Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.3

-3-
  Η κοπέλα κοίταξε τους φίλους της και βγήκε απο την κουζίνα προχωρώντας στο βάθος του εστιατορίου που ήταν το γραφείο του Μάρκου. Στη σύντομη αυτή διαδρομή έκανε πάνω απο 20 φορές το σταυρό της και φτάνοντας έξω απο την διπλή ξύλινη πόρτα, σταμάτησε δαγκώνοντας τα χείλη της. Ένας μονόλογος ξεκίνησε και ενώ κάποιες φορές έφερνε τη γροθιά της στην είσοδο για να χτυπήσει, την αποτραβούσε γρήγορα κρεμώντας το κορμί της αστεία προς τα κάτω σαν μαριονέτα. Ζητούσε βοήθεια απο το Θεό και όλους τους αγίους. Πρόβαρε στα γρήγορα μερικές δικαιολογίες που αμέσως απέρριπτε και στο τέλος αποδέχθηκε πως βρισκόταν στο έλεός του χτυπώντας την πόρτα. Μόλις ακούστηκε η φωνή του που της επέτρεπε να περάσει, εκείνη άνοιξε ελάχιστα και απο την χαραμάδα τρύπωσε μόνο το κεφάλι της με τα μαλλιά να στάζουν πλάι στο πρόσωπο της. Όταν τον βρήκε με τα μάτια αποφάσισε να εισέλθει ολόκληρη στον χώρο. Βάδισε ταπεινά και συμμαζεμένα ως το κέντρο και κοντοστάθηκε αντίκρυ του μ' ένα γλυκό ικετευτικό χαμόγελο στα χείλη. 
Ο Μάρκος απολάμβανε, πέραν του δέοντος, το ύφος της αλλά δεν το έδειξε στιγμή παραμένοντας σκληρός και σοβαρός. Της έγνεψε με τα φρύδια του να κοιτάξει πίσω της και όταν η Αρετή το έκανε αυτός ξεκίνησε την τιμητική προβολή. Τα μάτια της γούρλωσαν βλέποντας τον εαυτό της να πρωταγωνιστεί και ασυναίσθητα προχωρούσε προς την οθόνη, ώσπου αυτή πάγωσε και η Αρετή την έδειξε τεντώνοντας το ένα της χέρι.
  “Χα!” αναφώνησε και γύρισε στον Μάρκο.
  “Έχετε κάμερες στην κουζίνα. Αυτό είναι παράνομο κύριε Σιμεωνίδη” του είπε και επέστρεψε στην πρότερη θέση της απέναντί του.
  “Ναι, όπως το ακούσατε. Είναι παράνομο και το ξέρω γιατί το έχω διαβάσει… και μάλιστα λέγεται περί… περί… περί αυτού που κάνατε τέλος πάντων, το οποίο διώκεται ποινικά” τόνισε βάζοντας τα χέρια της στη μέση.
Εκείνος έδειξε ξαφνιασμένος απο την αντίδρασή της αλλά και το θράσος να τον κατηγορήσει προσπερνώντας το λάθος της. Έτσι, άπλωσε το χέρι του σηκώνοντας το ακουστικό του τηλεφώνου που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι.
“Τι;” απόρησε η Αρετή βλέποντάς τον να το κρατά.
  “Πάρε το δικηγόρο σου και κάνε μου μήνυση” της απάντησε και εκείνη σάστισε.
  “Ε….ε, όχι και μήνυση. Δεν έχω τέτοια πρόθεση κύριε Μάρκο. Αλλά να, σ' αυτό το βίντεο και οι δύο σφάλουμε οπότε καταλαβαίνετε πως ο καθένας μας έχει τη δική του ευθύνη και δεν γίνετε να τιμωρηθώ μόνο εγώ… άλλωστε απ’οτι κατάλαβα δεν έκανα και τόση ζημιά… γιατί αν ήταν καταστροφικές οι παρεμβάσεις μου …ουουουου, θα με είχατε πετάξει έξω προ πολλού” δήλωσε με αυτοπεποίθηση κάνοντας τον Μάρκο να βολευτει ξανά στην καρέκλα του δένοντας τα χέρια κάτω απο το στήθος. 
