Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.4

-4-
  Η Αρετή, μπαίνοντας ξανά στην κουζίνα μαζί με τον Παύλο, βρήκε την Κατερίνα μπροστά της να της φράζει το δρόμο.
  “Γιατί με σταμάτησες;” την ρώτησε και εκείνη χαμογέλασε αγγίζοντας το μάγουλο της κοπέλας.
  “Ήταν επιλογή μου να σε σώσω Κατερίνα. Δεν με πιέσε κανείς, δεν με υποχρέωσε. Το έκανα γιατί το ήθελα και όταν προσφέρεις οποιαδήποτε βοήθεια οφείλεις να την κρατήσεις για τον εαυτό σου. Το γνώριζα πως ρισκάρω…” απάντησε.
  “Ναι, αλλά στην πραγματικότητα εσύ είσαι η κερδισμένη. Το γλυκό σου βγήκε πρώτο και δεν μπορώ εγώ να πάρω τα εύσημα” εξήγησε σε άλλη μια προσπάθεια να την πείσει για την αποκάλυψη της αλήθειας.
  “Όχι. Δεν ξεκίνησα το γλυκό απο την αρχή. Απλώς συνέχισα την καλή δουλειά που είχες ήδη κάνει. Τα εύσημα σου ανήκουν Κατερίνα και φρόντισε να εκμεταλλευτείς τις ευκαιρίες. Έτσι θα νιώσω πως η βοήθειά μου άξιζε και ας πλένω πιάτα!” δήλωσε και έφυγε.

  Κι αυτό το βράδυ, η Αρετή περπάτησε ως το σπίτι της και μάλιστα η διαδρομή της φάνηκε σύντομη. Είχε ανάγκη απο άλλο τόσο δρόμο κάτω απο τον έναστρο ήσυχο ουρανό αλλά και πλάι στη ζωηρή πόλη. Παραδόξως χαμογελούσε στα πολλά χρωματιστά φώτα που στόλιζαν τα μουντά κτήρια και χαιρόταν με τους ανθρώπους που έτρεχαν όμορφοι, καλοντυμένοι και αρωματισμένοι. Όλοι είχαν κάπου να πάνε. Όλοι είχαν κάτι να κάνουν αφήνοντας πίσω τους μια κουραστική και αγχωτική μέρα.
Έφτασε στο διαμερισμά της και επέτρεψε στην τσάντα της να κυλήσει απο τον ώμο και να σωριαστεί στο πάτωμα. Έσυρε τα πόδια της οδηγώντας το σώμα στο μικρό της δωμάτιο και αφού απαλλάχθηκε απο τα ρούχα μπήκε στο μπάνιο. Ήθελε να θυμηθεί λίγο απο την αίσθηση της θάλασσας και έτσι γέμισε την μπανιέρα και έγινε ένα με το νερό. Ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια. Βρέθηκε στην τράτα του πατέρα της και ένιωσε τον άνεμο να παίζει με τα μαλλιά της, να χτυπά το πρόσωπό της και η μυρωδιά του πελάγου έκανε την καρδιά να φτερουγίζει ελεύθερη ξανά. Είδε το μπλε να αλλάζει και χασκογέλασε με τα κόλπα ενός δελφινιού που έτρεχε πλάι στο σκαρί τους. Άνοιξε τα χέρια της στον κόσμο και ανατρίχιασε με την ευτυχία που δεν χωρούσε ολάκερη μέσα της. Στον τόπο της τ’ άδικο δεν είχε θέση, μήτε και η βοήθεια ήθελε τόσο κόπο. Η ίδια, τώρα, αισθανόταν κουρασμένη. Τ’όνειρό της θόλωνε στο νου, κρυβόταν μέσα στα σύννεφα και οι φορές που αυτή το έχανε κρατούσε την ανάσα της μέχρι να το δει ξανά, και αν αυτό δεν συνέβαινε, τότε θα χανόταν μαζί του. 
Η μορφή τού πατέρα της, την κατάλληλη πάντα στιγμή, την συνέφερε και το χαμογελό του της θύμησε ποια ήταν.
