Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.5

-5-
  “Δεν κατάλαβες;” πέταξε η Αρετή με περίσσεια αυτοπεποίθηση. 
Ο Μάρκος δεν πίστευε μήτε στα αφτιά του αλλά μήτε και στο πόσο εύκολα ο ίδιος παρασύρθηκε. Ξάφνου, κινήθηκε επιθετικά εναντίον της, τόσο που την ανάγκασε να οπισθοχωρήσει σταματώντας στο πρώτο επιπλάκι που έπεσε πάνω.
  “Κανείς δεν σου είπε πως στον χώρο αυτόν δεν ανεβαίνεις ποτέ ανοίγοντας τα πόδια σου;” τη ρώτησε εξαγριωμένος έχοντας το σώμα του σκυφτό μπρος της. Εκείνη έμεινε άναυδη απο τη δήλωσή του και ένιωσε χίλιες μικρές, αλλά άξιες για πόνο, βελόνες να τρυπούν την καρδιά της.
  “Τι;…εγώ…εγώ…” ψέλλισε δίχως να καταφέρνει να εκφραστεί όπως έπρεπε ώστε να υπερασπιστεί τον εαυτό της.
  “Εσύ τι Αρετή; ΤΙ;” της φώναξε και ο απίστευτος θυμός του τόσο παράλογα την καταπλάκωνε που εκείνη δεν άντεχε το βάρος και τη δύναμή του.
  “Νομίζεις πως… πως το έκανα για να κερδίσω την εύνοιά σου;” τελικά οι λέξεις της έκαναν τη χάρη και βγήκαν απο τα χείλη στη σωστή σειρά.
Ο Μάρκος ίσιωσε το κορμί του και αφού έβαλε τα χέρια στη μέση αυτό παραφούσκωσε λες και τόσο καιρό όλους τους μυες του τους έκρυβε περίτεχνα κάτω απο τα ρούχα.
  “Όχι; Γι αυτό νωρίτερα δε φίλαγες τον Παύλο, Αρετή; Για να έχεις τουλάχιστον έναν υποστηρικτή; Έναν σύμμαχο σ’ αυτήν την κουζίνα; Γι αυτό δεν έκανες το ίδιο και τώρα μαζί μου; Για μια καλύτερη αναφορά και λιγότερο χρόνο στη λάντζα;” ρωτούσε με τόση σιγουριά που καμιά δικαιολογία της δεν θα τον έπειθε για το αντίθετο. Ενώ τόση ώρα η κοπέλα γινόταν ένας αντάρτης υπερ του δίκιου της, τώρα τα λόγια του είχαν εξαλείψει κάθε ίχνος οργής. Έσκυψε το κεφάλι λυπημένη.
  “Πως ξέρεις…;” απόρησε για την λεπτομερή πληροφόρησή του και τον έκανε να γελάσει περιπαικτικά.
  “Δεν κρύφτηκες κιόλας” απάντησε ειρωνικά και τα βουρκωμένα μάτια της τον κοίταξαν. Όχι πως γέμιζαν τόσο απο τη στεναχώρια, μα περισσότερο απο το άδικο και την αμφισβήτηση της καρδιάς της, που με δική της πρωτοβουλία ερμήνευσε το σώμα να αποκαλυφθεί.
Η Αρετή, όμως, πηγαινοερχόταν στα συναισθήματα. Ήταν θηλυκό θερμόαιμο που έκανε φασαρία απο μικρό παιδί και ο άτιμος ο έρωτας τώρα την προκαλούσε μπαίνοντας μέσα της απρόσμενα. Η στρεβλή εικόνα που είχε για εκείνη την τσάκιζε περισσότερο απ’όλα και ενώ η έκφραση πείσματος είχε καταλαγιάσει, μα η ίδια βρισκόταν όχι λιγότερο εν συγχύσει, τον πλησίασε σταματώντας ελάχιστα μακριά του.
  “Διώξε με και δες” του είπε χαμηλόφωνα με τα μάτια της να τον φυλακίζουν. Καρφωμένα στο βυθό του έψαχνε τα μέσα του και αυτός ένιωσε εκτεθειμένος.
  “Δεν χρειάζομαι άλλες αποδείξεις” της απάντησε και ένα πλατύ χαμόγελο τον ξάφνιασε.
