυμία του να σπάσει τόσο το σπίτι όσο και εκείνον τον νεαρό που είχε αγγίξει την μικρή του, δυνάμωνε. Ανέπνεε λαχανιασμένα και δεν ήξερε που να σταθεί. Δεν χωρούσε πουθενά.

  «Πήγαινε μέσα να ξαπλώσεις Αρετή» της είπε και αυτός σωριάστηκε στον καναπέ με ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι. Λίγη ηρεμία ζητούσε μέχρι να βρει τον εαυτό που είχε χάσει.

2 σχόλια:

  1. Σ.....α!!! Συγγνώμη Ηώ, αλλά δεν μπορούσα να κρατηθώ!!! Για σεφ στις σαλάτες μια χαρά τα πάει ο βλάκας!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. χαχαχαχαχα...ναι αλλα οι σαλατες του εχουν μια μεγαλη δοση ερωτα!

      Διαγραφή

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.