Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.23

-23-
  Η Αρετή είχε κυλήσει ως το πάτωμα κλαίγοντας. Τον άκουγε να υποφέρει και ήθελε να σκίσει με τα νύχια της το ξύλο για να τον φτάσει. Τέντωνε τα χέρια της πάνω στην πόρτα και έριχνε το κεφάλι της χαμηλά, ανάμεσά τους. Υποκλινόταν σ' έναν άγνωστο Θεό και μιαν αγάπη. 
Προσευχόταν κάποιος να την συγχωρέσει. 
Προσευχόταν κάποιος να την λυπηθεί. 
Προσευχόταν. 
Ξεχώριζε όλους τους ήχους. Αναγνώριζε εκείνους της καταστροφής και αυτούς του θρήνου του. Ο πόνος του νέες νότες που ακούγονταν μόνο στην ψυχή και η μικρή έτρεμε σ’ αυτήν τη μελωδία. Οι έριδες μεταξύ λογικού και παράλογου άνθιζαν… μια μονομαχία με κοινό το άδικο που ζητωκραύγαζε. Δυο άνθρωποι τόσο μαζί και τόσο χώρια είχαν εναποθέσει τις ελπίδες για την επιβίωση της αγάπης τους σε μια αμάχη του καλού και του κακού.
  Ο Μάρκος βυθισμένος στην ησυχία κορμί βαρυ και αφημένο, ενώ η Αρετή ψυχή σαν φτερό ανίσχυρη στο έλεος των βορριάδων. Το μέλλον αβέβαιο και ο δρόμος δύσβατος. Χαμένοι στο ίδιο δάσος που ο ήλιος δεν τους έφτανε. Άπλωνε τις ακτίνες του μα αυτές δεν κατάφερναν να συναντήσουν τον έρωτα. Μολυβένια σύννεφα μαζεύονταν μπρος στο φως και λεπιδωτοί κορμοί τους περιτριγύριζαν. 
Κανείς δεν φώναζε, κανείς δεν πάλευε. 
Αυτός, ο άντρας... και αυτή, το σπουδαιότερο μάθημα της ζωής του που είχε σταθεί για λίγο να το θυμηθεί. Σαν θύελλα είχε μπει στην καθημερινότητά του σαρώνοντας τα τακτοποιημένα κουτιά του. Τυφώνας που ξεσκέπασε όλες τις επιμελώς κρυμμένες αλήθειες και είχε έρθει η ώρα να της το ξεπληρώσει. 
  Τα μάτια του πλάγιασαν στο χτυπημένο του χέρι και ακολούθησαν την πορεία του αίματος. Έπειτα το κεφάλι σηκώθηκε και κοίταξε την κλειδωμένη πόρτα. Ο θυμός ακόμα μέσα του έκοβε βόλτες ανακατεύοντας τα σωθικά του αλλά οι προτεραιότητές του είχαν πάρει άλλη ρότα. Άλλωστε αυτό το συναίσθημα πίστεψε πως ποτέ δεν θα το αποχωριζόταν. Θα ζούσε πάντα οργισμένος για τα λάθη που έκανε αλλά και για όσους εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία του ακόμα μια φορά. 
  Η Αρετή κόλλησε το αφτί της στο ξύλο και ενώ ήθελε να σταθεί στα πόδια της και να χρησιμοποιήσει το κλειδί που θα την έστελνε κοντά του το τρέμουλο και ο άηχος οδυρμός δεν της το επέτρεπαν. Η ώρα που το προσωπικό κατέφθανε στο εστιατόριο είχε έρθει και ο πρώτος που την βρήκε, σωριασμένη έξω απο το γραφείο του Μάρκου, ήταν ο Παύλος που έπεσε αμέσως στο πλάι της κλείνοντάς την στην αγκαλιά του.
  “Αρετούλα” είπε σαστισμένος απο την κατάχλωμη και συντετριμμένη όψη της. Εκείνη νωχελικά έστρεψε το βλέμμα της πάνω του και έβαλε ανάμεσά στα κολλημένα κορμιά τους το χέρι που βαστούσε το κλειδί.
