Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.22

-22-
  Ερχόταν και η ίδια αντιμέτωπη με την αλήθεια που τόσο καιρό έθαβε. Είχε κηδέψει αυτό που της συνέβη πιστεύοντας πως, κρύβοντάς το απο το φως, θα της περνούσε. Θα γιατρευόταν απο την αρρώστια που είχε προσβάλει την ψυχή της. Μα ήταν ανίατη και όσο ο καιρός κυλούσε τόσο αυτή εξαπλωνόταν μέσα της.
Ένιωθε τα μάτια του Μάρκου να τρυπούν το σώμα της και η φωλιά της αγάπης, η καρδιά της, κλεινόταν απο αγκαλιά σκληρή.
  “Όταν τελείωσε μ’ άφησε να κάνω ένα μπάνιο. Ήθελα… αυτό ήθελα… να ξεπλυθώ. Τι άλλο να έκανα;” αναρωτήθηκε ελπίζοντας να την δικαιολογήσει εκείνος.
  “…με περίμενε στο σαλόνι. Πως μπορούσε να με περιμένει και εγώ;…εγώ πως μπόρεσα να πάω ως εκεί;” απορούσε για χιλιοστή φορά.
  “Το μυαλό μου είχε σταματήσει ώρες νωρίτερα… σαν ταινία που της κάηκε η βασική σκηνή… έτσι το προσπέρασα και κάθισα απέναντί του. Ήξερα πως όλα είχαν τελειώσει. Σήκωσα τα μάτια μου πάνω του και σε είδα. Ήσουν τόσο θυμωμένος… μαζί μου τα έβαζες και δε σ' αδικούσα. Όλοι, μαζί μου θα τα έβαζαν το ξέρω καλά… ακούω τα λόγια τους κάθε βράδυ… -έτσι πως ήταν ντυμένη τι περίμενε;-… -τα ήθελε και τα έπαθε-… -πρώτα κουνάνε την ουρά τους και ύστερα κλαίγονται-… -και αυτός άντρας είναι, τι να κάνει;-…- η γυναίκα πρέπει να είναι σεμνή όχι να προκαλεί και μετά να το παίζει δύσκολη-. Όλοι μαζί μου θα τα βάζατε, το ξέρω καλά. Το έχω ξαναδει να συμβαίνει. Η Στέλλα, τότε στο νησί, ήταν μόλις δεκαέξι και ήθελε να το φωνάξει… ήθελε να βγει και να τον δείξει μα στο τέλος όλοι έδειχναν εκείνη. Ο πατέρας της την έκλεισε στο σπίτι απο ντροπή και αυτός περπατά μέχρι σήμερα στο χωριό με το κεφάλι σκυφτό. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να τσαλαπατάς την περηφάνεια του πατέρα σου; Ξέρεις πόσες τύψεις σε γεμίζει αυτό; μέχρι που πλέον αποφασίζεις οτι το φταίξιμο είναι όλο δικό σου. Αρχίζεις και βρίσκεις τα λάθη σου. Αρχίζεις και αναρωτιέσαι τι θα γινόταν –αν- … αν δεν ήσουν έτσι ντυμένη…αν δεν πήγαινες απο εκείνον τον δρόμο…αν δεν σε κατακτούσε ο φόβος και τελικά έτρεχες… αν μπορούσες να φωνάξεις πιο δυνατά… αν αντιστεκόσουν ως το τέλος… αν δε μιλούσες… αν… αν… αν. Αν δε γεννιόσουν” είπε στο τέλος και αγκάλιασε τον εαυτό της σφιχτά.
  “Τι να έκανα; Αν δεν μιλούσα και έμενα μαζί σου…πως θα σε κοιτούσα; Αν έμενα πως θα σε άφηνα να με αγγίζεις χωρίς να καταλάβεις; Αν προσποιόμουν πως δεν μου συνέβη ποτέ πως θα βρισκόμουν στον ίδιο χώρο μαζί του;” ρωτούσε όλα αυτά που η ίδια δεν μπορούσε να απαντήσει.