-Η αλήθεια κόρη μου είναι όπλο… πότε κόβει βαθιά και πότε σώζει. Μη φοβηθείς τίποτε απο τα δύο. Πολέμα κόρη μου… πολέμα χωρίς να χάσεις τη φωνή σου και δίχως να ξεχάσεις την καρδιά σου. Πολέμα σαν την τράτα μας στα κύματα. Πολέμα για τα όνειρά σου που μοιάζουν με τα δελφίνια π’αγαπάς. Τρέχουν τα όνειρα κόρη μου. Πότε χάνονται στους βυθούς και πότε παίζουν στην επιφάνεια ξανά…μα ακόμα και όταν εσύ δεν τα βλέπεις αυτά είναι πάντα εκεί…στο πλάι σου κόρη μου…σε συνοδεύουν… τα όνειρα σε προσέχουν Αρετή. Πολέμα τα κύματα κόρη μου –
Τα λόγια του κυρ-Παναγιώτη με τα μαζεμένα μπατζάκια και το ψάθινο καπέλο δεν ήταν μαθημένα απο το σχολειό αλλά απο την κυρά δασκάλα τη ζωή. Στη κόρη του πολλά δεν μπόρεσε να μάθει μα όσα λίγα ήξερε τα χάρισε στο παιδί του μ’ αγάπη. Και κάθε που η Αρετή τον σκεπτόταν φούσκωνε απο περηφάνια που ένας φτωχός ψαράς σαν εκείνον καιγόταν στον ήλιο και την αλμύρα για τα δικά της όνειρα. Δεν θα τον πρόδιδε. Όχι, αυτό το δώρο στο πατέρα της δε θα το έκανε.
Πετάχτηκε έξω απο το νερό και αφού σκουπίστηκε φόρεσε ένα εσώρουχο και μια ξεχειλωμένη μακριά φανέλα. Η πολυθρόνα της την περίμενε και πάνω της θα σκεπτόταν τον αγώνα που είχε μπροστά της ενισχύοντας τον εαυτό της με δύναμη και αντοχές.

  Πίσω στο εστιατόριο, ο Μάρκος είχε κλειστεί στο γραφείο του και δεν δέχθηκε να μιλήσει στους συνεργάτες του όταν αυτοί το ζήτησαν. Τους έδιωξε και κάθησε μόνος στο μεγάλο τραπέζι απέναντι απο την οθόνη που κρεμόταν στον τοίχο. Στριφογύρναγε το τηλεχειριστήριο στο χέρι του ώσπου πάτησε το κουμπί και ξεκίνησε την προβολή της καταγραφής απο την αρχή της βραδιάς. Δεν πήρε τα μάτια του λεπτό απο όσα συνέβαιναν και ασυναίσθητα σηκώθηκε όρθιος πλησιάζοντας κοντά. Με το πρόσωπο απέναντι απο την οθόνη και το βλέμμα του στο χαμόγελο της Αρετής, την χάζευε. Δούλευε γεμάτη λατρεία και μια ευτυχία ανεξήγητη. Αυστηρά συντονισμένη και αποφασισμένη γι'αυτό που έκανε, δεν είχε σχέσεις με το άγχος, το αντίθετο, απολάμβανε την πρόκληση καθώς οι υπόλοιποι έτρεχαν πίσω απο τη διαδικασία αντί να την οδηγούν όπως εκείνη. Μέχρι που αντίκρυσε τον πανικό της Κατερίνας και την κοπέλα να αναλαμβάνει δράση σώζοντας τη συνάδερφό της. Εκείνη τη στιγμή τα μάτια του Μάρκου άστραψαν και το στήθος του φουρτούνιασε. Έκλεισε την τηλεόραση και ακουμπώντας τις παλάμες στο γραφείο μπρος του έγειρε το κορμί του σκύβοντας το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του.
  “Τι θα κάνω μαζί σου γαμώτο;” μονολόγησε ρωτώντας τον εαυτό του χωρίς να έχει πρόχειρη απάντηση να δώσει. 
  Δίχως να χάσει άλλο χρόνο άνοιξε το πρώτο συρτάρι και έβγαλε τους φακέλους των νέων. Βρήκε τον δικό της και ξεφυλλίζοντάς τον σταμάτησε στην διεύθυνση κατοικίας που είχε δηλώσει εκείνη. Μια πληροφορία που θα την εκμεταλλευόταν καταπατώντας τις αρχές του για να της δώσει μια τελευταία ευκαιρία. Υπήρχε κάτι σ' αυτό το κορίτσι που του φώναζε πως ήταν η εξαίρεση και άξιζε να σπάσει τους κανόνες του. Αυτή η σπίθα στο βλέμμα της μα και η διαφορετικότητα της προσωπικότητάς της. Ένα μήνα τώρα παρακολουθούσε την αγωνιστικότητά της και το ξεχωριστό πείσμα της που ενώ απο τη μία πλησίαζε πολλές φορές στην καταστροφή, απο την άλλη οι ικανότητές της θέριζαν τις σοδειές του ταλέντου της.
