Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.8

-8-
  Η Αρετή ριζωμένη στην ίδια θέση να αγκαλιάζει τον εαυτό της και αυτός όρμηξε στο μέρος της κάνοντας το κορμί της να τιναχτεί ενστικτωδώς. Μαζεύτηκε και χαμήλωσε το βλέμμα της αποφεύγοντάς τον.
  «Πως προέκυψε αυτό; Πως σκατά προέκυψε;» της φώναξε με τα χέρια μακριά απο το σώμα του. Στάση που έμοιαζε με την αγκαλιά του ανοιχτή. Τα βλέφαρα της Αρετής σφάλισαν και τα τελευταία απομεινάρια των δακρύων ξεχείλισαν κι αυλάκωσαν τα μάγουλά της. Αναστέναζε διακεκομμένα και ένιωθε την ερώτησή του αταίριαστη στο σημείο που είχαν φτάσει, μα παρόλαυτά διάλεξε να τον κοιτάξει και να απαντήσει. Τα λυπημένα της μάτια άνοιξαν και πέρασαν απο το εκτεθειμμένο κορμί του καταλήγοντας στο σκληρό πρόσωπό του.
  «Τι με ρωτάς; Πως προέκυψες εσύ;...το φως, ο αέρας, το νερό; Πως προέκυψαν όλα όσα πραγματικά δεν γνωρίζεις τη δημιουργία τους κι όμως τα δέχεσαι, τα χαίρεσαι; Πως προκύπτει ο έρωτας; Αυτό με ρωτάς;»
  «Αρετή στην ηλικία σου βρέθηκα... τα πέρασα όλα και διάλεξα, αποφάσισα τι μου ταιριάζει και τώρα θέλω διαφορετικά πράγματα», της είπε και μια ιδέα απελπισίας εμφανίστηκε στο ύφος της.
  «Φαίνεται πως δεν έμαθες αρκετά», του αντιγύρισε και ενώ τα συναισθήματα πίστευε πως κούρσευαν τη λαλιά της, τα λόγια έβγαιναν απο τα χείλη μόνα τους.
  «Φαίνεται πως έχεις ακόμα πολλά να μάθεις» συνέχισε εκείνος με τη σειρά του.
  «Τουλάχιστον εγώ θέλω, ενώ εσύ αρνείσαι λες και τα ξέρεις όλα»
  «Ξέρω όσα θέλω»
  «Και δεν είμαι μέσα σ’ αυτά»
  «Όχι.. δεν είσαι»
  «Τουλάχιστον μπορώ να μάθω γιατί; Τι είναι αυτό που δε σ’ αρέσει; Ο τρόπος μου; Ο χαρακτήρας μου; Κάτι απο το σώμα ή το πρόσωπό μου; Όσα λέω; Μήπως η φωνή μου; Τα μαλλιά μου; Ο τρόπος που είμαι ερωτευμένη και το δείχνω; Τι; ΤΙ;» τον ρωτούσε και η φωνή, πότε εξασθενούσε και πότε έβρισκε ξανά τη ζωντάνια της.
  «Το χάσμα Αρετή. Το χάσμα ανάμεσά μας», δήλωσε ο Μάρκος. 
Οι απορίες της τόσο γλυκές που ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία του. Τόσο αληθινή, απλή και ανέγγιχτη απο κάθε είδους γυναικείας πονηριάς.
  «Δηλαδή δεν είμαι ικανή να σταθώ πλάι σου, όπως πρέπει, λόγω ηλικίας; Αυτό μου λες;»
  «Ο χρόνος Αρετή δεν κάνει εξαιρέσεις και τους μεγαλώνει όλους. Στην περίπτωσή μας πάντα θα βρίσκομαι 17 χρόνια μπροστά. Είσαι τόσο νέα και ζωντανή... και θα παραμείνεις ακόμα κι όταν εγώ δεν θα μπορώ να σου προσφέρω όσα θα έχεις ανάγκη. Ο έρωτάς σου με κολακεύει και για λίγο ένιωσα να ξαναγεννιέμαι αλλά δεν μπορώ να εθελοτυφλώ...δεν μου επιτρέπεται Αρετή να γίνω επιπόλαιος», της απάντησε και η ωριμότητα τόσο θεατή που η κοπέλα τη μίσησε. Έλυσε τα χέρια της ρίχνοντάς τα πλάι στο σώμα που ακόμα έσταζε και τον πλησίασε απροειδοποίητα. Εκείνος συνοφρυώθηκε μα δεν αντέδρασε.