  “Σε θέλω και τα αισθήματά μου είναι αληθινά …οι πράξεις μου δεν οδηγούνται απο σχέδια και δεύτερες σκέψεις όπως νομίζεις. Καιρό τώρα… κοιτάζω τα χείλη και τα μάτια σου…τα χέρια σου και κάθε λεπτομέρεια πάνω σου. Σε θέλω…είμαι ερωτευμένη και στον τόπο μου…τα πόδια τ’ ανοίγει η καρδιά και όχι η φιλοδοξία” του είπε νιώθοντας την ανάσα του σαν αγρίμι να ορμά κατά πάνω της.
Ο Μάρκος πλησίασε το πρόσωπό του πλάι στο δικό της. Εκείνη να ανατριχιάζει και αυτός να μεθά απο το άρωμα του κορμιού της.
  “Εγώ όμως δε σε θέλω… δεν σου έδωσα κανένα δικαίωμα και εδώ ήρθα με πρόθεση να αποσπάσω την αλήθεια για να διορθώσω το άδικο που τόσο πολύ μάχεσαι υπέρ του… δεν καταλαβαίνω πως πίστεψες οτι η σχέση μας θα μπορούσε να έχει οπποιαδήποτε μορφή εκτός απο επαγγελματική… μην τολμήσεις ξανά να παραφερθείς γιατί δε θα είμαι καλός μαζί σου. Όσο πιο μακριά μου τόσο πιο πολλές οι ελπίδες σου να πετύχεις, έστω και το ελάχιστο, στην καριέρα σου. Όσο πιο μακριά μου τόσο πιο εύκολο θα σου είναι να περισώσεις λίγη αξιοπρέπεια και να με κάνεις να ξεχάσω την απαράδεκτη συμπεριφορά και το ψέμα σου. Αφοσιώσου στη δουλειά Αρετή και να θυμάσαι πως καμιά φορά το να προσφέρεις βοήθεια σε κάποιον, περισσότερο κακό του κάνεις παρά καλό” της είπε και αφού απομακρύνθηκε βάδισε ως την πόρτα της ενώ εκείνη έστεκε ριζωμένη στην ίδια πάντα θέση. 
Ο ορθολογισμός του είχε υπερισχύσει και ενώ ήθελε να γυρίσει να την κοιτάξει έστω για λίγο, τελικά άνοιξε και έφυγε. Μόνος στο διάδρομο, κοντοστάθηκε σφίγγοντας τα δόντια και τις γροθιές του. Είχε ανάγκη απο ένα ποτό και πηγαίνοντας στη μηχανή του έβγαλε το κινητό καλώντας τον κατάλληλο άνθρωπο.
  “Σε μισή ώρα στο γνωστό” είπε όταν έλαβε απάντηση απο την άλλη γραμμή και ξεκίνησε σαν τρελός.
Ο Μάρκος στηριζόταν στο μπαρ και με κεφάλι σκυφτό κοιτούσε το περιεχόμενο του ποτηριού του. Το έφερνε βόλτες και παρατηρούσε τα δάκρυα που δημιουργούνταν στο γυαλί μέχρι που ο άνθρωπός του κόλλησε δίπλα του χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη.
  “Τι έγινε ρε φίλε και το ρίχνεις έξω; Δεν με έχεις συνηθίσει σε τέτοιες εκπλήξεις” ρώτησε ο Δημήτρης κάνοντας ταυτόχρονα νόημα στον μπάρμαν.
  “Γι αυτό σε φώναξα. Για να μου πεις εσύ τι συμβαίνει” απάντησε και γύρισε απέναντι του. 
Και αφού παρέα με τα ποτά τους εκείνος του αφηγήθηκε τα γεγονότα του τελευταίου μήνα της ζωής του στο εστιατόριο, ο Δημήτρης ανασήκωσε τα φρύδια και κατάπιε το ουίσκι του με μιας. Παρήγγειλε ακόμα ένα και έκανε την πρώτη του ερώτηση
  “Πόσο είναι;”
Ο Μάρκος γέλασε κοροιδεύοντας, στην πραγματικότητα, τον εαυτό του.
  “Εικοσιπέντε” απάντησε βλέποντας τον φίλο του να μένει στήλη άλατος.
  “Τώρα με έκανες να νιώσω ακόμα καλύτερα” σχολίασε ορμόμενος απο την αντίδραση που τον έφερνε σε δύσκολη θέση.
  “Δεν είχα τέτοια πρόθεση. Το αντίθετο μάλιστα… σκατά ήθελα να νιώσεις. Ρε, μιλάμε για δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια απόσταση. Αυτή είναι μικρή και αθώα…μωρό μπροστά σου” τόνισε ο Δημήτρης. Ο Μάρκος έστριψε ολόκληρος στο μπαρ και χασκογέλασε σκεπτόμενος την Αρετή.
