Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.21

 -21-

  Παγωμένη, η Αρετή στεκόταν αντίκρυ απο τη βαριά πόρτα. Τι περίεργο, σκέφτηκε... ένα κομμάτι χοντρού ξύλου είναι τόσο ικανό να σε βαστά μακριά απο τον έρωτά σου και χώρια απο την αλήθεια. Με μια απλή κίνηση θα μπορούσε να την ανοίξει μα είχε ξεχάσει πως γινόταν. Μια τρέλα στο κεφάλι της έπαιρνε τα ηνία. Τρέλα ολόλευκη και φωτεινή, τόσο, που κατάφερνε να την τυφλώσει μπρος στα γεγονότα και να μετατρέψει το συνηθησμένο σε κάτι απέριγραπτα δύσκολο. Δεν ήταν έτοιμη για αυτό αλλά δεν είχε επιλογές. Τα χείλη της απλώθηκαν σχηματίζοντας ένα χαμόγελο απρόσμενο. Της το είχε πει πως δεν θα της άφηνε καμία και εκείνη δεν τον πίστεψε. Της είχε πει πως θα έσβηνε τα μονοπάτια της, πως θα κατέληγε σε εκείνον, μα αυτή επέμενε να παλεύει μ' ένα θηρίο αήττητο.
Κρατούσε το βλέμμα της ελαφρά χαμηλωμένο και τα χέρια της κρεμασμένα πλάι σε ένα κορμί εξαντλημένο. Ένα σώμα που κουβαλούσε ψυχή άτιμα λαβωμένη. Ένιωθε ντροπή. Ένιωθε φόβο αλλά τα λόγια του πατέρα της σχηματίστηκαν ξανά στο μυαλό της. 

–Αυτόν τον κόσμο θες να παραδώσεις;-

  “Όχι” μουρμούρησε με μια αβεβαιότητα που είχε αποφασίσει να της αντισταθεί. Πάντα επαναστατούσε απέναντι στ’ άδικο μα αυτή τη φορά έτρεμε τις συνέπειες της αλήθειας που λάτρευε. Οι δυο τους φίλες, και την δυσκόλευε χωρίς η Αρετή να βρίσκει απάντηση στο δικό της –γιατί-. 
Στο βάραθρο της απελπισίας πια είχε προβάρει τα λόγια της όλη νύχτα, αλλά έξω απο την πόρτα του αυτά το έβαλαν στα πόδια. Ο Μάρκος δεν θα την λυπόταν και τώρα πλέον το γνώριζε καλά. Δεν θα έκανε βήμα πίσω γιατί η αγάπη του ήταν αδίστακτη. Η αγάπη του δεν ήταν εξαίρεση σε κανόνες ούτε και κανόνας απο μόνη της. Η αγάπη του ήταν μια έκπληξη… κάθε φορά διαφορετική. Ήταν ο αέρας που είχε ανάγκη όταν βρισκόταν κάτω απο το βυθό και γνώριζε πως, αν δεν τάραζε τα νερά για να βγεις στην επιφάνεια, σύντομα ο θάνατος θα τον έβρισκε. Η αγάπη του ήταν τα μυστικά της καρδιάς που ο νους δεν μάθαινε. Ήταν το κακό και το καλό μαζί, που παρέα γεννούσαν το ακραίο, το απερίγραπτο και το αδιανόητο. Κάθε μάχη στο όνομά της μια ανακάλυψη των ορίων του που έπρεπε να ξεπεράσει. Ρίσκο που επιβαλλόταν να πάρει και στόχος που ένιωθε την ανάγκη να πετύχει. 

Η αγάπη του Μάρκου ήταν ο μέγας κυρίαρχος σ’ έναν κόσμο γεμάτο υποτακτικούς, με πρώτο τον ίδιο.

  Η Αρετή ένιωθε σε κάθε της κύτταρο πως ήταν χαμένη μα τον δικαιολογούσε γιατι δεν αγαπούσε εκείνη αλλιώτικα. Το αντίθετο, θα καλούσε μέχρι και τον διάβολο για σύμμαχό της αν χρειαζόταν. Θα φώναζε δαίμονες τρομερούς, αν την ανάγκαζε, για να κραυγάσουν μαζί της πόσο τον λατρεύει. Έτσι και αλλιώς αυτός που αγαπά αληθινά αν θέλει να δει τα εμπόδια να γίνονται στάχτες θα πρέπει να σταθεί στην κορυφή της φωτιάς. 

Κι αυτή ήταν ακριβώς αυτό, αποκαϊδια και εκείνος ακριβώς το ανάλογο, άρχοντας της φλόγας και η αγάπη ακριβώς το αντίστοιχο, οτι απέμενε.