  “Κι αν μιλούσα θα με ήθελες; Αν μιλούσα και μ’ έδιωχνες; Αν μιλούσα πως θα με κοιτούσες; Αν μιλούσα τι θα συνέβαινε σ’ εσένα; Το όνομά σου; Η φήμη σου; Η καριέρα σου; Ο πατέρας μου; Αν… τότε τι;” συνέχισε.
  “Πίστευα πως θα μ’ άφηνες να φύγω. Πίστευα πως θα με ξεχνούσες και έτσι θα ξεχνούσα και εγώ” συμπλήρωσε.
  Η Αρετή ήταν ένα απο τα πολλά θύματα που στο τέλος ένιωθαν θύτες. Υπαίτιοι του κακού σ’ έναν κόσμο που ενώ οδηγεί τις γυναίκες να γίνουν σεξουαλικά αντικείμενα έπειτα τις κατηγορεί για ακριβώς αυτήν τη συμπεριφορά. Στον κόσμο που σπρώχνει τα θηλυκά να προβούν σε χειρουργικές επεμβάσεις με σκοπό να βελτιώσουν την εικόνα τους και ύστερα τις θεωρεί προκλητικές. Στον κόσμο που πλάθει πρότυπα διαφημίζοντας τη γύμνια.  Στον κόσμο που τείνει να βρίσκει δικαιολογίες και ελαφρυντικά στην εγκληματική πράξη του βιασμού. Στον  κόσμο που κοιτά προς την πλευρά του ινδικού ρητού οτι όποιος μεγαλώνει κόρες είναι σαν να ποτίζει τον κήπο τού γείτονα. Στον κόσμο που φωνάζει οτι το ανθρώπινο κορμί είναι ιερό και έπειτα με τους ψίθυρους σωπαίνει την εξομολόγηση της παραβίασής του. Στον κόσμο που επειδή δεν μπορεί να δει τη μορφή της ψυχής θεωρεί οτι έχει δικαίωμα να την λερώνει. Σ’ αυτόν τον κόσμο η Αρετή ήταν ακόμα ένα θύμα που όσες φορές και να πλενόταν δεν θα καθάριζε τις μνήμες της ούτε και τη βρωμιά που είχε γίνει ένα με τη σάρκα της. Ένα θύμα που τα όνειρά της δεν θα ήταν ποτέ τα ίδια. Τις νύχτες βιώνε ξανά και ξανά την πρόκλησή της, όπως η κοινωνία θα έλεγε. Οι οσμές ζωντάνευαν μαζί με τις εικόνες. Η μυρωδιά του φόβου της και η αίσθηση του ιδρώτα οι πιο συχνοί επισκέπτες της και αυτή αναρωτιόταν τι μπορούσε να πει… πως να το έλεγε χωρίς να ντραπεί και κανείς να μην την κατηγορήσει; Κι ο Μάρκος; Δεν ήταν άδικο γι αυτόν; σκεφτόταν, ξεχνώντας τον εαυτό της καθώς το οδυνηρό της τραύμα θα βρισκόταν πάντα εκεί… πάνω της και μέσα της, να το κουβαλάει ως τα βαθιά γεράματα. Το ήξερε και έμοιαζε να το συνηθίζει γρήγορα, να το κάνει δικό της περνώντας στα επόμενα πιο σημαντικά θέματα της ζωής της που δεν ήταν άλλα απο τον έρωτά της και την προστασία του. Γνώριζε πως η ασφάλειά της είχε χαθεί και φοβήθηκε για εκείνον.
  Η Αρετή ήταν θύμα μιας κοινωνίας που φαινομενικά εξελισσόταν κρατώντας τις μουχλιασμένες νοοτροπίες μακριά απο την πρόοδο της. Κοινωνία που διαδηλώνει για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα καταπατά στην πρώτη ευκαιρία. Κοινωνία αμαρτωλή που κατοικείται απο αναμάρτητους. Κοινωνία που σωπαίνει μπρος στο κακό και το δικαιολογεί απο φόβο μην πέσει πάνω του. Που κλείνει την πόρτα, τα μάτια και τα αφτιά λες και έτσι θα το ξορκίσει. Φτωχοί σε πνεύμα άνθρωποι αναζητούν έναν καλύτερο κόσμο αλλά απ' τους άλλους. 