  “Μικρή κι αθώα” επανέλαβε σαν να επιθυμούσε αυτές οι λέξεις να ριζώσουν στο νου του. Ο φίλος του επεξεργάστηκε το πρόσωπο του παρατηρώντας τα χαρακτηριστικά να αλλοιώνονται με τέτοια ταχύτητα που βεβαιώθηκε οτι οι σκέψεις του είχαν επιθετικές τάσεις και τον κατακτούσαν.
  “Τότε γιατί είμαστε εδώ;” αναρωτήθηκε με σκοπό και ο Μάρκος έστριψε το σκαιό πρόσωπό του σε εκείνον.
Τα λόγια σεργιάνιζαν στο στόμα του. Κουβέντες που δεν είχε ξαναπει και τώρα αυτές σαν θύελες έψαχναν την έξοδο στον κόσμο για να σαρώσουν κάθε άπιστο και προδότη, ξεκινώντας απο τον ίδιο που τόσα χρόνια έπαιζε τον έρωτα σαν δεύτερο ρόλο. Αγόραζε το συναίσθημα και το σφράγιζε με ημερομηνία λήξης. Διασκέδαζε και έφευγε απο το πάρτυ πρώτος. Όχι γιατί η καρδιά του δεν είχε χώρο, αλλά η ζωή του είχε αυστηρά περιθώρια. Οι κανόνες τον είχαν ρουφήξει και ο δρόμος της επιτυχίας τον δίδαξε να αγαπά τη μοναχικότητα του. Δεν έπρεπε να λοξοδρομίσει. Δεν έπρεπε να εγκαταλείψει την κορυφή και τις απαιτήσεις της. Είχε δουλέψει σκληρά και μετά απο χρόνια μόνο αυτό ήξερε να κάνει… νιώθοντας οτι ήταν αυτό που τον κάλυπτε. Αυτό που τον ικανοποιούσε. Οι γυναίκες δίπλα του έμοιαζαν με τις γαρνιτούρες που έβαζε στα πιάτα του για να δίνουν λίγο χρώμα στα, κατα τα άλλα, νόστιμα φιλέτα του. Ήταν μαζί τους προσεκτικός και κύριος. Ήξερε ακριβώς πως να τις ικανοποιεί. Τις άγγιζε απαλά στη μέση πιέζοντας ελάχιστα τα δάχτυλά του καθοδηγώντας τες. Τους άνοιγε τις πόρτες των μαγαζιών και τραβούσε τις καρέκλες για να καθίσουν. Τους έκανε κοπλιμέντα σε συγκεκριμένες δόσεις μη φτάνοντας ποτέ την υπερβολή αποφεύγοντας έτσι να γίνει γραφικός. Τις κοιτούσε άφοβα στα μάτια και φρόντιζε να μην τους χαλά κανένα χατήρι. Πρόσφερε το μπράτσο του για στήριξη και γινόταν προστατευτικός όταν τις ένιωθε να το επιθυμούν. Όμως οι παλμοί της καρδιάς του είχαν πάντα τον ίδιο ρυθμό. Σταθερό και ήρεμο. Καμιά έκρηξη, καμιά έκπληξη, καμιά ένταση. Ήθελε… πραγματικά ήθελε να ακούσει την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Ήθελε… πραγματικά ήθελε να κάψει το φαγητό γιατί η σκέψη του θα τον ταξίδευε σε ένα πρόσωπο. Ήθελε… πραγματικά ήθελε να βιάζεται να το αντικρίσει. Ήθελε… πραγματικά ήθελε λίγο απο αλάτι και λίγο απο πιπέρι. Ήθελε… πραγματικά ήθελε να χάσει τα λογικά του και να θυμηθεί τον νεαρό που ρίσκαρε και έτρεχε δίχως να τον νοιάζει που θα έφτανε. Ήθελε… πραγματικά ήθελε να κοιτά ένα ζευγάρι μάτια και να χάνεται μέσα τους. Ήθελε… πραγματικά ήθελε να ερωτευτεί, ήθελε.