  Σήκωσε την γροθιά της και ρυθμικά χτύπησε την πόρτα. Δεν ξέρει τον λόγο που επέλεξε αυτόν τον ήχο. Λίγο πένθιμος και λίγο ηττημένος. Η φωνή του της επέτρεψε να περάσει και αυτή το έκανε μουδιασμένη απ' το άγχος.
Ο Μάρκος καθόταν στο γραφείο του και σηκώνοντας το βλέμμα πάνω στον επισκέπτη, αυτό άστραψε. Η Αρετή είχε εμφανιστεί μ’ ένα φόρεμα αρκετά προκλητικό. Το μήκος του στα όρια του γυμνού και το πάνω μέρος δυο ανάξιες λωρίδες υφάσματος που έκρυβαν το στήθος της μετά βίας. Τα χυτά λεία πόδια της έτρεχαν άψογα μέχρι τις ψηλές, άκρως θηλυκές, γόβες της... ενώ τα μαλλιά της λαμποκομπούσαν βολεμένα στους καλοσχηματισμένους ώμους της. Στο ένα της χέρι βαστούσε σφιχτά ένα λεπτό τζάκετ που είχε τσαλακωθεί μέσα στην αδίστακτη και ιδρωμένη παλάμη της. 
Το βήμα της ευγενικό και παράλληλα διακριτικό, λες και αν απελευθέρωνε τη δυναμική του τα τακούνια θα τρυπούσαν τη γη ως τον πυρήρα της. Κοντοστάθηκε απέναντί του και τα μάτια της διένυσαν την μικρή διαδρομή ως τα δικά του που είχαν ανταριάσει στη θέα της. Η ανάσα του πάλευε να προλάβει τους παλμούς του και η ταραχή προκαλούσε πόνο στο στήθος του. Τα μεγάλα χέρια του απλώθηκαν πάνω στο ξύλο και τα μπράτσα φούσκωσαν στη προσπάθεια να βοηθήσουν το σώμα να σηκωθεί.
  “Δυο πράγματα θα δεχθώ οτι συμβαίνουν. Ή θες να με αποπλανήσεις για να τα παρατήσω ή απλώς μου κάνεις πλάκα” της είπε χαμηλόφωνα μα εκείνη ξεροκατάπιε γυρνώντας το πρόσωπο σε αντίθετη μεριά απο το δικό του. Οι παλάμες της ίδρωναν ασταμάτητα και σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια. Με το νου σχεδίασε τους τρόπους απόδρασης όμως κανείς τους δεν θα πετύχαινε, κανείς τους δεν θα την βοηθούσε να ξεφύγει.
  “Θα τα παρατήσεις;” τον ρώτησε αποφεύγοντας το βλέμμα του.
  “Αν αυτόν τον τρόπο επέλεξες για να το πετύχεις… τότε θα γίνω χειρότερος” της απάντησε και το σαγόνι της άγγιξε τον ώμο.
  “Δεν μπορώ να πουλήσω το σπίτι του πατέρα μου. Είμαι καταδικασμένη γιατί ούτε τα χρήματα μπορώ να βρω” συνέχισε με το κεφάλι της ακόμα στην ίδια θέση, μακριά του.
  “Και…;” αναρωτήθηκε ο Μάρκος ακούγοντας την ευάλωτη καρδιά του. Αυτή η απορία ακόμα μια δική της ευκαιρία. Αυτή η ευκαιρία ακόμα ένα δώρο απο εκείνον.
  “Άσε με να φύγω. Άσε με να εξαφανιστώ” του είπε και αυτός έκανε μισή βόλτα γύρω απο το γραφείο του φτάνοντας στο πλάι της. Το στέρνο του σχεδόν κολλημένο στο κρεμασμένο χέρι της και τα μάτια του περιπλανήθηκαν πάνω της. Πέρασαν απο το λαιμό της, σκαρφάλωσαν στην καμπύλη του ώμου της και κύλησαν στο στήθος της πέφτοντας στο έδαφος που αυτή πατούσε.
  “Κοίτα με στα μάτια και πες μου πως αυτή η αγάπη δεν είναι δική μου. Κοίτα με στα μάτια και πείσε με πως έχασα... κι ας φωνάζει η καρδιά μου το αντίθετο. Κοίτα με στα μάτια Αρετή και εγώ θα σ’ αφήσω” της ψιθύρησε και η δειλία της έγινε η κραυγαλέα απάντηση στις απαιτήσεις του μυαλού του. Η παλάμη του κλείδωσαν το πρόσωπό της και ασυγκράτητα το τράβηξε απέναντί του.