  “Σήκωσέ με. Βοηθησέ με να ανοίξω” του ζήτησε και αυτός έχωσε τα μπράτσα του κάτω απο τα χέρια της και την έκανε να σταθεί όρθια. Η Αρετή υποβασταζόμενη απο τον φίλο της έδωσε αγώνα ενάντια στο τρέμουλο για να προσπεράσει το μοναδικό εμπόδιο που την κρατούσε μακριά απο τον Μάρκο. Όταν τελικά η πόρτα ξεκλείδωσε, με μια ελαφριά σπρωξιά την ανάγκασε να ανοίξει ως το τέρμα και τα μάτια της αντίκρυσαν όσα η καρδιά της τόση ώρα υποψιαζόταν. 
Μια αχαλίνωτη φλυαρία απο χαλάσματα και στη μέση ένα ερείπιο. 
Στην καρδιά μπουρίνια μα το σώμα παθητικό. 
Ο Μάρκος την κοίταξε και τα γόνατά της λύγισαν. Η Αρετή δεν άργησε όμως να βρει τον εαυτό της και να τρέξει στην αγκαλιά του, έτσι ξέφυγε απο τον Παύλο και σύρθηκε στο πάτωμα φτάνοντας κοντά του. Οι παλάμες της έκλεισαν το πρόσωπο του και τα λόγια των ματιών τους αγγελική μελωδία που άλλος κανείς δεν άκουγε.
  “Τι έκανες;” τον ρώτησε ρίχνοντας έντρομη την προσοχή της στο χέρι του που είχε αλλάξει χρώμα και όψη.
  “Ακόμα τίποτα” της είπε και το κορμί της ρίγησε.
  “Μάρκο”
  “Αρετή… αγκάλιασέ με. Αγκάλιασέ με εσύ, γιατί εγώ τρέμω… τρέμω μήπως το κάνω λάθος” της δήλωσε χαμηλόφωνα και αυτή τον τύλιξε με τα δυο της χέρια.
  “Συγχώρεσε με, Αρετούλα μου” της ψιθύρησε βυθίζοντας το πρόσωπό του στο λαιμό της. 
Το κλάμα του Μάρκου ξεχύθηκε στον κόσμο σαν ποταμός ορμητικός πνίγοντας θεούς και δαίμονες. Πεσμένος πάνω στην μικρή του ξεσπούσε σαν παιδί που για δεύτερη φορά το εγκατέλειπαν. Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό του και οι ανάσες του αλλοπρόσαλλα το έσκαγαν απο τα χείλη. Δεν ήθελε, εκείνη, να τον δει έτσι... τόσο αδύναμο, τόσο ευάλωτο, αλλά είχε σπάσει ολόκληρος. Θρύψαλα τα μέσα του και η αλήθεια της αδιανόητη για να μείνει βράχος ακλόνητος. 
Ένας απλός άνθρωπος ήταν που σπάραζε. 
Ένας απλός άνθρωπος που έσπαγε στον πόνο. 
Ένας απλός άνθρωπος που φοβόταν. 
Το κορμί του, τρυπωμένο στην μικρή αγκαλιά της, παλλόταν απο τον θρήνο μα χωρούσε γιατί η αγάπη της ήταν μεγάλη και τον σκέπαζε. Του χάιδευε το κεφάλι τρυφερά και του ψιθύριζε λόγια στολισμένα και φωτεινά.
  Ο Παύλος στην άκρη του δωματίου τα είχε χαμένα. Το έργο που παιζόταν, δραματικό τόσο που έβρισκε στόχο απευθείας στην καρδιά του. Τα πόδια του ριζωμένα και το μυαλό του νεκρό. Ένιωσε ντροπή για το δικό του συναίσθημα που έγραφε το όνομα της Αρετής. Μικρό σαν κόκκος άμμου ενώπιον αυτού του έρωτα που απλωνόταν στα πέρατα της γης. Τα μάτια βούρκωσαν δίχως να το καταλάβει κι ας μην γνώριζε τις αιτίες του πόνου. 