  
  Και η Αρετή ήταν θύμα που είχε γίνει θύτης αποφεύγοντας την αλήθεια. Την αλήθεια… τη μόνη αρετή που αξίζει θυσίες. Την αλήθεια που όλοι θα έπρεπε να υψώνουν ως έμβλημα. Να την λένε ολόκληρη με φωνή σταθερή και δυνατή. Να τη δίνουν απλόχερα και όχι να τη συνθλίβουν κάτω απο τα πέλματα μιας κατασκευασμένης δικαιοσύνης και  μιας ανήθικης ηθικής.

  “Δεν είχα δικαίωμα να σ’αγαπω…δεν είχα δικαίωμα να ζητώ την αγάπη σου” του είπε και έκανε ησυχία μήπως καταφέρει να ακούσει έστω την ανάσα του.
Τίποτα. Λες και ο Μάρκος είχε πεθάνει όρθιος. Λες και η ζωή έφυγε απο μέσα του και αυτός παρέμενε στο ύψος του. Λες και όσα του έλεγε είχαν γίνει τέρας αδίστακτο που τον μαρμάρωσε κοιτώντας τον στα μάτια. Μια κατάρα που κανείς δεν θα την έλυνε.
  “Δεν είχα δικαίωμα να μπω ανάμεσα σε εσένα και εκείνον. Να διαλύσω τόσα χρόνια φιλίας … να γίνω αιτία να τον χάσεις… ίσως και να τον μισήσεις. Δεν είχα δικαίωμα” συνέχισε και ένιωσε παγωνιά. Κρύωνε ξαφνικά και η αγκαλιά της δεν ήταν αρκετή. Το συρικνωμένο κορμί της έστριψε και το πεσμένο βλέμμα της ένοχα σύρθηκε στο πάτωμα μέχρι τα πόδια του Μάρκου. Κοντοστάθηκε εκεί και έπειτα σκαρφάλωσε στο ακίνητο σώμα του φτάνοντας τελικά στο πρόσωπο του. Το κλάμα της βουβό και θρηνώδες ταυτόχρονα. Τα δάκρυα μυριάδες μουτζούρωναν το νεανικό δέρμα της χαράζοντας καταύμαυρα μονομάτια και τα χέρια της πάλευαν να τυλίξουν το κορμί της μέχρι αυτό να χαθεί απο μπροστά του. Η Αρετή παρατήρησε το στέρνο του που παλλόταν με ηρεμία και ένιωσε ανακούφιση, μα η σιωπή του χειρότερη απ’όλες τις κραυγές του κόσμου. Την έθαβε ζωντανή. Την έκαιγε σαν μάγισσα και την καταδίκαζε να υπηρετεί τον διάβολο για πάντα.
Απότομα το πέπλο της ησυχίας τινάχτηκε πάνω απο τα κεφάλια τους και έπειτα έσβησε μόλις τα χείλη του Μάρκου ξεκόλλησαν.
  “Τι λες Αρετη;” την ρώτησε τόσο χαμηλόφωνα που αυτή δυσκολεύτηκε να τον ακούσει.
  “Δεν… δεν κατάλαβα τι λες” συνέχισε με τα μάτια πλέον κολλημένα στο μουσκεμένο θολό της βλέμμα.
  “Τόση ώρα προσπαθώ … τι λες Αρετή; “ συμπλήρωσε χωρίς το σώμα να αντιδρά. Μόνο η φωνή του είχε βρει ελάχιστη δύναμη να τον εκπροσωπίσει μα εκείνη δεν είχε άλλη για να εξηγήσει. 
