Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.7


  Η Ελισάβετ με την έλευση τής νύχτας έκανε και την εντυπωσιακή της είσοδο στο εστιατόριο τραβώντας τα βλέμματα πάνω της. Μια ψηλόλιγνη γυναίκα που κραύγαζε απο μακριά τις άπλετες ώρες που ασώτευε για τον εαυτό της. Το κατακόκκινο στενό φόρεμά που σταματούσε στο καλοφτιαγμένο γόνατο της την καθιστούσε στις πρώτες θέσεις των πιο θελκτικών αλλά συνάμα απρόσιτων θηλυκών. Όχι μόνο για την συγκεκριμένη ενδυματολογική της επιλογή, που ήταν ένας συνδοιασμος σεμνού και σέξυ, αλλά για όλα όσα τη συνόδευαν. Πρόσωπο πορσελάνινο που το διατηρούσε χάρην της ιατρικής αισθητικής και εκφράσεις που φαινόταν να έχει προβάρει αρκετές φορές ώστε να της προσδίδουν κύρος. Μαλλιά μεταξένια που εύκολα θα ζήλευαν μέχρι και οι πλαστικές κούκλες του εμπορίου, αλλά και κορμί που της στερούσε πολλές ανθρώπινες απολαύσεις για να το κρατά σε φόρμα. Ο ήχος των λεπτών τακουνιών της προκαλούσε δονήσεις και το άρωμα που άφηνε πίσω της κατακτούσε τις αισθήσεις της ομήγυρης για ώρες μετά. Πλησίασε το μπαρ στο βάθος και όταν ο μετρ την καλωσόρισε αυτή δήλωσε καλεσμένη του Μάρκου. Φυσικά και δεν χρειάστηκε να περιμένει παραπάνω απο μερικά λεπτά αφού εκείνος εμφανίστηκε δίχως την στολή του. Μ’ ένα ευγενικό χαμόγελο πήγε κοντά της και τυλίγοντας το ένα του χέρι γύρω απο τη μέση της έγειρε και άφησε ένα φιλί στο μάγουλό της.
  “Κόβεις την ανάσα” της ψιθύρησε και απομακρύνθηκε παρασύροντάς την προς την κατεύθυνση του τραπεζιού που είχε ετοιμάσει για τους δυο τους.
  Το νέο ταξίδεψε ως την κουζίνα και τότε η Αρετή είχε μια άγνωστη, μέχρι στιγμής για εκείνη, εμπειρία. Αυτήν της ζήλιας, που έδεσε το στομάχι της κόμπο και έφραξε το λαιμό της λες και μια θηλειά έσφιξε γύρω του. Οδήγησε τον εαυτό της σε μια γωνιά και έμεινε να κατανοήσει απο που προερχόταν αυτό που ανάβλυζε μέσα της και της ήταν τόσο ξένο. Έκλεισε τα μάτια και πάλεψε να βαφτίσει τα πάντα. Ανεξήγητη ανασφάλεια την σκέπασε ενώ ένα ρίγος παράλογης προδοσίας διαπέρασε το κορμί της. Το πρόσωπο του Μάρκου στην εικόνα του μυαλού της απομακρυνόταν και όσο αν του άπλωνε το χέρι νοητά, αυτός έφευγε ολοένα πιο μακριά της. Η συναισθηματική αντίδραση την γέμιζε με ψυχοσωματικά ενοχλητικά συμπτώματα και οι σκέψεις της έπαιρναν λάθος δρόμο. Δρόμο σκοτεινό που, πότε κρύωνε και πότε ζεσταινόταν. Ως εκ τούτου, το εμπύρετο μυαλό της και η ψυχική της υπερευαισθησία ήταν τα στοιχεία που καθοδήγησαν το χέρι της να μαγειρέψει για το ζευγάρι. Συνταγές που απο το πρώτο κιόλας πιάτο άφησαν τον Μάρκο άναυδο. Ήταν ακριβώς όπως και τα συναισθήματα της Αρετής. Το ορεκτικό είχε μια γεύση νευρωτική με εναλλαγές που σε μπέρδευαν και στο τέλος της πρώτης πιρουνιάς έμοιαζε με σκέτη αποτυχία. Η Ελισάβετ τον κοίταξε σπρώχνοντας το πιάτο της μακριά και ξέπλυνε το στόμα της με μια γενναιόδωρη γουλιά κρασί για να προχωρίσουν στο κυρίως που τους χάρισε στο πρόσωπο το κόκκινο της φωτιάς αφού μια ειδική καυτερή πιπεριά κάλυπτε κάθε υλικό του πιάτου και φούντωνε τα σωθικά του πιο θαρραλέου που θα το δοκίμαζε. Η γυναίκα άρχισε να βήχει και ο Μάρκος έκανε ώρα να την συνεφέρει δίνοντάς της  νερό, για να ακολουθήσει μάταια το γλυκό καταστρέφοντας την ελπίδα πως θα μπορούσε να σβήσει την απαίσια επίγευση των προηγούμενων πιάτων. Αυτό ήταν το χειρότερο τελείωμα δείπνου που είχαν ποτέ δοκιμάσει και οι δύο. 
