Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.6

-6-
  Έτσι, η κοπέλα διάλεγε το άγνωστο μονοπάτι με τα μύρια όνειρα που η καρδιά ψιθύριζε και ξεσήκωνε φουρτούνες.
Το επόμενο πρωί, παραδόξως, ξύπνησε πριν το ρολόι αρχίσει να τσιρίζει στα αφτιά της και πέρασε τη μέρα της παρέα με μια κούπα καφέ και τα λόγια του πατέρα της. Οι δείκτες είχαν κολλήσει και η ώρα σερνόταν κάνοντας την αναμονή της γολγοθά. Αρκετές φορές ζωγράφιζε τα χείλη της με τα ακροδάχτυλα και μονολογούσε,
  “Δε με ξεγελάς”.
Κι ύστερα, εκνευρισμένη απευθυνόταν στην καρδιά της,
  “Πάψε και εσύ… μου το κάνεις ακόμα πιο δύσκολο, δεν το καταλαβαίνεις;”
Απο τη στιγμή που φωναχτά παραδέχτηκε τον έρωτά της, αυτός, λες και πήρε θάρρος, μεγάλωνε λεπτό το λεπτό. Θέριευε. Έκανε το σώμα ξένο για την ψυχή. Μια κατοικία όμοια με κλουβί που δεν χωρούσαν τα μεγάλα φανταχτερά φτερά της.
Ένας πολεμιστής η Αρετή που δεν άντεχε να περιμένει τη σειρά της για να ριχτεί στη μάχη. Η επιθυμία της είχε την δύναμη ενός λόχου και ήταν αποφασισμένη να ρίξει τα τοίχη του Μάρκου με οποιοδήποτε τρόπο.
  Όταν, επιτέλους, η ώρα της έκανε τη χάρη να φτάσει στην κατάλληλη, εκείνη ετοιμάστηκε και έφυγε μετατρέποντας τη διαδρομή σε απόσταση ελάχιστη απο αυτήν που πραγματικά ήταν.
Μπαίνοντας απο την πίσω πόρτα απευθείας στην κουζίνα, η διάθεσή της κατατρόπωσε κάθε ψήγμα σοβαρότητας και άγχους. Παρέσυρε τους φίλους της και η ατμόσφαιρα άμεσα μετατράπηκε σε ένα μικρό πάρτυ με πολλές εκπλήξεις. Η Αρετή έχωσε στην μπροστινή τσέπη της ποδιάς της τη μικρή συσκευή ήχου και φορώντας τα ακουστικά άρχισε να τους τραγουδά και να χορεύει μιμούμενη κάθε καλλιτέχνη, ενώ ταυτόχρονα δούλευε κιόλας, ενέργεια που την έκανε ακόμα πιο διασκεδαστική στα μάτια όλων. Οι κουτάλες ήταν τα μικρόφωνα ενώ τα καπάκια απο τις κατσαρόλες μουσικά όργανα που έδιναν τον τόνο που ήθελε. Κάποια στιγμή αποφάσισε να βάλει λίγη ποικιλία στο πρόγραμμά της και έτσι βρέθηκε στην άλλη μεριά του πάγκου απέναντι σε όλους. Έβγαλε τα ακουστικά της και έκλεισε τη μουσική. Πήρε αυστηρό ύφος δένοντας τα χέρια της επιδεικτικά πίσω απο την πλάτη. Ανασήκωσε το πηγούνι της και ξεκίνησε να περπατά αργά μπροστά απο τους πρακτικάριους μάγειρες, προσποιούμενη τον ξινό αγέλαστο σεφ-αρχηγό τους.
  “Η κουζίνα θέλει τρία πράγματα…” είπε βαθαίνοντας τη φωνή της σε μια προσπάθεια να ακουστεί ως ένας άντρας σκληρός επαγγελματίας, με αποτέλεσμα πολλά απο τα παιδιά να χαχανίσουν συγκρατημένα.
  “Μη γελάτε…” τους έκανε παρατήρηση η Αρετή και συνέχισε.
  “Η κουζίνα, όπως προείπα, θέλει τρία πράγματα… Σοβαρότητα… Καθαριότητα και Ταχύτητα… για να μην μείνετε με τα τελευταία γράμματα που δεν σημαίνουν τίποτε άλλο απο –ήττα” ύψωσε στο τέλος τον τόνο της όπως ακιβώς και ο Μάρκος στο καθιερωμένο κύρηγμά του λίγο πριν αποχωρήσει απο την κουζίνα για να αρχίσουν οι πυρετώδεις προετοιμασίες. Και εκεί που καθένας τους πάλευε να συγκρατήσει τα γέλια, ξαφνικά σοβάρεψαν προβληματίζοντας ιδιαίτερα την Αρετή που πρόσεξε την απότομη αλλαγή τους. Κοίταξε όσους είχε σε κοντινή απόσταση και κοφτά γύρισε το κορμί της με σκοπό να λήξει την παράσταση και να επιστρέψει στο πόστο της. Όμως την περίμεναν εκπλήξεις καθώς, τόση ώρα, στο κοινό υπήρχε ένας θεατής που καθόλου δεν διασκέδαζε με το συγκεκριμένο ταλέντο της. Ο Μάρκος με τα χέρια δεμένα στο στήθος την κοιτούσε αυστηρά.
  “Τελειώσατε δεσποινίς;” την ρώτησε μέσα απο τα δόντια.
  “Όχι ακριβώς… με διακόψατε” του αντιγύρισε με αυθάδεια και αφού τον προσπέρασε πήγε στη θέση της βάζοντας ξανά τα ακουστικά στα αφτιά της. Δυνάμωσε τη μουσική και τραγουδούσε αδιαφορώντας για την ύπαρξή του.