Η Αρετή μιλούσε παραπάνω απ’όσο έπρεπε ενώ εκείνος θεωρούσε τα πολλά λόγια φτώχια και δεν θα μπλεκόταν σε τέτοιου είδους αντιπαράθεση με ένα πλάσμα ζωηρό σαν αυτήν. Είχε πάρει την απόφασή του και απλώς της επέτρεπε να εκτεθεί.
  “Το ξέρω πως με έχετε βάλει στο μάτι απο την αρχή γιατί ζήτησα το δίκιο μου. Στο κάτω κάτω να σας πω και κάτι άλλο; εμείς εδώ προσφέρουμε έργο και δεν μπορείτε να μας φέρεστε υποτιμητικά….σκεφτείτε μόνο να μην υπήρχαμε. Πως θα τα βγάζατε πέρα; Θα έπρεπε να προσλάβετε ανθρώπους και αυτό σημαίνει έξοδα…μισθοί, ασφάλειες, επιδόματα, υπερωρίες…ενώ τώρα έχετε βολευτεί μια χαρά. Παίρνετε τα μισά λεφτά απο το κράτος και σ’ εμας δίνετε ένα ποσοστό που σας συμφέρει. Αφήστε που είμαστε και οι καλύτεροι…σωστά δεν τα λέω; Άρα, το ένα χέρι νίβει τ’άλλο και εμείς έχουμε δικαιώματα…και αν θέλετε να μας βοηθήσετε δεν γίνεται να με πετάτε στη λάντζα επειδή ζήτησα το αυτονόητο…Ιδού τα αποτελέσματα, το ασυγκράτητο πάθος μου με οδήγησε στο να αφήσω τα πλυσίματα και να πιάσω τα μαγειρέματα κρυφά. Και τι καταλάβατε που ήσασταν αυστηρός δηλαδη;…” συνέχιζε και συνέχιζε να μιλά ακατάπαυστα ελπίζοντας να τον αποσυντονίσει και να γλυτώσει η ίδια τα χειρότερα. Σε μια μεγαλύτερη παύση της αυτός πλησίασε το σώμα του προς το τραπέζι.
  “Τελείωσες;” τη ρώτησε και την είδε να κλείνει τα μάτια αποκτώντας ύφος ενόχου που εγκατέλειπε την άστοχη απολογία του. Έγνεψε συγκαταβατικά και δένοντας τα χέρια της μπροστά τον κοίταξε περιμένοντας την ετυμηγορία του. Ο Μάρκος σηκώθηκε όρθιος και η Αρετή ένιωθε το ανάστημά του να μην παύει να ξεδιπλώνετε, σαν τέρας τρομακτικό την επισκίαζε έτοιμο να την καταβροχθήσει.
  “Θα σου δώσω μια τελευταία ευκαιρία. Αν κερδίσεις απόψε τις εντυπώσεις θα τα ξεχάσω όλα…και όσα έκανες…και όσα είπες. Αν όχι, τότε μέχρι να τελειώσει η πρακτική σου θα είσαι η βασίλισσα της λάντζας. Και τώρα εξαφανίσου απο μπροστά μου” της ανακοίνωσε και εκείνη άκουσε μέχρι και την σφυριά να βροντά και να αστράφτει. Δεν καταλάβαινε πώς αυτός ο άνθρωπος δημιουργούσε τέτοιο πανικό στα μέσα της μόνο με μερικές λέξεις και μαζεύοντας τον καταδικασμένο εαυτό της, έφυγε περίλυπη απο το γραφείο του ξεχνώντας τη συγγνώμη που του όφειλε. 