Η διάθεση χάλασε, η ατμόσφαιρα καταστράφηκε και η Ελισάβετ έφυγε εκνευρισμένη ρίχνοντας στον Μάρκο μονάχα μια επικριτική ματιά.
Εκείνος επιστράτευσε την υπομονή του ελέγχοντας τα πιάτα των υπολοίπων τραπεζιών και μόλις το μαγαζί άδειασε, εισέβαλε στην κουζίνα σαν μαινόμενος ταύρος.
  “ΠΟΙΟΣ ΕΦΤΙΑΞΕ ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ ΜΟΥ;” βροντοφώναξε και τα κεφάλια γύρισαν προς τα πίσω, στη γωνιά που είχε τρυπώσει η Αρετή. Το βλέμμα της σηκώθηκε δειλά στο πρόσωπό του.
  “Εγώ… δεν σας άρεσε;” τον ρώτησε χαμηλόφωνα αποτραβώντας τα μάτια της στο πουθενά και δαγκώνοντας τα χείλη εξαιτίας των τύψεων.
Ο Μάρκος έβαλε τα χέρια του στις τσέπες και με βήματα μετρημένα έφτασε κοντά της.
  “Η ερώτησή μου ήταν ρητορική. Με απογοήτευσες. Με εξέθεσες…” της έλεγε μα πριν ολοκληρώσει εκείνη έβγαλε στα γρήγορα την ποδιά της και πετάχτηκε έξω απο το εστιατόριο τρέχοντας. Δεν επιθυμούσε σε καμιά περίπτωση να τον στεναχωρήσει μα δεν ήξερε πως να του εξηγήσει όσα ένιωσε. Δεν γνώριζε πως να του περιγράψει το συναίσθημα που οδήγησε το χέρι της να καταστρέψει το ραντεβού του... και προτίμησε να φύγει. 
Έτρεχε και δεν σταμάτησε λεπτό μέχρι να φτάσει σπίτι της. Έκλεισε την πόρτα πίσω της με δύναμη και όρμηξε στο τηλέφωνο καλώντας εσπευσμένα γι’ άλλη μια φορά τον άντρα της ζωής της.
  “Κόρη μου τι έχεις;” την ρώτησε καθώς η ανάσα της τον ανησύχησε.
  “Κάνω βλακείες μπαμπά. Με διώχνουν και εγώ θυμώνω” του απάντησε και σωριάστηκε στην πολυθρόνα της.
  “Απο που σε διώχνουν κόρη μου;” αναρωτήθηκε ο αμόρφωτος, μα πάντα κύριος, Παναγιώτης.
  “Μακριά απ’όσα θέλω και επιθυμώ”
  “Θα επέτρεπες να σε βγάλουν έξω απο τα όνειρά σου;” αναρωτήθηκε εσκεμμένα ο μπαμπάς της.