Τι να εξηγήσει πλέον; 
Πως να πει ποια ήταν; 
Ποια ήταν;
  Το κεφάλι του Μάρκου κρεμάστηκε αδύναμο προς τα κάτω και τα βλέφαρα έκλεισαν. Σούφρωνε τα χείλη του διώχνοντας τον αέρα για να ρουφήξει ξανά όσο περισσότερο μπορούσε. 
Η Αρετή κάτι του είχε πει. 
Τι του είχε πει; αναρωτήθηκε. 
Η καρδιά βροντοχτύπησε και ένας πόνος καρφώθηκε στο κέντρο της. 
Η Αρετή κάτι του είχε πει. 
Τι του είχε πει; ρωτούσε το νου του και ένας θόρυβος γυαλιού που θριμματίζεται έφτασε στα αφτιά του. 
Το στομάχι του σφίχτηκε και τα λόγια της ξεσκεπάστηκαν κάτω απο τα κλειστά του μάτια. Κάθε λέξη μια πράξη και κάθε πράξη αλλόκοτη πληγή. Σ' έναν ολόκληρο ωκεανό αυτός είχε γευτεί μόλις μια δόση έρωτα. Σ' ένα ολόκληρο ωκεανό και αυτός κολυμπούσε στη στεριά. Σερνόταν ανάξιος ολότελα να προφυλάξει απο χέρια αδέξια το καλύτερο ταξίδι του. 
Η Αρετή κάτι του είχε πει και αυτός σιγά σιγά καταλάβαινε τα κακόφωνα λόγια της που του πρόσφεραν την πιο παράλογη και επικίνδυνη κούρσα. 
Μια σκέτη σκευωρία μοίρας και ανθρώπου που τον ζήλεψαν. Εκλιπαρούσε να ανοίξει τα μάτια και να είναι όλα ένα ψέμα. 
Χαμογέλασε. 
Πρόδιδε τον εαυτό του αφού άξαφνα δεν αγαπούσε την αλήθεια. Όλοι αδίστακτοι και οι δικές τους ψυχές παρείσακτες. 
Τι να εξηγήσει; 
Πως να πει ποιος ήταν κατα βάθος; 
Ποιος ήταν; 
Η Αρετή κάτι του είχε πει. 
Του είχε πει και όλα γύρω του άλλαξαν. 
  Σήκωσε το πρόσωπο και κοίταξε ευθεία με ύφος ανερμήνευτο. Τόσο παγωμένο που έσβηνε τις φλόγες της κόλασης με μιας.
Ο Μάρκος πλησίασε την πόρτα του γραφείου του και απλώνοντας το χέρι τράβηξε το κλειδί. Το έτεινε στο πλάι προς την μεριά τής Αρετής δίχως να την κοιτάξει. Εκείνη έριξε το βλέμμα στα δάχτυλά του που το κρατούσαν ανάμεσα τους και έπειτα τα επέστρεψε ξανά στο πρόσωπό του που, παρά την απραγία του, έβγαζε άναρχες κραυγές.
  “Πάρτο Αρετή. Βγες έξω και κλείδωσε την πόρτα. Θα καταλάβεις πότε πρέπει να ανοίξεις ξανά” της ζήτησε.
  “Μάρκο…” ψέλλισε και το κορμί της δίπλωσε.
  “Κάνε αυτό που σου λέω” επέμεινε εκείνος και αυτή πετάχτηκε μπροστά του.
  “Μίλα μου, σε παρακαλώ” τον ικέτευσε με το κεφάλι της ορθωμένο να ψάχνει απεγνωσμένα το βλέμμα του.
  “Αρετή πρέπει να φύγεις. Πρέπει να βγεις έξω και να κλειδώσεις την πόρτα” συνέχισε ο Μάρκος. Ούτε τώρα θα τον κέρδιζε, αφού και ο ίδιος έχανε απο τον εαυτό του. 
Ούτε τώρα θα τον έπαιρνε με το μέρος της αφού και ο ίδιος δεν δεχόταν τον εαυτό του. 