  Ο Μάρκος, μένοντας μόνος πλέον, στραβογέλασε πονηρά και έδεσε τα δάχτυλα πίσω απο τον αυχένα του βολεμένος ξανά στην άνετη καρέκλα του. Η Αρετή του θύμιζε πολύ τον εαυτό του στα πρώτα του βήματα. Έτσι και αυτός, είχε έρωτα με τη μαγειρική, αγαπούσε τους πειραματισμούς και τολμούσε να συνδυάζει τα ασυνδύαστα. Μα παράλληλα ήταν ένας ανεγκέφαλος επαναστάτης που γρήγορα κλείδωσε τα σκύπτρα του στα ντουλάπια ακολουθώντας τους κανόνες της κουζίνας. Αυτό το κορίτσι είχε μέλλον, αν εγκαίρως συνειδητοποιούσε την τακτική που πρέπει κανείς να ακολουθήσει για να υπηρετεί την γαστρονομία προς το συμφέρον του, θα ανέβαινε πολύ ψηλά αλλιώς φεύγοντας απο τα χέρια του η κατηφόρα θα ήταν τραχυά και απότομη προκαλώντας της ανεπανόρθωτη ζημιά. Ήταν βέβαιος οτι η Αρετή μπορούσε να κερδίσει και απλώς ήλπιζε αυτή να μην τον απογοητεύσει πετώντας  την εμπιστοσύνη που της έδειχνε, έστω και κρυφά, στα σκουπίδια.

  Η ομάδα ξεκίνησε τις προετοιμασίες. Καθένας τους μάζεψε τα υλικά που ήθελε και πήραν τις θέσεις τους πίσω απο τον πάγκο. Τη στιγμή που ο Μάρκος τους ανακοίνωσε την άφιξη των καλεσμένων επικράτησε στην κουζίνα πανικός. Χρώματα, μυρωδιές και ήχοι κατέπνιξαν τον χώρο και ενώ έδειχνε με εμπόλεμη ζώνη, στην πραγματικότητα αυτός μεταμορφωνόταν όπως ακριβώς του ταίριαζε. Μια σκηνή ενός θεσπέσιου θεατρικού στην πρόβα τζενεράλε με τα μπαχαρικά, τα λαχανικά και τα φιλέτα να κατέχουν τους πρώτους ρόλους. Τα μαχαίρια και οι κουτάλες χόρευαν, οι φωτιές τραγουδούσαν και οι κατσαρόλες έκαναν τις λέξεις καπνό στη γη άλλου παραδείσου. Το πάθος ξεχείλιζε και ο έρωτας γινόταν ασυγκράτητος καθώς οι ζωμοί κόχλαζαν και οι κρέμες στροβιλίζονταν στα σκεύη σαν μπαλαρίνες κουρδιστές. Το βούτυρο έλιωνε στα τιγάνια και τα φιλέτα καραμέλωναν αγκαλιά με τα βότανα. Οι μύλοι έστριβαν με μανία πάνω απο τόπους γευστικούς και το πολύχρωμο χιόνι τους έφτιαχνε πέντε εποχές. Αγάπη έσταζε απο τα μέτωπα των νέων και το γλυκό γαργαλιτό των σταγόνων τούς έδινε ενέργεια, με την Αρετή να χαμογελά όλη την ώρα. Και εκεί που τα πάντα κυλούσαν ομαλά κατά τους μάγειρες, η Κατερίνα που στεκόταν πλάι σε εκείνη και είχε επιλέξει να φτιάξει ένα περίπλοκο μα εξαιρετικό γλυκό, έκανε ένα βήμα πίσω παλεύοντας να ανασάνει. Έχασε το χρώμα της σε κλάσματα δευτερολέπτου και αδυνατούσε να πάψει το τρέμουλο των χεριών της. Τα μάτια γέμισαν δάκρυα και η κρίση άγχους μόλις της είχε χτυπήσει την πόρτα.
  “Σύνελθε. Κατερίνα, κοίτα με” της ζήτησε η Αρετή κρατώντας την σταθερή ανάμεσα απο τα χέρια της. Οι υπόλοιποι, ενώ ήθελαν να την βοηθήσουν, αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τα πόστα τους και απλώς της μιλούσαν απο μακριά συνεχίζοντας τη μαγειρική.
  “Δε μπορώ. Δε θα τα καταφέρω. Τα χέρια μου τρέμουν και η ανάσα…η ανάσα δε μου φτάνει. Το στομάχι μου… Αρετή, καταστράφηκα” έλεγε με τρεμάμενη φωνή κλαίγοντας ταυτόχρονα. Η κοπέλα της χάιδεψε μερικές φορές το πρόσωπο έντονα και αφού έριξε ένα βλέμμα στους Σου Σεφ που παρακολουθούσαν αμέτοχοι, στράφηκε ξανά στη φίλη της.