Έπρεπε να φύγει. 
Έπρεπε να αποχωρίσει ως ανάξιος θεατής... και το έκανε.
Ο Μάρκος απομάκρυνε το πρόσωπό του και το έφερε απέναντι απο της Αρετής. Τσαλακωμένο, ρυτιδιασμένο, σκοτεινό και μουσκεμένο. Σήκωσε την παλάμη του και το σκούπησε. Μόλις αυτή κατέβηκε προς τα κάτω αποκαλύπτωντας τα χαρακτηριστικά του ξανά, η κοπέλα είδε την τεράστια αλλαγή στο ύφος του. Το σκληρό προσωπείο είχε έρθει στο προσκήνιο και εκείνος της έσφιξε τα μπράτσα αδιαφορώντας για τα σπασμένα κόκκαλα του χεριού του, σηκώνοντάς την όρθια μαζί του. Έπειτα πήρε απο το πάτωμα μια πεσμένη καρέκλα που δεν είχε καταστραφεί εντελώς και είπε επιτακτικά
  “Κάτσε κάτω”
Η κοπέλα χωρίς σκέψη εκτέλεσε την διαταγή του. Κάθισε ενώνοντας τα γόνατά της και τοποθετώντας τις παλάμες της πάνω τους. Ο Μάρκος άρπαξε το ακουστικό του τηλεφώνου που κρεμόταν μακριά απο τη βάση και κάλεσε βιαστικά ένα νούμερο.
Ο Πέτρος απάντησε αμέσως, σαν να διαισθάνθηκε την σοβαρότητα απο το κουδούνισμα.
  “Θέλω να έρθεις οσο πιο γρήγορα μπορείς στο μαγαζί. Πάρε και τα χαρτιά σου” είπε ο Μάρκος και το έκλεισε χτυπώντας το στο μικρό επιπλάκι μέχρι να το κάνει κομμάτια. Ένας μικρός ατίθασος θυμός για την ώρα είχε ξεθιμάνει και αυτός βολεύτηκε απέναντι απο την τρομαγμένη Αρετή διατηρώντας μια σεβαστή απόσταση. Ακούμπησε το ένα του χέρι στο μεγάλο τραπέζι συνεδριάσεων και χαμήλωσε το κεφάλι του.
  “Μάρκο… το χέρι σου” είπε η κοπέλα με φωνή τρεμάμενη αλλά εκείνος έδειχνε να μην άκουσε λέξη, παραμένοντας σχεδόν ασάλευτος.
  “Μάρκο… μη μου το κάνεις αυτό. Μίλα μου. Τι περιμένουμε;” αναρωτήθηκε στην συνέχεια. 
Οι απορίες τόσες που δεν ήξερε ποια να εκφράσει και ποια έπρεπε να αφήσει για αργότερα.
  “Τον Πέτρο, Αρετη… τον Πέτρο” της απάντησε και τα μάτια της γούρλωσαν.
  “Γιατί;” αναρωτήθηκε με μια παιδική αφέλεια που προσέλκυσε το αυστηρό του βλέμμα πάνω της.
  “Γιατί υπάρχουν αλήθειες που δεν αρκεί να αποκαλύπτονται μέσα σε τέσσερις τοίχους” της απάντησε και αυτή έκλεισε το στόμα της χτυπώντας την παλάμη άγαρμπα στα χείλη.
  “Τρελάθηκες;” αναφώνησε η Αρετή και τινάχτηκε απο τη θέση της σαν ελατήριο.
  “Εντελώς”
  “Τι άλλο θες; ΤΙ ΑΛΛΟ; Κέρδισες αυτό για το οποίο τόσο καιρό μαχόσουν. Δεν σου φτάνει; Δεν θέλω Μάρκο. Δεν θέλω” αντέδρασε η κοπέλα και ο τρόμος σερνόταν πάνω στο πρόσωπό της καθώς αμυνόταν πανικόβλητη απο τις δικές του προθέσεις.