  «Τελικά δεν έμαθες το παραμικρό. Ξέρεις πως μοιάζει ο έρωτάς μου για εσένα; Όπως η λαχτάρα μου για τον αέρα όταν βρίσκομαι κάτω απο το νερό. Εκείνες τις στιγμές που σου λείπει το οξυγόνο και σκέφτεσαι οτι θες τόσο δα για να βγεις στην επιφάνεια και να ζήσεις. Μοιάζει ακριβώς όπως η ακτή που την έχεις ανάγκη για να ξεκουραστείς όταν ώρες παλεύεις με τα κύμματα. Σαν τον θάνατο της ανυπαρξίας όταν κάποιος εμφανίζεται μπροστά σου κάνοντας την καρδιά σου να χτυπά τόσο δυνατά που σε πείθει οτι υπάρχεις...» έλεγε και χρησιμοποιούσε τα χέρια της αναπαραστώντας όσα ξεστόμιζε. Τα άπλωνε μπροστά του και έπειτα τα ένωνε πάνω στα χείλη της.
  «Δεν με νοιάζει η άρνηση του έρωτά μου... αλλά ο λόγος που τον πετάς στα σκουπίδια πριν του δώσεις την παραμικρή ευκαιρία...αυτός με πληγώνει περισσότερο απ’όλα», συμπλήρωσε και το κορμί της κρεμάστηκε στην κυριολεξία, με το κεφάλι της να χαμηλώνει.
  «Μπορεί να καταφέρεις να ζήσεις ως τα βαθιά γεράματα μαζί με μια γυναίκα αντάξια... αλλά να ξέρεις πως όποιος απαρνείται όσα τον κάνουν να θέλει να ζήσει τόσο πολύ, συνήθως αποτυγχάνει. Μια δόση έρωτα, μια μικρή δόση απ’αυτόν αρκεί... αρκεί για να με κάνει να σε βλέπω με τα ίδια μάτια της καρδιάς ακόμα και μετά απο χρόνια», συνέχισε και ένα βήμα της στο μέρος του εξαφάνισε τη μισητή απόσταση μεταξύ τους. Τα μάτια της στάθηκαν στο γυμνό στήθος του και η παλάμη της απέναντι για λίγο, ώσπου απαλά τον άγγιξε πρώτα με τα δάχτυλά της και έπειτα το χέρι ξάπλωσε στο νωπό του δέρμα.