  “Τίποτα δεν έπαθες. Εγώ είμαι εδώ” δήλωσε και γύρισε στο πόστο της κοπέλας αρπάζοντας τις παρασκευές του γλυκού απο το σημείο που η Κατερίνα τις άφησε. 
  Ο χρόνος τελείωνε, τα πιάτα βγήκαν στους πάγκους και το στήσιμό τους ξεκίνησε. Δημιουργίες λαχταριστές απαράμιλλης ομορφιάς που κέντριζαν το βλέμμα, αύξαναν την όρεξη και έκρυβαν εκρήξεις συναισθημάτων. Οι υπεύθυνοι σερβιρίσματος με τις επίσημες στολές τους εισέβαλαν στην κουζίνα και άρπαξαν τα πιάτα στα χέρια τους επιστρέφοντας στον κύριο χώρο όπου περίμεναν οι σημαντικοί καλεσμένοι. Μόνο που, ενώ είχαν προετοιμαστεί για γευσιγνωσία έξι συνταγών υψηλού επιπέδου, στο τραπέζι τους κατέφθασαν πέντε. Το βλέμμα του Μάρκου στένεψε κοιτώντας τον αριθμό και έπειτα τους ανθρώπους του. Παρόλαυτά δεν είπε κουβέντα παρά προέτρεψε τους ειδικούς να ξεκινήσουν μαζί μ’εκείνον. Μετά το πέρας της δοκιμής, πρώτος ξεκίνησε ο εκπρόσωπος του Γαλλικού περιοδικού σχολιάζοντας όσα του προκάλεσαν αυτά που γεύτηκε, για να δώσει τη σκυτάλη στον Ιταλό με τα εκλεπτισμένα γούστα και να κλείσει η κουβέντα με τον Έλληνα που αποδείχτηκε ο πιο αυστηρός απ’όλους. Ο Μάρκος συμφώνησε με όλα τα σχόλια συμπληρώνοντας τα δικά του και αφού τέλειωσαν το πανάκριβο κρασί τους στις κρυστάλλινες φούσκες μιλώντας περι ανέμων και υδάτων, τους αποχαιρέτησε συνοδεύοντας τους ως την πόρτα και επιβεβαίωσαν τη μέρα της συνάντησης με τον δημιουργό του νικητήριου πιάτου.
  Κλείδωσε το μαγαζί του και παρέμεινε για λίγο μπρος στην είσοδο. Έπιασε τον εαυτό του να παρακαλάει η Αρετή να έχει σταθεί αντάξια στις προσδοκίες του και δίχως να σπαταλά άλλο χρόνο με σκέψεις, έκανε μεταβολή και εισέβαλε στην κουζίνα όπου είχε ήδη καθαριστεί και οι νέοι ανέμεναν τα αποτελέσματα με ανυπομονεσία. Αντικρύζοντας τον Μάρκο στάθηκαν στη σειρά και προσοχή. Εκείνος απο την έξω μεριά του πάγκου απέναντί τους έδεσε τα χέρια στο στήθος και έκανε μια βόλτα με το βλέμμα πάνω στον καθένα ξεχωριστά. Όλοι τον κοιτούσαν εκτός απο εκείνη.
  “Ποιός δεν έβγαλε πιάτο;” ρώτησε και ενώ η Κατερίνα θέλησε να βγει μπροστά λέγοντας τι είχε συμβεί, η Αρετή της άρπαξε διακριτικά τον καρπό και την έσφιξε δυνατά μην επιτρέποντας να επέμβει. Η ίδια πήρε μια βαθιά ανάσα και λύγισε τον αγκώνα ορθώνοντας τη μισάνοιχτη παλάμη της πλάι στο πρόσωπό της. Ο Μάρκος ένιωσε μια απίστευτη έκρηξη θυμού στα σωθικά του που ποτέ άλλοτε δεν είχε αντιμετωπίσει. Δεν μπορούσε να πιστέψει οτι είχε πέσει τόσο έξω μαζί της και αισθάνθηκε το λιγότερο γελοίος. Έκανε ένα βήμα πίσω.