-Έχουμε αγάπη μου γίνει όπως η Γη και η Σελήνη
οι δυο καρδιές μας βρεθήκαν σε κοινή τροχιά μες στο σύμπαν.
Έχουμε αγάπη μου γίνει όπως η Γη και η Σελήνη
Δυο ερωτευμένα αστέρια κάπου στ’ουρανού τα λημέρια-

ενώ ταυτόχρονα τακτοποιούσε τα καθαρά πιάτα και κουνιόταν παιχνιδιάρικα. Ο Μάρκος γούρλωσε τα μάτια ακούγοντας τους στίχους αλλά και με την ασέβεια που του έδειχνε μπροστά σε όλους. Φανερά εκνευρισμένος πετάχτηκε στο πλάι της τραβώντας τα καλώδια απο τα αφτιά της. Η Αρετή γύρισε στο μέρος του ξαφνιασμένη και έπειτα έσμιξε τα φρύδια της.
  “Τι; Πες μου τώρα οτι απαγορεύεται να τραγουδάμε, να τρελαθώ” του πέταξε και καλωσόρισε τις φλέβες του, ειδικότερα την βασιλική που είχε τον θρόνο της στο μέτωπό του.
  “Μήπως δε σας αρέσει το τραγούδι κύριε Σιμεωνίδη; Μπορώ να το αλλάξω…έχω πάρα πολλά…να” είπε και αμέσως έβαλε το επόμενο να παίζει απο τα εξωτερικά μικρά ηχεία.

-Όλα γύρω σου γυρίζουν σκέψεις, λέξεις, σχέσεις, όλα…
όλα στα ζητώ στα δίνω, λάθη, πάθη, τρέλα, όλα…-