  «Αρετή» της είπε, λες και το  όνομά της θα την απέτρεπε να συνεχίσει. Σήκωσε το πρόσωπό της και τον κοίταξε όσο το άγγιγμα της διέσχιζε αργά αργά μια ανατριχιστική διαδρομή πάνω του. Οι γροθιές του έσφιγγαν μέσα στις τσέπες μέχρι που αυτή αποφάσισε να χαράξει πορεία διαφορετική ακολουθώντας τις φλέβες που ξεκινούσαν απο τον ώμο του φτάνοντας στην κρυψώνα του χεριού του. Προσεκτικά το έβγαλε στο φως και γύρω της το τύλιξε. Μια αγκαλιά αναζητούσε, μια αγκαλιά που θα έσβηνε τις λέξεις απο τα χείλη και θα επέτρεπε στις αισθήσεις να αποκτήσουν αχαλίνωτη φλυαρία. Τον ένιωσε να την σφίγγει συγκρατημένα καθώς το πρόσωπό της χάιδεψε το δικό του χαρίζοντάς του τις θύελες της ανάσας της. Η καρδιά έλεγε το δικό της τραγούδι και ο ρυθμός της κλόνιζε την αταλάντευτη στάση του προκαλώντας πανδαιμόνιο. Το μυαλό του έκανε τις τελευταίες αδύναμες απόπειρες να τον πείσει να την διώξει, μα τα παράτησε γρήγορα γιατί ανάμεσά τους δεν χωρούσε κανείς, ούτε τα πρέπει του, ούτε και τα χρόνια. Ο Μάρκος, για πρώτη φορά, λάτρεψε την αβεβαιότητα και αψήφησε τις αρχές και τα θέλω του. Τα χέρια του έδεσαν γύρω απο το παραδομένο σώμα της μικρής αυτής γυναίκας που ξεσήκωνε το πάθος του. Οι παλάμες κύλησαν και σήκωσε το λίνκο της ζωής πάνω του. Τα μάτια τους δεν άντεξαν και αγκαλιάστηκαν όμοια με τα κορμιά. Αυτή να τον κοιτάζει με λατρεία, σαν θεό δικό της που δυνάμωνε την πίστη της και αυτός οικειοθελώς αφηνόταν στο κολαστήριο που τον οδηγούσε. Οι δυο τους έγιναν ολάκερος ωκεανός και ένας χείμαρρος ανείπωτων υποσχέσεων θέριευε την ακατανίκητη έλξη που ένιωθαν. Ο Μάρκος δίχως να το σκάσει απο τα μάτια της την οδήγησε στο δωμάτιό του αφήνοντας το σώμα της με προσοχή στα αφράτα σκεπάσματα. Οι παλμοί αυξήθηκαν και το ταξίδι τους μόλις ξεκινούσε ανοίγοντας στις καρδιές πανιά. Η ύπαρξή τους έγινε καπνός που χάθηκε στης νύχτας τις σκιές. Τα χέρια τους διεκδικούσαν όσα η καρδιά είχε ανάγκη και δεν έπαψαν τον χορό των απολαύσεων ούτε λεπτό. Αυτήν τη φορά τα χείλη του Μάρκου λαχτάρισαν τα δικά της και με πάθος απαίτησε να ξεδιψάσουν με ένα φιλί γεμάτο φωτιά. Το σώμα του την σκέπασε προστατευτικά και, τις τελευταίες στιγμές του στην πραγματικότητα, προσπαθούσε να θυμίζει στον εαυτό του πως έτσι έπρεπε να παραμείνει μα, σύντομα, αυτός τον πρόδωσε και όσα μέσα του τόσο καιρό συγκρατούσε ξεχύθηκαν σπάζοντας τα δεσμά του. Τα ρούχα τους ένα εμπόδιο που με μανία ξεπέρασαν και το πρόσωπό της, καθώς αργά ενώθηκαν, τον μάγεψε. Το κορμί της συσπάστηκε και ο ίδιος μούδιασε στην θέα αυτού του δώρου. Τόσο διαθέσιμη, γινόταν σκλάβα των συναισθημάτων της και εκείνος ένα θύμα που σύντομα έχασε τη μνήμη του. Οι φλέβες σαν μεταξένια νήματα τον τύλιξαν και οι μύες του μεταμόρφωσαν το σώμα σε άγαλμα λαξευμένο απο χέρι