  “Όχι… αλλά αν αυτά βρίσκονται πλέον στην καρδιά κάποιου;” αποκρίθηκε η κοπέλα και ο κύριος Παναγιώτης σιώπησε. 
Το κορίτσι του πνιγόταν μέσα σε μια θάλασσα έρωτα και αυτός βρισκόταν μακριά. Την άκουγε πληγωμένη μα μέσα του ήξερε πως το παιδί του δεν είχε λυγίσει ακόμα. Απο μικρή, συμβουλές ζητούσε τις στιγμές που ένιωθε δυνατή, μόνο και μόνο για να ριχτεί στις μάχες καθώς ένιωθε. Κάθε φορά όμως που έχανε έναν αγώνα δεχόταν την ήττα της και επέστρεφε σιωπηλή στην αγκαλιά του μέχρι ο πόνος και η απογοήτευση εξασθενήσουν.
  “Πως μοιάζει κόρη μου;” την ρώτησε έπειτα απο την μικρή αμοιβαία τους παύση.
  “Σα να στέκω μπρος τη θάλασσά μας και αυτή σε κάθε μου βήμα προς το μέρος της να απομακρύνεται. Μα εγώ την θάλασσα την αγαπώ και μέσα της θέλω να χάνομαι… γιατί να μη μ' αφήνει; Γιατί φοβάται μη πνιγώ;”
  “Τότε τρέχα κόρη μου… τρέχα γρηγορότερα απο εκείνη και δείξ’ της πως ξέρεις να κολυμπάς” της απάντησε και η Αρετή έκλεισε το τηλέφωνο μένοντας ξάγρυπνη πλάι στο μικρό της παράθυρο που πλέον δεν της αρκούσε για να βλέπει τον κόσμο ολοκάθαρα. Κάποτε μπορούσε να τον φαντάζεται και ας χάζευε λίγο απο αυτόν, μα τώρα χωρίς τον Μάρκο εκείνο το γυαλί της περιόριζε την θέα.

  Πέρασαν δύο ολόκληρες εβδομάδες και στο εστιατόριο δεν είχε φανεί. Κανείς δεν σχολίασε την απουσία της μα τα βλέμματα τους αρκούσαν για να καταλάβει κανείς πόσο έλειπε σε όλους. Μέχρι και σε εκείνον που προσποιόταν οτι ποτέ δεν βρέθηκε στην κουζίνα του, παρόλο που απέφευγε τις επισκέψεις εκεί. Έδινε εντολές στους Σου Σεφ και κλεινόταν άλλοτε στο γραφείο του και άλλοτε έβγαινε στον κύριο χώρο μιλώντας με τον κόσμο. Η μελαγχολία έσταζε στην άκρη των ματιών του και το χαμόγελό είχε χάσει τη θέση του απο τα χείλη που πολλές φορές έσπαγαν αποτυχημένα. Οι νέεοι προσπάθησαν αρκετές φορές να επικοινωνήσουν μαζί της και ο Παύλος, μία μόνο βρέθηκε κάτω απο το σπίτι της χτυπώντας τα κουδούνια. Η Αρετή δεν ανταποκρίθηκε ποτέ όμως.

  Ένα βράδυ, μετά απο πρόσκληση του Μάρκου, ο Δημήτρης έφτασε στο εστιατόριο νωρίς και επέλεξε να καθίσει στο μπαρ. Για αρκετή ώρα παρακολουθούσε τον φίλο του και όταν αυτός, επιτέλους, βρήκε χρόνο να του κάνει παρέα άρπαξε την ευκαιρία να σχολιάσει.
  “Τι μούτρα είναι αυτά ρε; Απορώ πως δεν φεύγουν οι πελάτες”
  “Δεν έρχονται για τα μούτρα μου και αν εσένα σε ενοχλούν, δρόμο” απάντησε ενώ γέμιζε το ποτήρι του με ουίσκι. Ο Δημήτρης κούνησε το κεφάλι ειρωνικά.
  “Τι έγινε; Προβλήματα;” ρώτησε απευθείας και ο Μάρκος έγειρε στο πάσο και τον κοίταξε αναστενάζοντας.