  “Τι μου λες Αρετή; Οτι θα πρέπει να κάνω ησυχία; όπως ο πατέρας της Στέλλας στο νησί σου;” την ρώτησε με τη σειρά του και αργά σήκωσε το βάρος του κορμιού του. 
Το χέρι του ακόμα ζεστό και δεν του πρόσφερε πόνο, δεν θα ήταν άλλωστε τέτοιος όπως εκείνος που του χάρισε ο άτιμος και άνανδρος φίλος του.
  “Έχεις ιδέα τι είναι αυτό που πας να κάνεις; Όλα τα φώτα θα πέσουν πάνω σου. Κόσμος θα σε κυνηγάει πνίγοντάς σε στις ερωτήσεις. Δεν θα μπορείς να ξεμυτίσεις απο το μαγαζί σου και το σπίτι σου. Το όνομά σου θα πάψει να αποτελεί τίτλο σπουδαίων δημιουργιών, αλλά θα είσαι εκείνος που σέρνει τη βιασμένη φίλη του. Κι ύστερα εμένα δε με σκέφτεσαι; Πως θα αποδείξω αυτό που συνέβη; Πως ο λόγος μου δεν θα φανεί αστείος ή ένοχος; όλοι θα απορήσουν γιατί το έκρυψα. Όλοι θα σκεφτούν πως το προκάλεσα. Όλοι θα με κοιτάνε και εγώ θα πρέπει να σκύβω το κεφάλι αποφεύγοντας τα επικριτικά και γεμάτα αμφιβολία βλέματα. Και οι δικοί μου; Τι θα πω στον πατέρα μου και πως να το εξηγήσω στη μάνα μου; Έπειτα είναι και αυτοί που θα μας λυπηθούν. Αυτό θες; Να σε λυπούνται;” του έδωσε μια ιδέα για όσα θα επακολουθούσαν σύμφωνα με τον δρόμο που διάλεγε να διαβούν παρέα. 
  Ο Μάρκος με αργό βηματισμό την πλησίασε και ο όγκος του την επισκίασε. Η απόσταση ελάχιστη και η Αρετή αναγκάστηκε να ρίξει το κεφάλι της πίσω για να καταφέρει να τον κοιτάξει. 
Έδειχνε ατρόμητος. 
Έδειχνε ατσαλένιος και αποφασισμένος, όπως τότε που την προειδοποίησε για τις συνέπειες του χωρισμού τους. 
Μια αδίστακτη ψύχρα την ανατρίχιασε.
  “Κανείς δεν τσαλακώνει την καρδιά μου και μένει ατιμώρητος. Κάτσε κάτω, Αρετή” της απάντησε έτοιμος να κάνει εχθρό του ακόμα και την ίδια.
  Ωστόσο, την πόρτα του γραφείου πέρασε και ο Πέτρος με την δερμάτινη τσάντα του. Κοντοστάθηκε στην αρχή του χώρου και τον επεξεργάστηκε περνώντας πάνω απο τα χαλάσματα, για να αγκιστρώσει το βλέμμα στο μελανιασμένο και ματωμένο χέρι του φίλου του. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και πλησίασε τον Μάρκο.
  “Έμαθες” πέταξε χωρίς ίχνος ερωτηματικού. 
Ήξερε να τον διαβάζει απόλυτα και αυτή τη φορά όλα όσα τον περικύκλωναν μιλούσαν ξεκάθαρα. Ο Πέτρος γύρισε το πρόσωπό του στην Αρετή και ξεροκατάπιε όταν αντίκρυσε μερικά ξεχασμένα δάκρυα και το μαζεμένο κορμί της πάνω στην καρέκλα.
  “Βολέψου” είπε ο Μάρκος χτυπώντας τον ώμο του και απομακρύνθηκε φτάνοντας στην είσοδο.