θεϊκό. Ο έρωτας γινόταν θεσμός και αυτός έπρεπε να θυσιάσει την ευγένειά του καθώς πονούσε μαχόμενος ενάντια στον πόθο. Ζήτησε συγγνώμη παραδίδοντας τα ηνία στα ένστικτά του που αγρίεψαν. Ένας ασυγκράτητος κατακτητής, ασταμάτητο αρσενικό που έκανε την Αρετή ιδιοκτησία του. Κάθε της κομμάτι του άνηκε και δεν το χόρταινε, τόσο που τα χέρια του στ' αγγίγματα την έσφιγγαν όλο και περισσότερο. Τα χείλη του σέρνονταν στο τρυφερό της δέρμα και ο έλεγχος είχε οδηγό τον πόθο. Οι αναστεναγμοί της, η τροφή που του έδινε δύναμη και ταχύτητα ταξιδεύοντας απεγνωσμένα στον άγνωστο προορισμό του. Το κορμί της χανόταν στην σκληρή αγκαλιά του. Λικνιζόταν και κούρνιαζε άφοβα μέσα στο θηρίο που πολλές φορές άγαρμπα την άρπαζε. Σύμβολο έρωτα η κατάκτισή του που καψάλισε τα σωθικά της και τα ψέματα του αποκαλύφθηκαν. Μια ευλογημένη αρχή παραχωρούσε τη θέση της στο ένδοξο τέλος και η γενναιοδωρία των συναισθημάτων τούς στόλισε μεταμορφώνοντάς τους σε αστέρες απλανείς. Το νερό έγινε ένα με τον γλυκό ιδρώτα που στραφτάλιζε στα σώματά τους και οι ανάσες συντονίστηκαν προδίδοντας την αρμονία της συμμετοχής με σάρκα και ψυχή. 
Η Αρετή του δόθηκε σαν προσευχή και ο Μάρκος την πήρε σαν αμαρτία.
  Ξεθεωμένοι τυλίχθηκαν στη σιωπή και εκείνος ενώ έβριθε απο στοργικότητα, αισθανόταν φθηνός άρπαγας της ομορφιάς της και περέμεινε στην μεριά του. Αντίθετα απο την Αρετή που σύρθηκε γυμνή στο πλάι του και ξαπόστασε στο στέρνο του ακούγοντας την ταραγμένη καρδιά του. Το προσωπικό της νανούρισμα αλλά και ναρκωτικό που δεν άντεχε να στερηθεί.

  Το επόμενο πρωί ο ήλιος έδωσε φως στα πεπραγμένα της νύχτας και ο Μάρκος έπαιξε τα μάτια του μέσα απο τα κλειστά ακόμα βλέφαρα. Οι σκέψεις δεν περίμεναν εκείνος να ξυπνήσει, παρά πυρπόλισαν το νου με εικόνες. Το γυμνό κορμί του ρίγησε και απότομα άνοιξε τα μάτια διστάζοντας να κοιτάξει πλάι του. Μπλεγμένος στα σκεπάσματα που αποκάλυπταν τον πρόλογο της μικρής ιστορίας. Στάθηκε το βλέμμα στο ταβάνι και προσπάθησε να νιώσει με κάποιο τρόπο την παρουσία της Αρετής, χωρίς αποτέλεσμα. Η λευκή ακίνητη δέσμη τον ζέσταινε και αυτός παίρνοντας μια βαθιά ανάσα ανακάθησε στο κρεβάτι με τα χέρια, προς τα πίσω στο στρώμα, να τον στηρίζουν. Έπειτα έστριψε στην άκρη και αφού ακούμπησε τα πόδια στο πάτωμα, έβαλε τους αγκώνες στους μηρούς και έσκυψε τρίβωντας τα μάτια του λες και οι πρόσφατες αναμνήσεις τού προκαλούσαν πονοκέφαλο. Σηκώθηκε όρθιος, φόρεσε το παντελόνι της φόρμας του, που βρήκε με δυσκολία καταχωνιασμένο κάτω απο το κρεβάτι, και μπήκε στο μπάνιο. Έμεινε σκυφτός μπροστά απο τον καθρέφτη χωρίς να τολμά να κοιταχτεί. Έπλυνε το πρόσωπό του, το σκούπισε και αποφάσισε να αντιμετωπίσει τον εαυτό του. Έσφιγγε τον νιπτήρα και πέταγε τον αέρα απο τα ρουθούνια με άγχος.