  Ο Μάρκος έφυγε και διατάζοντας τη μηχανή του να βιαστεί, έφτασε έξω απο το κτήριο που η Αρετή έμενε. Έκατσε στο σβηστό όχημά του για μερικά λεπτά και σήκωσε το κεφάλι του ψηλά κοιτώντας τυχαία ένα απο τα πολλά παράθυρα. Στη συνέχεια το πήρε απόφαση και βρέθηκε στην κεντρική είσοδο. Πάτησε το κουδούνι και περίμενε. 
Η Αρετή ξαφνιάστηκε. Όχι μόνο για την ώρα που κάποιος την είχε επισκεφτεί αλλά δεν υπηρχε κανένας που να γνώριζε το σπίτι της. Άφησε την πολυθρόνα της διστακτικά και πλησίασε το θυροτηλέφωνο. Όταν η κάμερα έδειξε το πρόσωπο του Μάρκου αυτή αναφώνησε σοκαρισμένη ενώ ασυναίσθητα πίεσε το κουμπί ξεκλειδώματος. Κοίταξε γρήγορα το χώρο της και σαν τρελή άρχισε να μαζεύει το χάος αρπάζοντας απο πάτωμα, καρέκλες και καναπέ τα σκόρπια ρούχα της. 
Το χτύπημα του Μάρκου, που έβγαζε ήχο ασάφειας, δεν άργησε να ακουστεί πάνω στην ξύλινη πόρτα και αυτή στάθηκε πίσω της. Όταν τελικά άνοιξε ήταν αργά για να το μετανιώσει. Ο ένας απέναντι απο τον άλλον με εκείνη μέσα στην φαρδιά φανέλα της και τα γυμνά πόδια που ξεχώριζαν σε όλο τους το μεγαλείο καταλήγοντας ξυπόλητα στο παλιακό πάτωμα απο μωσαικό. Τα μαλλιά της πιασμένα πρόχειρα και αυτή να θυμώνει που παρουσιαζόταν έτσι ενώπιον ενός τέτοιου άντρα. 
Λέξη δεν ειπώθηκε και αυτός πέρασε μέσα προσπερνώντας την κοπέλα που ένιωθε το κορμί της βαρύ και ασήκωτο. Έδωσε μάχη για να κλείσει την πόρτα και τον κοιτούσε να εξερευνά το χώρο της με τη πλάτη του γυρισμένη.
  “Αυτό είναι όλο… δεν έχω το υπόλοιπο κάπου κρυμμένο” του είπε με χιουμοριστική πρόθεση μήπως και αισθανθεί η ίδια λίγο άνετα. Τότε εκείνος γύρισε στο μέρος της σχεδόν ανέκφραστος.
  “Σ’ακούω Αρετή. Θέλω εξηγήσεις” της πέταξε απότομα και χωρίς περιστροφές.
  “Εξηγήσεις;” αναρωτήθηκε, περισσότερο μιλώντας στον εαυτό της και χαμήλωσε το βλέμμα με την απορία να περιπλέκει τα πράγματα μέσα της.
  “Τι συνέβη και δεν έβγαλες πιάτο;” έγινε ο Μάρκος πιο συγκεκριμένος και το πρόσωπό της του δόθηκε απλόχερα δένοντας το στομάχι του κόμπο.
  “Δεν έχω τίποτα να σου πω” απάντησε η Αρετή και περπάτησε στον χώρο επιλέγοντας να πέσει στην αγαπημένη της πολυθρόνα λυγίζοντας τα γόνατα στο στήθος και τραβώντας τη φανέλα της ως τους αστραγάλους. Η υπομονή λιγοστή και η στάθμη της έντασης του όλο και ανέβαινε επίπεδα. Με ηρεμία τράβηξε μια ξύλινη άβολη καρέκλα και κάθισε απέναντί της. Ακούμπησε τους αγκώνες στους μηρούς του και έγειρε στο μέρος της.
  “Αρετή δείξε σεβασμό. Ήρθα ως εδώ και δεν θα φύγω χωρίς εξηγήσεις” επέμεινε και ενώ η φωνή του ακουγόταν απαλή το ύφος του αγρίευε.