  “Ξέρεις ρε φίλε… προσπαθώ να θυμηθώ μία γυναίκα… μόνο μία που μου είπε πως με θέλει χωρίς να είναι στο κρεβάτι μαζί μου. Μία που να έχει σταθεί απέναντί μου και κοιτώντας με στα μάτια να εξομολογήθηκε τον έρωτά της δίχως να φοβηθεί. Προσπαθώ να θυμηθώ ρε φίλε κάποια που έπεσε στην αγκαλιά μου και δεν την ένοιαξε η αντίδρασή μου. Έτσι αυθόρμητα, αθώα. Να με αιφνιδιάσει, να με παρασύρει. Προσπαθώ να θυμηθώ ένα θηλυκό που να παρατήρησε τα χείλη μου, τα χέρια ή μια λεπτομέρεια πάνω μου. Κάποια που να έμεινε σπίτι ξαπλωμένη στην αγκαλιά μου. Έτσι απλά. Χωρίς μεγαλεία και πανάκριβες εξόδους. Απλώς μέσα στην αγκαλιά μου, αμίλητη να ονειροπολεί δίπλα μου. Μα το κυριότερο, παλεύω να σκεφτώ ποια απ’όλες αυτές δάκρυσε όταν την χώρισα. Προσπαθώ ρε φίλε. Προσπαθώ να βρω μόνο μία γυναίκα που έλεγε ακριβώς όσα σκεφτόταν… τίμια, καθαρά και άφοβα. Μία που έπραττε χωρίς υπολογισμούς και σχέδια. Προσπαθώ ρε φίλε … αλλά καμιά δε θυμάμαι” δήλωσε και μια πίκρα στάλαξε στο λαιμό του αναγκάζοντάς τον να πιει για να την σβήσει.
  “Συνέχισε” τον προέτρεψε ο Δημήτρης έχοντας μπει για τα καλά στο νόημα των λόγων του και ήταν εκεί ως καλός ακροατής μα και, αν χρειαζόταν, ως η συνείδηση του φίλου του.
  “Διεκδίκησε το φιλί λες και αυτό θα της έσωζε τη ζωή. Και έπειτα μ άφησε… μ’άφησε να το πάρω όπως εγώ ήθελα. Το σώμα της μίκρυνε στα χέρια μου, λες και έλιωνε όσο την κρατούσα… λες και αυθόρμητα αποκτούσε το σχήμα που έπρεπε για να χωρέσει μέσα μου. Τα χέρια της έκαιγαν το λαιμό μου και η φλόγα ανέβαζε τους παλμούς μου. Πρώτη φορά ρε φίλε χτύπησε έτσι” είπε και σταμάτησε να πάρει ανάσα καθώς η καρδιά του αντιδρούσε σε όσα αποκάλυπταν τα χείλη του.
  “Την έδιωξα… την έσπρωξα και ήταν οτι πιο δύσκολο έχω κάνει. Την πρόσβαλα… μα αυτό δεν ήταν ικανό για να τα παρατήσει. Έλεγε όσα ένιωθε γεμίζοντας απο τις λέξεις και το νόημά τους. Ζωντάνευαν μπρος στα μάτια μου τα λόγια της. Θύμωνα γιατί την πίστευα. Πως κατάφερε να με κάνει να την πιστέψω;” αναρωτήθηκε πιέζοντας τη γροθιά του στο στόμα. Έπειτα χαμογέλασα αμυδρά.
  “Πόσο αυθόρμητη είναι Θεέ μου. Ζωηρή… ένα σκανταλιάρικο παιδί μα ταλαντούχο, ευαίσθητο και έξυπνο. Καμιά φορά μιλάει πολύ αλλά είναι τόσο απολαυστική. Άλλες πάλι παίρνει ύφος παραπονιάρικο και χαμηλώνει το βλέμμα. Ενώ τις περισσότερες σιγοτραγουδάει δουλεύοντας άψογα. Κάνει λάθη μα συνεχίζει. Είναι αξιοθαύμαστο πλάσμα, καταλαβαίνεις; Είναι η παραπλανητική πινακίδα στον σωστό δρόμο μου αλλά τα δεκαεφτά χρόνια είναι πάρα πολλά για να την ακολουθήσω. Τι ατυχία” είπε κοιτώντας τον φίλο του με μάτια που παρακαλούσαν για ένα νεύμα παρότρυνσης. Ένα νόημα που θα του φώναζε κάντο και μη σε νοιάζει.