  “Δεν θα βγεις απο δω εαν δεν σου πει η Αρετή τι συνέβη με κάθε λεπτομέρεια. Δεν θα το κουνήσει κανείς απο τους δύο. Εγώ θα πάω στο νοσοκομείο και όταν επιστρέψω θέλω να έχεις καταγράψει οτι χρειάζεσαι για την απόδοση της δικαιοσύνης. Και πρόσεχε… απαιτώ την εσχάτη των ποινών αλλιως….” δήλωσε ψύχραιμος και αποχώρησε αφήνοντας την πρόταση ατέλειωτη.
  “Αλλιώς…;” μουρμούρησε η Αρετή, αλλά ο Μάρκος είχε ήδη εξαφανιστεί. 
Όχι πως το χέρι του ήταν επείγον μα δυο αιτίες τον είχαν διώξει. Η πρώτη αφορούσε την μικρή του και την ντροπή που θα ένιωθε αν αναγκαζόταν να μιλήσει μπροστά του και η δεύτερη, τον ίδιος που τελικά θα διάλεγε το –αλλιώς- αν άκουγε τις λεπτομέρειες.
 Ο Πέτρος βρήκε ένα πρόχειρο κάθισμα και αφού άνοιξε την τσάντα του έβγαλε ένα μεγάλο μπλοκ σημειώσεων και το χρυσό στυλό του.
  “Αρετή, κοίτα με” της είπε και το κεφάλι της γύρισε απότομα.
  “Έχεις όσο χρόνο χρειάζεσαι για να μου μιλήσεις και πριν το κάνεις θέλω να μη ξεχάσεις κάτι… όσοι φοβούνται την έλλειψη δικαιοσύνης…απλώς δημιουργούν περισσότερη απ’αυτήν” δήλωσε ο Πέτρος και στον τόνο της φωνής του ταξίδευε λίγη τρυφερότητα και πολύ απο τη στήριξη και την κατανόηση που ήταν πανέτοιμος να της προσφέρει. 
Το κλάμα της Αρετής του ράγιζε την καρδιά και επιστράτευσε όλη του την υπομονή δίχως να την πιέσει. Βαθιά μέσα του τσάκωσε τον εαυτό του να επιθυμεί και αυτός παράταση χρόνου πριν την αποκάλυψη, που δεν ήταν απόλυτα βέβαιος οτι ήθελε να ακούσει. Ένας ανεξήγητος κόμπος είχε στρογγυλοκάτσει στο στομάχι του και το στόμα του στέγνωνε. Άρχισε να παίζει νευρικά με το στυλό του όσο εκείνη πάλευε να επαναλάβει την ντροπή. Του έριχνε ματιές και έπειτα γυρνούσε το πρόσωπο απο την άλλη πλευρά αποφεύγοντας αδιάκριτα το βλέμμα του, μέχρι που ο Πέτρος πήρε την θέση του Μάρκου σοκάροντας την.
  “Πες μου το όνομα αυτού που σε άγγιξε Αρετή. Ας ξεκινήσουμε, απλώς, απο ένα όνομα” δήλωσε και τα χείλη της άηχα το σχημάτισαν λες και αν το φώναζε θα προκαλούσε την μεταμόρφωση του κόσμου, μ’ αυτήν υπεύθυνη για την εξαφάνιση των αξιών και των ηθών.
  “Δημήτρης” έγραψε ο Πέτρος ακούγοντας τις βροντές της καρδιάς του. 
Το σενάριο έπαιξε αμέσως στο μυαλό του και έπειτα κατανόησε επακριβώς τι εννοούσε ο Μάρκος με τα τελευταία του λόγια.

-Απαιτώ την εσχάτη των ποινών αλλιώς … θα τον σκοτώσω-


Δύο επιλογές και καμιά τρίτη ως εναλλακτική. Δύο δρόμοι και αυτός θα έπαιρνε εκείνον που η Αρετή θα του άφηνε... αλλά το σίγουρο ήταν πως ο Μάρκος θα δρούσε για άλλη μια φορά στα άκρα!

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.