  “Νομίζεις οτι είμαι χαζή; Στο σπίτι μου θα ερχόσασταν κύριε Σιμεωνίδη μόνο αν θέλατε απο το στόμα μου να ακούσετε την αλήθεια που ηδη ξέρετε. Λυπάμαι όμως, τσάμπα ο χρόνος σας” του αντιγύρισε και αυτός ένιωσε τα όριά του να τον φτύνουν κατάμουτρα. 
Τινάχτηκε σαν ελατήριο κάνοντας τον όγκο του να μοιάζει με βράχου που η γη τάραξε χαλώντας την ησυχία του. Με τα χέρια στη μέση περπατούσε στον περιορισμένο χώρο παλεύοντας να κρατήσει τη θέση του, μέχρι που επέστρεψε άτεχνα κοντά της τρομάζοντάς την. Η Αρετή έκανε προς τα πίσω το κορμί της, αντίδραση που δεν τον πτόησε διόλου και χαμηλώνοντας έφτασε στο ύψος της.
  “Δεν είσαι τίποτε άλλο απο μια κακομαθημένη που δεν αναγνωρίζει όσα της δίνονται. Μια επαναστάτρια που αγωνίζεται ενάντια στον εαυτό της. Τι πιστεύεις Αρετή; Πως δεν ίδρωσα για να φτάσω εδώ που είμαι; Δεν κόπηκα; Δεν κάηκα; Πιστεύεις πως δεν ζήτησα το δίκιο μου και δεν έπλυνα πιάτα για μήνες; Αδικήθηκα χιλιάδες φορές και έχασα άλλες τόσες. Απορρίφθηκα και πληγώθηκα. Γύρισα στο σπίτι μόνος και σκέφτηκα να τα παρατήσω. Μέχρι που κατάλαβα το σχέδιο και τους κανόνες του. Μέχρι που συνειδοτοποίησα πώς το να χαμηλώνεις το κεφάλι είναι για να το σηκώσεις ξανά με καλύτερη στρατηγική. Με βλέμμα ασυναγώνιστο και πράξεις αδιαμφησβήτητες. Έβαλα το πείσμα μου στα πιάτα και το στόλισα με το δίκιο μου αφήνοντας το ταλέντο μου να ευωδιάσει τις κουζίνες. Έπαψα να ντρέπομαι που έδειχνα υπομονή και σεβασμό ακόμα και τις στιγμές που κάποιοι δεν το άξιζαν. Σκεφτόμουν οτι δεν με χρησιμοποιούν αυτοί αλλά εγώ… εγώ, για να τους ξεπεράσω και να γίνω καλύτερος” της έλεγε με ορμή και οι φλέβες ξύπνησαν μπρος στις αναμνήσεις των κόπων του. Ζωντάνεψαν μαζί με τα νιάτα του που πέρασαν πάνω απο κατσαρόλες και τηγάνια.
Η Αρετή τον κοιτούσε με μάτια τρεμάμενα που έσταζαν έρωτα δίχως όνομα. Ο θαυμασμός της έγινε πελώριο κύμα και η δική του γοητεία ένα κοπάδι απο δελφίνια. Το όνειρό της, ξαφνικά του άνοιγε διάπλατα την πόρτα. Το σύννεφό της τον φιλοξενούσε και η καρδιά της ούρλιαζε ζητώντας άλλες εξηγήσεις. Τον άκουγε μα δεν τον καταλάβαινε. Τον κοιτούσε μα έχανε τη μορφή του. Ήθελε να τον αγγίξει. Να νιώσει το δέρμα τού προσώπου του. Να χαιδέψει τις ρυτίδες του και να του ψιθυρήσει οτι ο θυμός δεν του πηγαίνει. Να τρυπώσει το μικρό της χέρι μέσα στη μεγάλη του παλάμη για να ξεκουραστεί. Να του δώσει υποσχέσεις και μύριες ευχές βγαλμένες απο την ψυχή της. Μα τίποτε απ’όλα αυτά δεν έκανε παρά είπε, “Τότε θα έπρεπε να με καταλαβαίνεις περισσότερο”
Ο Μάρκος έκλεισε τα μάτια του και όρθωσε το ανάστημά του. Τόση ώρα αυτό της έλεγε… πόσο πολύ την καταλάβαινε.