  “Άκου Μάρκο. Σε ξέρω τόσα χρόνια και έζησα πλάι σου όλες τις μεταβατικές φάσεις της ζωής σου. Όλους τους αγώνες σου. Αυτό το κορίτσι μοιάζει με το διάλειμμα που έχεις ανάγκη μετά απο μια κουραστική μέρα. Μοιάζει με την περιπέτεια που λείπει απο την ρουτίνα σου. Μοιάζει με παιδική ανάμνηση που νιώθεις οτι σου δίνεται η ευκαιρία να τη ζήσεις για δεύτερη φορά. Σου θυμίζει τον εαυτό που έμεινε πίσω. Σκέψου μόνο αν αποφασίσεις να αφεθείς τι θα συμβεί μόλις, μετά απο λίγο καιρό, συνειδητοποιήσεις πως το νεαρο της ηλικίας της δεν συμβαδίζει με τα θέλω σου και θα πρέπει να φύγεις. Σε βλέπει σαν Θεό για πολλούς λόγους. Θες η ηλικία σου που συνοδεύεται απο εμπειρία και την ιντριγκάρει; Θες το όνομά σου που στα μάτια της φαντάζει σπουδαίο; Θες ο ρόλος που έχεις απέναντί της αυτή τη στιγμή; Θες γιατί ο έρωτας σε τέτοιες ηλικίες καραδοκεί σε κάθε γωνιά; Για πολλούς λόγους φίλε που θυμίζουν παραφουσκωμένο μπαλόνι και στην πολυκαιρία θα σκάσει” του είπε χτυπώντας ελαφρά το μπράτσο του.
  “Έχεις δίκιο” συμφώνησε ο Μάρκος ευχόμενος αυτό να είναι αλήθεια. Παρακαλώντας οι παλμοί της καρδιάς να ήταν ένας λανθασμένος συναγερμός. Ελπίζοντας ο φίλος του να βλέπει πιο καθαρά… να βλέπει την αλήθεια και ο ίδιος απλώς να παρασύρθηκε απο την ανάγκη του για αυτό το διάλειμμα που χρειάζεται.
  “Άνοιξε τον κατάλογό σου φίλε και ίδρωσε πάνω απο κανένα γυναικείο κορμί να δεις για πότε θα τα ξεχάσεις όλα. Σκάσε το μπαλονι μια ώρα αρχίτερα” τον συμβούλεψε και οι δυο διάλεξαν την σιωπή για το υπόλοιπο της βραδιάς.

  Στην άλλη πλευρά της πόλης ένα κορίτσι δεν κουνιόταν απο τη θέση του. Σεβόταν την καρδιά του που χτυπούσε δυνατά και την περίμενε να γαληνέψει. Έκανε υπομονή με τα τελευταία της δάκρυα που το έσκαγαν αδειάζοντας τα μάτια της και περίμενε τα λόγια να απομακρυνθούν απο το νου της. Όχι πως θα τα ξεχνούσε, αλλά θα τα θυμόταν όταν έπρεπε. Τελικά κατάφερε να σαλέψει μια στάλα και έπιασε το ακουστικό του τηλεφώνου που βρισκόταν στο μικρό της γραφειάκι. Κάλεσε τον κατάλληλο άνθρωπο και όταν απάντησε στην άλλη γραμμή, η Αρετή ρώτησε
  “Μπαμπά, αν άγνωστα νερά είχες μπροστά σου και δίπλα αυτά που ξέρεις… ποιά θάλασσα θα διάλεγες;”
  “Την άγνωστη κόρη μου”
  “Μπαμπά, αν γνωριζες τη διαδρομή που θα σε οδηγούσε τα όνειρά σου να πραγματοποιήσεις μα πλάι ένας δρόμος σε γέμιζε λαχτάρα να τον διαβείς το άγνωστο του να ανακαλύψεις… ποιο μονοπάτι θα διάλεγες;”
  “Το άγνωστο κόρη μου”
  “Μπαμπά, αν το μυαλό φώναζε ενώ η καρδιά σιγομιλούσε… ποια λόγια θα άκουγες;”
  “Τα ψιθυριστά κόρη μου”
  “Γιατί μπαμπά;”
  “Γιατί κόρη μου ο άγνωστος ωκεανός μοιάζει σαν τον ύπνο με χίλια όνειρα. Γιατί συνήθως ο άνθρωπος συναντά το πεπρωμένο του στο μονοπάτι που αρχικά σκέφτηκε να αποφύγει και γιατί η καρδιά κόρη μου όσο σιγά και να μιλά πάντα λέει –δοκίμασε-“ της απάντησε.

“Καληνύχτα μπαμπά” είπε η Αρετή και το έκλεισε.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.