Τα μεγάλα εκφραστικά της μάτια είχαν βολευτεί στο μυστηριώδες βλέμμα του που τώρα φώναζε μονότονα. Τα γλυκά της χείλη πρόφεραν άηχα τις λέξεις του τραγουδιού σαν να επρόκειτο για στίχους που είχαν γραφτεί εκείνη την ώρα προς τιμήν του. Χαμογελούσε πονηρά ενώ οι υπόλοιποι είχαν γίνει κατακόκκινοι απο την πίεση που ασκούσαν στον εαυτό τους για να μην ξεσπάσουν σε γέλια μέχρι δακρύων.
  “Βγάλε την ποδιά σου και σε δύο λεπτά να είσαι στο γραφείο μου” είπε ο Μάρκος με ανατριχιστική ηρεμία και το ίδιο χαλαρά αποχώρισε.
Οι φίλοι της την περικύκλωσαν αμέσως.
  “Βρε αθεόφοβη, ποιος θα σε σώσει τώρα;… πετάς την ευκαιρία σου στα σκουπίδια. Ο Σιμεωνίδης θα σε τσακίσει. Η αναφορά σου θα είναι παράδειγμα προς αποφυγήν…με περισσότερο κόκκινο παρά μπλε... και η καριέρα σου θα τελειώσει πριν αρχίσει” τόνισε ο Παύλος και όλοι έγνεψαν συμφωνώντας με την παρατήρησή του. Μα, η Αρετή τους δικαιολογούσε καθώς κανείς τους δεν γνώριζε πως αυτό ακριβώς ήθελε βασιζόμενη στο νέο εκτενές σχέδιό της. Τα σχόλια των συναδέρφων της δυσοίωνοι ψίθυροι που δεν είχαν εξουσία πάνω σε εκείνους της καρδιάς της. 
Τους έκλεισε το μάτι, έβγαλε την ποδιά της και με το κεφάλι ψηλά ξεκίνησε για το γραφείο του Μάρκου. Αυτήν τη φορά ούτε που χτύπησε, παρά άνοιξε την πόρτα και μπήκε απευθείας σταματώντας απέναντί του με το έπιπλο ανάμεσά τους να παίζει το ρόλο των χαρακωμάτων στο πεδίο της μάχης. Η εισβολή της ακόμα ένα σφάλμα και αυτός σηκώθηκε όρθιος εξαιτίας της εξωφρενικής συμπεριφοράς της.
  “Αρετή το παρατραβάς”  της είπε δίχως καθυστέρηση και την είδε να πετά τις παλάμες της στο γραφείο του και να γέρνει μπρος.
  “Διώξε με” τον προκάλεσε και αυτός μιμήθηκε τη στάση της. Πρόσωπα αντικριστά και ματιές στεφανωμένες με φως.
  “Πρόσεχε τι εύχεσαι” ανταπάντησε ο Μάρκος
  “Και εσύ πρόσεχε μην έρθεις πιο κοντά γιατί θα σε φιλήσω ξανά” του δήλωσε διαταράσσοντας το είναι του. Το κορμί του ίσιωσε ασυναίσθησα και κάτι που έμοιαζε με θυμό έριχνε τις σκιές του στο πρόσωπό του. Εκείνη χαμογέλασε απογοητευμένα ρίχνοντας το κεφάλι της χαμηλά πριν πάρει την ίδια στάση. Είχε καταφέρει να τον πετάξει σε μια αίσθηση χαοτική σαν κατάρα που πάντα θα τον ακολουθούσε απο δω και στο εξής.
  “Τι  δεν κατάλαβες απ’όσα σου είπα χτες;” την ρώτησε.
  “Όσα δεν είπες” αντιγύρισε και ο Μάρκος άρχισε να αντιλαμβάνεται την αξία του αντιπάλου του.
  “Πολύ καλά… θα στα δείξω τότε” απάντησε και κάνοντας το γύρω του γραφείου του σταμάτησε στο πλάι της.
  “Απο σήμερα και μέχρι να βάλεις μυαλό… βγαίνεις σε άδεια” συνέχισε και η καρδιά της έχασε μια σημαντική σειρά απο παλμούς. Έσφιξε τα δόντια και έκλεισε απαλά τα βλέφαρα. Τα όπλα του την υποτιμούσαν. Τα χέρια στηρίχθηκαν στη μέση και το κορμί της έστριψε μπροστά του. Η παρουσία του μια λοφοπλαγιά δύσκολη να την ανέβει και παρά την κούρασή, έφτασε στην κορυφή της.
  “Και τι νομίζεις οτι είναι ο έρωτας; Επαγγελματική κάρτα που, αν δε χτυπά τις εργατοώρες, ακυρώνεται; Η αγάπη μου για τη μαγειρική είναι το καλύτερο χαρτί που έχεις εναντίον μου και εσύ το καις τόσο γρήγορα…” είπε η Αρετή και πέταξε τα καλούπια τής αθώας αποκαλύπτοντας στον αγέρωχο άντρα την πραγματική ηλικία του μυαλού και της καρδιάς της.