  «Μαλάκα», έβρισε και βγήκε έξω πηγαίνοντας προς το σαλόνι. Αυτό που τον περίμενε ανέλπιστο. Ένα τραπέζι γεμάτο απο γευστικά και δυναμωτικά εδέσματα παρέα με αχνιστό καφέ, χυμό και μια Αρετή να στέκει όρθια χαμογελώντας πλατιά.
  «Καλημέρα» του είπε γλυκά και δάγκωσε τα χείλη της. 
Ο Μάρκος πλησίασε κοντά και κοίταξε όσα του είχε ετοιμάσει.
  «Τι είναι όλα αυτά;» την ρώτησε.
  «Σκέφτηκα κύριε Σιμεωνίδη να δώσω σύντομες εξετάσεις μήπως και με δεχθείτε ξανά στο εστιατόριό σας», απάντησε και αυτός διατηρώντας την σοβαρότητά του, γέμισε μια κούπα και κρατώντας την έφτασε ως το μεγάλο παράθυρο με την υπέροχη θέα. Η Αρετή πάγωσε.
  «Έκανα κάτι λάθος;» αναρωτήθηκε απογοητευμένη και είδε το πρόσωπό του να γυρνά πάνω απο τον ώμο.
  «Αν έκανα κάτι λάθος να μου το πεις... να μου δείξεις το σωστό», συνέχισε ακούγοντας το κοφτό αινιγματικό του γέλιο. Ο Μάρκος επέστρεψε το βλέμμα στην πόλη και ήπιε μια γουλιά απο τον καφέ του. Η Αρετή πήγε βιαστικά κοντά του και σταμάτησε πλάι του αγγίζοντας το μπράτσο του.
  «Μίλησέ μου, σε παρακαλώ. Το μετάνιωσες;» ρωτούσε κοιτώντας τα μάτια που δεν την έβλεπαν. Εκείνος έσφιγγε τα δόντια και στο τέλος, επέτρεψε στον εαυτό του να δει το όμορφο πρόσωπό της. Το χέρι του ευγενικά τύλιξε την μέση της και με αβρότητα την κόλλησε πάνω του. Τα χείλη του βολεύτηκαν στην κορυφή του κεφαλιού της.
  «Όχι Αρετούλα μου... όχι μωρό μου, δεν το μετάνιωσα», της είπε και ανάσες ανακούφισης απελευθερώθηκαν με μιας. Η παλάμη της χάιδεψε το στήθος του και έφτασε στο πλάι του λαιμού του.
  «Τότε; Γιατί είσαι σοβαρός; Τι έκανα λάθος;» επέμεινε και ο Μάρκος χαμήλωσε το βλέμμα σε εκείνη.
  «Είσαι παράξενη», της είπε και αυτή ανασήκωσε έκπληκτη τα φρύδια της.
  «Παράξενη...καλή; ή παράξενη...κακή;» αναρωτήθηκε βλέποντας το ελπιδοφόρο χαμόγελό του.
  «Παράξενη...παράξενη. Σε νοιάζει αν έκανες λάθος...σε νοιάζει αν εγώ είμαι ευχαριστημένος και όχι εσύ», παρατήρησε.
  «Και βέβαια... η δική μου ευχαρίστηση θα πρέπει να νοιάζει εσένα... έτσι συνηθίζεται στον έρωτα» δήλωσε και το χαμόγελό του μεγάλωσε κάνοντας το πρόσωπό του να λάμψει περισσότερο και απο τον πρωινό ήλιο.
  «Σοβαρά;...και για πες μου τότε...» είπε ο μάρκος εντυπωσιασμένος και αφού την άφησε απο την αγκαλιά του απομακρύνθηκε προς το τραπέζι. Όταν στράφηκε απέναντί της, συνέχισε,
  «Είστε ευχαριστημένη δεσποινίς μου;»
Η Αρετή έδεσε τα μπράτσα στο στήθος και ύψωσε λιγάκι το πρόσωπο προσποιούμενη πως σκέφτεται.