  “Έφυγε απο το μαγαζί αλλά όχι και απο το μυαλό μου” δήλωσε και έριξε μια γουλιά ποτό στο στόμα του μορφάζοντας εξαιτίας της έντασης και του καψίματος που του προκάλεσε.
  “Μάλιστα. Να φανταστώ οτι μιλάς για εκείνο το μικρό πρόβλημα. Το πολύ μικρό πρόβλημα” τόνισε ο Δημήτρης και έλαβε ένα καταφατικό νεύμα.
  “Μάρκο, θες να σου θυμήσω τον λόγο… γιατί μου είναι πολύ εύκολο αρκεί να πω το όνομα της μάνας σου” πέταξε στη συνέχεια και ο Μάρκος τον αγριοκοίταξε πίνοντας και το υπόλοιπο ουίσκι που είχε απομείνει στο ποτήρι. Χτύπησε συγκρατημένα την γροθιά του στο ξύλο και έπειτα άρπαξε τον Δημήτρη απο τον αυχένα τραβώντας τον κοντά στο πρόσωπό του.
  “Μη φοβάσαι ρε… αυτή τα παράτησε επιτέλους και εγώ αναστατώθηκα με το απαγορευμένο. Ένα φιλί ήταν όλο κι όλο” είπε χαμηλόφωνα ενώ χαμογελούσε έντονα μετά απο καιρό σα να μην πίστευε ο ίδιος τα λόγια του και έδινε την καλύτερη παράσταση της ζωής του.
  “Έτσι μπράβο. Σίγουρα θα τριγυρνάει απο πάρτυ σε πάρτυ με κανέναν πιτσιρικά της ηλικίας της. Ξέχασες τι έκανες στα εικοσιπέντε; Δεν άφηνες θηλυκό για θηλυκό και ας δούλευες ατέλειωτες ώρες” τόνισε ο Δημήτρης και ο Μάρκος έβαλε ακόμα ένα ποτό για να αδειάσει το ποτήρι μονορούφι.
  Στο κλείσιμο του εστιατορίου, όταν η ομάδα έφυγε και τα φώτα έσβησαν, εκείνος κλείδωσε και με τον φίλο του συνοδηγό ξεκίνησαν με προορισμό το γνωστό τους στέκι.
Πέρασαν αρκετές ώρες πίνοντας, μιλώντας, γελώντας με τις ίδιες ιστορίες αλλά και κερνώντας μερικά απο τα θηλυκά τού μπαρ. Δυό ώρες πριν ξημερώσει αποφάσισαν να φύγουν απο το μαγαζί μαζί με τους ιδιοκτήτες πλέον. Ο Μάρκος άφησε τον Δημήτρη σπίτι του και συνέχισε για το δικό του. Στη διαδρομή ο ουρανός άνοιξε τις πύλες του και η μπόρα που ξέσπασε, παραδόξως, ήταν οτι ακριβώς χρειαζόταν για να συνέλθει. Σταμάτησε στην κεντρική είσοδο και έμεινε για λίγο ακίνητος με το πρόσωπο ψηλά, να το χαρίζει στο νερό που τον έλουζε με μανία. 
Όταν στάθηκε όρθιος στην πόρτα και ενώ ήταν έτοιμος να βάλει το κλειδί για να μπει μέσα, το αίσθημα της μοναξιά του εξαφανίστηκε και το κορμί του αυθόρμητα έκανε μεταβολή γυρνώντας προς το απέναντι πεζοδρόμιο. 
Η Αρετή τον κοιτούσε. 
Έδειχνε λαχανιασμένη, καθώς το στήθος της παλλόταν έντονα και στο πρόσωπό της, παρά το νερό που το κάλυπτε, εκείνος θα έβαζε το χέρι του στη φωτιά πως ξεχώριζαν τα δάκρυά της. Είχαν διαφορά αυτές οι σταγόνες. Είχαν ομορφιά ανεξήγητη που τις έκανε σπάνιες, μοναδικές. Ο Μάρκος κατέβηκε αργά απο το πεζοδρόμιο του και άρχισε να την προσεγγίζει. Οι αστραπές ούρλιαζαν πάνω απο το κεφάλι τους και η βροχή δυνάμωσε.