  “Έλα μπροστά” της είπε με τόνο επιτακτικό και τότε η Αρετή σήκωσε τα μάτια της απο το έδαφος με προορισμό τα δικά του.
  “Τι;” ρώτησε αφελέστατα και ο Μάρκος τα έσπασε με την αυτοσυγκράτησή του πετώντας την παλάμη του βαριά πάνω στον πάγκο. Ο ήχος μια απόδειξη που κανείς δεν θα τολμούσε να αμφισβητήσει και η κοπέλα πετάχτηκε μπροστά όπως της υπέδειξε αρχικά. Αφού της ζήτησε να στραφεί στους συναδέρφους της αυτός ξεκίνησε να πηγαινοέρχεται πίσω της.
  “Την εικόνα που έχετε μπροστά σας δεν θέλω να την ξεχάσετε ποτέ. Είναι η προσωποποίηση της ασυνέπειας, της απειθαρχίας και της αποτυχίας. Γι αυτό η Αρετή θα σας συντροφεύει στο εξής πλένοντας όσα λερώνεται δημιουργώντας με σοβαρότητα, ευθύνη και επαγγελματισμό…” έλεγε απευθυνόμενος στους πέντε και τα λόγια του έγιναν καρφιά που άνοιγαν πληγές στην τρυφερή καρδιά της Αρετής. Το σαγόνι της έτρεμε και τα μάτια της πλημμύριζαν με δάκρυα που συσσωρεύονταν και στο τέλος γκρεμοτσακίζονταν στα μάγουλά της. Με το βλέμμα συνάντησε την Κατερίνα που είχε χλωμιάσει και της έγνεψε επιμένοντας στην άποψή της να μην προδωθεί. Το κορίτσι ένιωθε ντροπή μα για κάποιο λόγο δεν κουνιόταν απο τη θέση του.
Ο Μάρκος πλησίασε την Αρετή και είδε τα δάκρυά της. Ήθελε να τους βάλει φωτιά. Άτιμα ρυάκια, της έκλεβαν τη δύναμη και αυτός θύμωνε ακόμα περισσότερο. Εκείνη γύρισε το πρόσωπο αντίθετα απο αυτόν και έκλαψε ακόμα περισσότερο.
  “Μπορώ να φύγω;” ζήτησε ξέπνοα. 
Το χέρι του άρπαξε το σαγόνι της και την γύρισε μπροστά του. Οι ίριδες των ματιών τους έλαμψαν. Ακτίνες που μπλέχτηκαν και έγιναν δίχτυα πιάνοντας και τους δυο. Ήλιοι… διάφανοι και ισχυροί έκαψαν κάθε τους κύτταρο και μαζί φοβήθηκαν τον άνεμο που σηκωνόταν και θα παρέσερνε τις χρυσές τους στάχτες. Το βλέμμα θόλωνε απο τις συννεφιές και τα δάκρυα της Αρετής άγγιζαν το δέρμα του που τα έπινε σαν διψασμένο χρόνια. Ο Μάρκος τράβηξε το χέρι του απο πάνω της σαν να τον χτύπησε κεραυνός και έχασε την αίσθηση της επαφής. Το πρόσωπό του τσαλακώθηκε, σκοτείνιασε και πνιγμένος μέσα στο δικό της παράπονο γινόταν άγριο θηρίο.
  “Τι έγινε Αρετή; Κατάπιες τη γλώσσα σου; Νωρίτερα στο γραφείο μου έδωσες διάλεξη και τώρα θες να το σκάσεις;” την ειρωνεύτηκε μισώντας τον εαυτό του.
  “Συγγνώμη” ψέλλισε αλλά ο Μάρκος είχε ριχτεί σε μια αέναη μάχη που δεν ήξερε πως να οπισθοχωρήσει για να ανασυγκροτηθεί.
  “Τι είπες;” την προκάλεσε λες και ντροπιάζοντάς την θα ένιωθε ο ίδιος καλύτερα. Λες και αυτό το κάτι που μέσα του αναβόσβηνε, με τις προσβολές, θα εξασθενούσε αφήνοντάς τον ήσυχο.