  «Αρετή», αναφώνησε εκείνος. 
Όταν άρχισε να πηγαινοέρχεται στο σαλόνι, τον αποτελείωσε.
  «Να σας πω κύριε Σιμεωνίδη. Στον έρωτα χρειάζονται τρία πράγματα για να πετύχετε. Παθιασμένα φιλιά...σαν να τα έχετε στερηθεί χρόνια. Αντρικές αγκαλιές... ξέρετε,  απο εκείνες που κόβουν την ανάσα, όχι τίποτε άλλο αλλά για να μην ξεχνάμε ποιός είναι ποιός ...και τέλος, το επόμενο πρωί να χαμογελάτε πλατιά ενώ με τα μάτια σας να γδύνετε τη σύντροφό σας, τόσο πιστευτά, που να την κάνετε να κοκκινίζει. Βασιζόμενη λοιπόν στα τρία αυτά συστατικά έχω να σας πω οτι είμαι ευχαριστημένη περίπου...μμμμ...έβδομήντα τοις εκατό... δεν είστε καθόλου καλός το πρωί και αν δε βελτιωθείτε θα με αναγκάσετε να συνεργάζομαι μαζί σας μόνο τις νύχτες...κατά προτίμηση τις βροχερές», αποκάλυψε και με παιχνιδιάρικο ύφος περίμενε την ανταπόκρισή του. 
Ο Μάρκος κούνησε το κεφάλι συγκαταβατικά και άφησε την κούπα στο τραπέζι. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες και ξεκίνησε τη δική του διαδρομή, πάνω κάτω, στο σαλόνι απέναντί της.
  «Μάλιστα. Δεσποινίς μου λυπάμαι που δεν κατάφερα να ικανοποιήσω τις επιθυμίες σας στο εκατό τοις εκατό αλλά είμαι άμαθος στα πρωινά ξυπνήματα, όχι μόνο με γυναίκες αλλά με άλλους ανθρώπους γενικά. Παρόλαυτά θα βάλω τα δυνατά μου. Και ας περάσουμε στην δική σας περίπτωση τώρα... Θα σας συμβούλευα να χρησιμοποιείτε τον παρορμητισμό τής μέρας...και τη νύχτα, ξέρετε εκείνες τις απερίσκεπτες αυθόρμητες κινήσεις που κάνουν τον έρωτα πικάντικο, όχι τίποτε άλλο αλλά για να μην γίνονται μονότονοι οι ρόλοι μας. Επίσης, ως γνωστή πλέον κλέφτρα φιλιών, πεισματάρα και απείθαρχη θα πρέπει να περιορίσετε την δράσης σας σε συγκεκριμένα πλαίσια απο δω και πέρα, γιατί ο έρωτας μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα αλλά έχει κανόνες. Βασιζόμενος λοιπόν στα δύο αυτά συστατικά έχω να σας πω οτι είμαι ευχαριστημένος περίπου...μμμμ...πενήντα τοις εκατό» της δήλωσε και γυρνώντας την πλάτη του ξεκίνησε για το δωμάτιο αφήνοντάς την στο σαλόνι αποχαυνωμένη απο τις παρατηρήσεις του. 
Η Αρετή, όταν συνήλθε απο το πρώτο σοκ τον πήρε απο πίσω μουρμουρίζοντας.
  «Μισό λεπτό...μισό λεπτό...δεν μπορείς να φύγεις έτσι...τι θες να πεις...οτι δεν ήμουν καλή; Ή οτι κάνω τα ίδια με όλους;» έλεγε ενώ είχε γίνει η ουρά του λαμβάνοντας εκτός απο τη σιωπή και το πονηρό γελάκι της ικανοποίησης.

Και έτσι... η σχέση θα ξεκινούσε όπως όλες... με έρωτα, κανόνες και όμορφες στιγμές που καθένας πάντα ελπίζει να μην τελειώσουν ποτέ! Πάντα ελπίζει!

1 σχόλιο:

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.