  “Αρετή” της είπε όσο την  πλησίαζε και το τρεμάμενο κορμί της δίπλωσε στα δυο.
  “Σε θέλω” του φώναξε.
  “Είμαι ερωτευμένη…” συνέχισε παλεύοντας να στείλει τη φωνή της μέσα του ξεπερνώντας τον καιρό που γινόταν εχθρός της. Έσταζε ολόκληρη και τα μαλλιά της ένας υπέροχος καταράκτης κολλούσαν στο απεγνωσμένο πρόσωπό της.
  “Αρετή τι κάνεις εδώ;” την ρώτησε ο Μάρκος στα χαμένα και σταμάτησε.
  “Σε θέλω, δε μ ακούς;” κραύγασε και έπειτα αγκάλιασε τον εαυτό της κλαίγοντας πιο δυνατά. 
Εκείνος συνειδητοποίησε οτι είχε το ίδιο μ'αυτήν λαχάνιασμα, την ίδια έκφραση και την ίδια λαχτάρα που όσο και να της αντιστεκόταν, όσο και να την έκαιγε στα ποτά, φαινόταν να φουντώνει. Άπλωσε τα χέρια του και με ένα ακόμα βήμα την έπιασε απο τα μπράτσα.
  “Έλα. Πάμε μέσα μην κρυώσεις” είπε ήρεμα και τραβώντας την στο πλάι του την συνόδεψε ως το διαμέρισμά του.
  Φτάνοντας, η Αρετή κοντοστάθηκε μπροστά απο την κλειστή πόρτα και τον κοιτούσε να απομακρύνεται στο βάθος του σαλονιού. Κάποια στιγμή, εκείνος έπαψε να την νιώθει και έστριψε στο μέρος της.
  “Μπες πιο μέσα Αρετή” την παρότρυνε κάνοντας νόημα με το χέρι του και εκείνη αρνήθηκε σιωπηλά. 
Το νερό διέσχιζε το τρεμάμενο κορμί της και σκορπούσε στο μαρμάρινο πάτωμα περικυκλώνοντάς την. Η κοπέλα ένιωθε πως μαζί του παρέσερνε και εκείνη, κυλούσαν μέσα στις σταγόνες ο έρωτάς της, το πάθος της και η επιθυμία της για αυτόν, ελπίζοντας πως η λίμνη θα μεγάλωνε μέχρι να τον φτάσει και να τον κλείσει μέσα της. Θα έστυβε το κορμί της αν χρειαζόταν, θα έκλεγε ποταμούς αν έπρεπε, ώσπου να βυθιστούν οι δυο τους στον ωκεανό των συναισθημάτων της.
Τον έχασε για λίγο απο τα θολά της μάτια, για να επιστρέψει στο σαλόνι ημίγυμνος, φορώντας το παντελόνι μιας φόρμας και κρατώντας στο χέρι κρεμασμένη μια πετσέτα που της πρόσφερε. Λες και στεγνή θα αποκτούσε επίγνωση του λάθους και δεν θα επαναλάμβανε τις ίδιες λέξεις που είχαν σπείρει διχόνοια στο μυαλό και την καριδά του.
  Η Αρετή πήρε την πετσέτα απο το χέρι του μα όχι και τα μουσκεμένα μάτια της απο τα δικά του. Ο Μάρκος της γύρισε την πλάτη και απομακρυνόταν ξανά.

  “Πόσες φορές θες να το πω για να ακούσω μια σου λέξη; Πόσες φορές θες να έρθω έξω απο το σπίτι σου; Πόσες φορές να φωνάξω οτι είμαι ερωτευμένη; Πόσες;” τον ρώτησε και ο έλεγχος του χάθηκε συμπαρασέρνοντας την ηρεμία αλλά και τη λογική.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.