Η κοπέλα σήκωσε απο το πάτωμα το τζάκετ της, το φόρεσε κουμπώνοντάς το ως το λαιμό και πήρε το κλειδί απο το χέρι του. Άνοιξε την πόρτα, έκανε μόλις ένα βήμα και κλείνοντάς πάλι, γύρισε και την διπλοκλείδωσε. Οι παλάμες της έπεσαν πάνω στο βαρύ ξύλο που για άλλη μια φορά την κρατούσε μακριά απο τον έρωτά της και μια αλήθεια… απαραβίαστο λουκέτο της ψυχής. 
Η Αρετή του τα είχε πει και αυτός τα είχε καταλάβει. 
Η Αρετή δε χρειαζόταν να εξηγήσει ποια κατά βάθος ήταν, γιατί αυτός γνώριζε. 
Η Αρετή ήταν θύμα και αυτός τόσο καιρό προσπαθούσε να κάψει τις στάχτες της. 
Η Αρετή ήταν, μα αυτός είχε μόλις γίνει. 
Ένα θηρίο που ζητούσε απο τους άμοιρους ανθρώπους να προφυλαχτούν απο το μένος του. Ένα τέρας αδάμαστο που λυπόταν τους καημένους θνητούς και τους έδειχνε ένα προσωρινό τρόπο για να σωθούν. 
Η Αρετή του είχε πει και αυτός είχε καταλάβει.

  Μέσα στο κλουβί του ο Μάρκος ένιωσε άνετα και μετά απο μερικά δευτερόλεπτα γαλήνης, η γροθιά του πέταξε στον αέρα και, χάνοντας όλες τις αισθήσεις του, την έριχνε πάνω στον τοίχο με μανία απίστευτη, λες και το άκρο δεν του άνηκε, λες και ο τοίχος ζούσε και αυτός θα τον σκότωνε στο ξύλο. Η σάρκα του άρχισε να ανοίγει και το αίμα άφηνε το αποτύπωμά του. 
Μια ζωγραφιά πόνου και αδικίας. 
Σχέδιο αμαρτωλό που δεν θα εξιλεωνόταν με κανέναν τρόπο. 
Το χτυπούσε και δεν θα σταματούσε μέχρι να το διαλύσει. Προσπαθούσε να νιώσει, προσπαθούσε να αισθανθεί. Μέσα του οι εκρήξεις διαδέχονταν η μία την άλλη και όσο περνούσε η ώρα, η άτιμη ώρα, αυτές γίνονταν όλο και πιο ισχυρές. Δε σκεφτόταν παρά είχε χαρίσει το μυαλό του σ’αλλόκοτες δυνάμεις. Δεν χόρταινε το τέρας μέσα του, δεν ξεδιψούσε και το κορμί γέλασε σατανικά στη σκοτεινή λαχτάρα του. Πετάχτηκε στην άλλη άκρη και δεν έδειξε έλεος σε τίποτα. Εμπόδια στην σαρωτική του πρόθεση και εγκληματική του τάση. Κατέστρεφε οτι έπιανε χώρο γύρω του και συνέχιζε στο επόμενο μέχρι που στο τέλος έπεσε στο πάτωμα. 
Κάθισε στα γόνατα και κρέμασε τους ώμους του. 
Η Αρετή του είχε πει, μα ο Θεός ακόμα ούτε λέξη!


  Ο Μάρκος εξορίστηκε και θα έπαιρνε μαζί του όλα τα σάπια ενός κόσμου που τον δίδαξε το ψέμα απο μικρό. Όλα τα άτιμα και τα νοτισμένα απο αδικοπραγία αυτός θα τα σήκωνε στις πλάτες του και αγκομαχώντας θα τα πέταγε στο χέραβος απ’όπου είχαν ξετρυπώσει. 
Ο Μάρκος θα γινόταν η φωνή της Αρετής και θα ούρλιαζε στον κόσμο το όνομα του θύτη!

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.