  “Η δουλειά μου δεν είναι να μπω εμπόδιο στις επιλογές σου Αρετή, αλλά ούτε να διορθώσω τα λάθη σου. Ο ρόλος μου είναι να σου δείχνω τους δρόμους προς τις ευκαιρίες και τις συνέπειες” σχολίασε και το βάρος έγινε γροθιά που τον οδήγησε πέρα απο τον γκρεμό. Την άρπαξε απο το μπράτσο και την σήκωσε μπροστά του τόσο δυνατά που η μικρή αναφώνησε. Ίσα που πατούσε στις μύτες των ποδιών της και το κορμί της είχε κολλήσει πάνω του.
  “Θέλω εξηγήσεις για την αναφορά μου και θα μου τις δώσεις ΤΩΡΑ!” φώναξε στο τέλος. 
Το αίμα της Αρετής έβραζε, σαν αντίπαλος ήταν ισάξια και κάτι παραπάνω.
  “Δεν έβγαλα πιάτο γιατί δεν υπολόγησα τους χρόνους μου. Δεν έβγαλα πιάτο γιατί έμπλεξα με πολλές πολύπλοκες παρασκευές. Δεν έβγαλα πιάτο και δεν χάλασε ο κόσμος. Δεν έβγαλα πιάτο γιατί είχα το μυαλό μου αλλού… εντελώς αλλού!” του αντιγύρισε και ο Μάρκος την ταρακούνησε εξοργισμένος.
  “Που; Που σκατά είχες το μυαλό σου; ΠΟΥ ΑΡΕΤΗ;” κραύγασε ξανά την αγανάτκισή του και τότε τα ηνία πήραν δυνάμεις άλλες σπρώχνοντας την μικρή να του δείξει την απάντησή της. 
Οι παλάμες της έκλεισαν τον λαιμό του και το στόμα της έπεσε πάνω στα χείλη του. Το κορμί της μαζεύτηκε και μάκρυνε μέσα σε μια αγκαλιά νοητή. Το φιλί της τον σκέπασε με φόβο που είχε απο παιδί να νιώσει. Εκείνον τον αλλοιώτικο φόβο που αισθανόταν η καρδιά λίγο πριν την μεγάλη βουτιά απο τον ψηλό βράχο. Εκείνον τον τρόμο που ένιωθε όταν δεν ήξερε πως να θέλει κάτι που λαχταρούσε. Το φόβο της ταχύτητας που έφτανε τη ψυχή στο στόμα του και αυτός το έκλεινε για να μην τη χάσει. Την ανατριχίλα της ευτυχίας που τον ζάλιζε όταν κατάφερνε τους στόχους του. Το συναίσθημα που έκλεβε τις ανάσες και αυτός νόμιζε πως κάπως έτσι έμοιαζε ο θάνατος.
  Τα χείλη της απαλά σαν βελούδο και γλυκά, που τη συνταγή τους δεν θα κατάφερνε να βγάλει ποτέ. Λίγο ζεστά και έπειτα τον δρόσιζαν παρασέρνοντάς τον στις αντιθέσεις της και τις εκρήξεις που η μια διαδέχονταν την άλλη κάτω απο το στήθος του. Ο εαυτός του χωρίστηκε στα δυο και εκείνος που αφέθηκε στο φιλί γινόταν εχθρός. Το στόμα του άνοιξε και ζήτησε περισσότερα απ’όσα η μικρή ήξερε να δίνει με τα χείλη της. Δεν αναγνώριζε ποιος ήταν, σαν ανώριμο παιδαρέλι που έκανε αλητείες. Το ένα του χέρι τύλιξε τη φτενή μέση της και το άλλο σύρθηκε στη ράχη της φτάνοντας ως την κορυφή του κεφαλιού της.  Όμως ο ώριμος εαυτός τον έσπρωξε στην πλευρά της πραγματικότητας και το παραμύθι κόπηκε φτιάχνοντας ένα κακό τέλος μιας ατελής αρχής.
Ο Μάρκος ξύπνησε απ’το όνειρο της Αρετής θυμωμένος και αφού έκλεισε το κορμί της μέσα στις παλάμες του την απώθησε άγαρμπα μακριά του.

  “Τι κάνεις; ΤΙ ΝΟΜΙΖΕΙΣ ΠΩΣ ΚΑΝΕΙΣ;” την ρώτησε βροντερά.

1 σχόλιο:

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.