  “Συγγνώμη! Άσε με να φύγω. Φτάνει!” απάντησε αγανακτισμένη γέρνοντας επιθετικά προς το μέρος του.
  “ΕΞΑΦΑΝΙΣΟΥ!” της φώναξε και εκείνη έτρεξε έξω, βγαίνοντας απο την πίσω πόρτα.

  Ο Μάρκος μετά την αποχώρησή της έδειχνε εξαντλημένος και έτριψε το μέτωπό του σαν να πονούσε το κεφάλι του ανυπόφορα. Αναίπνεε βαριά. Κατάπινε με δυσκολία και έγλυφε τα χείλη του. Τα χείλη που πριν λίγο ήταν όπλα εναντίον σε εκείνη τη μικρή. Κοιτούσε χαμηλά και έπειτα απο μερικά λεπτά απόλυτης ησυχίας, βάζοντας τα χέρια στη μέση του, είπε “ Ποιός έφτιαξε το γλυκό;”
Τότε άπαντες κοίταξαν την Κατερίνα που σήκωσε αργά και διστακτικά το χέρι της. Τα μάτια του Μάρκου έπεσαν πάνω της και της έγνεψε συγκαταβατικά.
  “Παύλο, άντε να φέρεις την Αρετή. Έχω να σας ανακοινώσω κάτι” ζήτησε και ο νεαρός πετάχτηκε έξω αμέσως.
Ο χρόνος όμως που χρειάζονταν για να γυρίσουν πίσω ήταν μόλις μερικά δευτερόλεπτα μα είχαν ήδη αργήσει αρκετά εκνευρίζοντας τον Μάρκο που βάλθηκε να φροντίσει μόνος του για την επιστροφή τους. Έτσι πήγε ως την πίσω πόρτα που έβγαζε στο μικρό σοκάκι και γυρνώντας το κεφάλι του στα αριστερά, εκεί που το στενό κατέληγε στον δρόμο, τους είδε. Η Αρετή είχε γυρισμένη την πλάτη και ο Παύλος είχε τυλίξει τα χέρια του γύρω απο τη μέση της. Ο Μάρκος έκλεισε πίσω του την πόρτα ήσυχα και συνοφρυωμένος στάθηκε να τους παρατηρεί. Εκείνη έδειχνε μιρκοσκοπική και ευάλωτη. Το κλάμα της φανερό απο τις ταλαντεύσεις του κορμιού ενώ ο νεαρός είχε γίνει η φωλιά που θα την προστάτευε.

  “Ηρέμησε Αρετή και πάμε μέσα” της είπε χαιδεύοντας τα μαλλιά της. Η κοπέλα ξάπλωσε στο στήθος του.
  “Δεν θέλω. Δεν τον είδες; Κάνει λες και ήρθε το τέλος του κόσμου. Δεν με θέλει στην κουζίνα του και ψάχνει τρόπους να με χαντακώσει” παραπονιόταν κλαψουρίζοντας.
  “Ή προσπαθεί να σε βοηθήσει” της αντιγύρισε ο νεαρός και αυτή έκπληκτη απομάκρυνε το πρόσωπό της κοιτάζοντάς τον.
  “Σου φαίνεται η λάντζα για βοήθεια;” είπε και η λέξη την λύγισε δυναμώνοντας το κλάμα της. Τότε ο Παύλος την πίεσε πάνω του και απροειδοποίητα σφράγισε τα χείλη της με τα δικά του. Τα μάτια του Μάρκου πετάρισαν απο κάτω και τα δόντια του έσφιξαν. Η κατάσταση χειροτέρευε και ο καιρός χαλούσε. Το σκοτάδι πύκνωσε και εκείνος το σιχαινόταν γι αυτό και επέστρεψε μέσα γυρνώντας την πλάτη σε ένα θέαμα που για εκείνον έμοιαζε με έγκλημα ανεξιχνίαστο.
Προσπέρασε τους άλλους τέσσερις μαζί με τους συνεργάτες του και πριν βγει απο την κουζίνα δήλωσε,

“Το γλυκό κέρδισε. Συγχαρητήρια, απο αύριο η Κατερίνα θα αναλάβει ρόλο βοηθού Σεφ”

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.