  “Μια αληθινή γυναίκα ξέρει πότε να φεύγει με το κεφάλι ψηλά. Έχει την ωριμότητα να διαχειρίζεται την απόρριψη με αξιοπρέπεια χωρίς να γίνεται γελοία. Δεν καταστρέφει το μέλλον της για έναν μονόπλευρο έρωτα... για ένα πείσμα” δήλωσε σκληρά εκείνος και η κοπέλα απέσυρε τα μάτια της απο πάνω του για λίγο, τόσο όσο χρειαζόταν να επεξεργαστεί στα γρήγορα τις προσβολές του για να επιστρέψει ακόμα πιο δυναμικά. Τον κοίταξε πάλι άφοβα και με ένα μικρό κοφτό βήμα τα κορμιά τους ίσα που είχαν μια χαραμάδα χώρο ν’ ανασαίνουν.
  “Ώστε είμαι γελοία στα μάτια σου… φταίει που στο χωριό σου χώνεται το κεφάλι στο χώμα… έτσι, και δε βλέπετε καθαρά και νομίζετε πως δε σας βλέπουν. Κοίτα με…το δικό μου είναι ακόμα ψηλά…” του δήλωσε δείχνοντας έντονα με το δάχτυλο το πρόσωπό της.
  “…γιατί μια αληθινή γυναίκα εκεί το κρατάει ακόμα και στα δύσκολα… Δε με ξεγελάς, ίσως θα έπρεπε να ξαναμελετήσεις τις γνωριμίες σου και για να γίνω πιο ξεκάθαρη…αφού το θέλετε κύριε Σιμεωνίδη θα βγω σε άδεια αλλά να μη με περιμένετε νωρίς” είπε σουφρώνοντας τα χείλη της. 
Ο Μάρκος κούνησε το κεφάλι του και άπλωσε το ένα του χέρι απο τη μεριά του γραφείου σηκώνοντας το ακουστικό του τηλεφώνου. Πληκτρολόγησε έναν αριθμό και το τοποθέτησε στο αφτί του έχοντας το βλέμμα του στο όμορφο πρόσωπό της.  Σύντομα η Αρετή τον άκουσε να μιλά.
  “Ελισάβετ, το βράδυ σε περιμένω στο μαγαζί να φάμε μαζί… μου έλειψες μωρό μου και θέλω να σε δω”
Η ενδιαφερόμενη φάνηκε να δέχεται αμέσως την πρόσκληση του και μια πληγή βαθιά άνοιξε στην καρδιά της Αρετούλας που μίκρυνε ξανά μπροστά του.  Πίεσε τα χείλη της κοιτώντας τα μάτια του, ενώ τα δικά της έγιναν υγρά αυτοστιγμεί. Έλαμπαν σαν τ’ ασημένια νερά μιας λίμνης κάτω απο τη νυχτιά. Ξεφύσησε παρατεταμένα θέλοντας να απαλλαγεί απο το άσχημο συναίσθημα και έπειτα του χαμογέλασε.
  “Καλή διασκέδαση” ευχήθηκε και γυρνώντας την πλάτη της πάλεψε για να φτάσει ως την πόρτα. Κοντοστάθηκε πριν την ανοίξει στρέφοντας το πρόσωπο πάνω απο τον ώμο.
  “Μπορώ τουλάχιστον να δουλέψω απόψε;” τον ρώτησε με παράπονο.
  “Μόνο γι’ απόψε” της απάντησε και η κοπέλα πήρε τα τσακισμένα φτερά των ονείρων της μακριά απο εκείνον.
Ο Μάρκος άφησε τον εαυτό του ελεύθερο και έριξε το εξαντλημένο κορμί του πάνω απο το γραφείο με τα δυο του χέρια να το συγκρατούν.
  “Τι έκανες γαμώτο; Τι έκανες Αρετή;” μουρμούρισε, μα το ξέσπασμά του δεν άργησε, αφού τα δυνατά του άκρα όρμηξαν σε οτιδήποτε άψυχο υπήρχε μπροστά του. Αυτό που βίωνε πρωτόγνωρο και ανεξέλεγκτο. Η μικρή διάβαζε τα ανείπωτα λόγια που αυτός έκρυβε ανάμεσα στις προσβολές και τα βλέμματά του. Όσα έρρεαν στις φλέβες του και μπαινόβγαιναν στην καρδιά του. Η έλξη του για κείνη σκέτη κόλαση και αυτός να παλεύει με τις φλόγες. Ισορροπούσε σε τεντωμένο σχοινί και σε κάθε του κίνηση κινδύνευε να γκρεμοτσακιστεί.
  “Σύνελθε” συμβούλεψε τον εαυτό του κρατώντας το κεφάλι του.
  “Δεν είναι παρά μια εικοσιπεντάχρονη που δεν έχει καμιά δουλειά μαζί σου. Σύνελθε” μονολογούσε μα τα λόγια δεν είχαν την επιρροή που έπρεπε μέσα του. 
 “Μετά απο καιρό θα της περάσει” επέμενε βρίσκοντας ένα σωρό δικαιολογίες για να κρατηθεί.

  Η Αρετή χέρι χέρι με την λύπη της μπήκε στην κουζίνα ανακοινώνοντας την ιδιαίτερη καλεσμένη του Σεφ και συμπλήρωσε,
  “Το μενού τους θέλει να το ετοιμάσω εγώ”

Σε κανέναν δεν φάνηκε τόσο περίεργη αυτή η επιλογή, καθώς αρκετές φορές ο Μάρκος είχε αναθέσει παρόμοια πρότζεκτ σε κάποιον απο τους νέους και έτσι η κοπέλα θα μαγεύρευε βάζοντας στις συνταγές όσα ένιωθε. 
Θυμό, φωτιά και πίκρα! 
Τρία πιάτα ακριβώς… ορεκτικό, κυρίως και επιδόρπιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.