  “Δεν έχω φτάσει ποτέ εδώ Αρετή αλλά ξέρω καλά πως αν οι πράξεις σου είχαν σώμα θα ήταν σκέτο ψέμα. Δεν αντιστέκεσαι σ' εμένα… τον εαυτό σου πολεμάς και πάλι χαμένη βγαίνεις. Τα λόγια σου θέλουν θάρρος μα τα φυλακίζεις και όλα έχουν γίνει φλόγα στο αίμα σου. Αποφεύγεις τα ολοκάθαρα Αρετή, χωρίς να γνωρίζεις πως απ’αυτά δε μπορείς να κρυφτείς. Η αλήθεια είναι δικαίωμα μου. Η αλήθεια είναι υποχρέωσή σου. Το μόνο που μένει είναι να υπωθεί και τα πάντα θα πάρουν το δρόμο τους. Αν πρέπει να συνεχίσουμε χώρια τότε έτσι θα γίνει. Μα αν είναι γραφτό να προχωρίσουμε πλάι πλάι, πάψε να μάχεσαι σπαταλώντας πολύτιμο χρόνο απο τις στιγμές μας” της δήλωσε. 
Αυτή απότομα του γύρισε την πλάτη ξεφεύγοντας απο την λαβή του και απομακρύνθηκε. Το βαθύ χαμόγελο του φορέματός της που έφτανε λίγο κάτω απο τη μέση της έκανε τον Μάρκο να κλείσει τις γροθιές του και να σφίξει τα δόντια.
  “Νόμιζα πως θα μ’ άφηνες ήσυχη. Νόμιζα πως θα με ξέχναγες επειδή έφυγα έτσι. Νόμιζα πως θα βαριόσουν μετά απο τόσες άκαρπες προσπάθειες. Νόμιζα πως τέτοια δύναμη σ’ αγάπη δεν υπάρχει” την άκουσε να λέει και έσμιξε τα φρύδια του δίχως να την διακόψει. Πρώτη φορά έλεγε περισσότερα από ένα –σε παρακαλώ- και ένα –άσε με-.
  “Τι σκέφτεσαι βλέποντάς με έτσι ντυμένη;” ρώτησε στη συνέχεια αιφνιδιάζοντάς τον. 
Ο Μάρκος άνοιξε το στόμα του και ομολόγησε το συναίσθημα που του προκαλούσε η θέα της.
  “Πόσο θέλω να σε κρύψω στην αγκαλιά μου να μη σε βλέπει άλλος. Να σου φωνάξω θέλω, οτι ζηλεύω μέχρι θανάτου και ύστερα να σου ψιθυρήσω πόσο ελκυστική είσαι. Η ομορφότερη. Να σε σφίξω λέγοντας οτι σε θέλω σαν τρελός. Οτι η καρδιά μου θα εκραγεί. Το σώμα μου σε ζητάει και λαχταράω κάθε σημείο του δικού σου κορμιού που είναι γυμνό να το σκεπάσω με τα χείλη μου. Θέλω να χαλάσω αυτό το φόρεμα για να μην το ξαναδω πάνω σου ποτέ. Πως να μετρήσω όσα νιώθω δεν ξέρω” της απάντησε και είδε το κεφάλι της να χαμηλώνει μα δεν μπορούσε να αντικρύσει τα κρυσταλένια της δάκρυα που έτρεξαν στα μάγουλά της και αυτοκτόνησαν στο έδαφος. Τα δάχτυλά της άνοιξαν και το βασανισμένο τζάκετ απελευθερώθηκε πέφτοντας στο πάτωμα πλάι στα πόδια της. Τα γόνατα έτριζαν απο το τρέμουλο και οι ώμοι ανεβοκατέβαιναν εξαιτίας της ψυχής που έπαιρνε φόρα για να πέσει καταπάνω του. Θα άντεχε άραγε; αναρωτήθηκε απο μέσα της και τα βλέφαρα σφραγίσαν κρατώντας στη σκοτεινιά ματιά και νου.
  “Μου έλειπες…” ψέλλισε έπειτα απο μερικά δευτερόλεπτα βασανιστικής σιωπής και η καρδιά τού Μάρκου έμεινε για λίγο ακίνητη.
  “…μόλις μου γύρισες την πλάτη στο αεροδρόμιο…στα πρώτα κιόλας βήματα μακριά… μου έλειπες. Ήθελα να σου φωνάξω. Ήθελα να σε σταματήσω να σου πω πόσο δίκιο έχεις. Δυο βδομάδες ήταν πολλές... πάρα πολλές... αλλά ζήτησα στον φίλο σου γρήγορα να με πάρει απο εκεί για να μην γίνω αιτία να πετάξεις μια τέτοια ευκαιρία. Είχα αποφασίσει να σφίξω τα δόντια και ν' αντέξω για χάρη σου. Τα πάντα θα έκανα για χάρη σου. Χρόνος ήταν... και αυτός πάντα περνάει ...εγώ απλώς θα τον ανεχόμουν μέχρι να γυρίσεις” εξομολογήθηκε και τα κλειστά της μάτια μούσκευαν σε κάθε λέξη ολοένα και περισσότερο παρασύροντας το μακιγιάζ της.
  “Δεν ήθελα τίποτα…μόνο να σου μιλάω. Μισούσα τις νύχτες που γίνονταν ατέλειωτες  μέχρι να ξημερώσει και να σε ακούσω… λες και με είχαν καταλάβει και το έκαναν επίτηδες. Δεν είχα όρεξη για τίποτα. Και τι να έκανα δηλαδή χωρίς εσένα; Που να πήγαινα; Όλα βαρετά και ανούσια. Έτσι, δούλευα και έπειτα έτρεχα στο σπίτι μας. Εκεί τουλάχιστον έπαιζα με τη μοναξιά μου. Σε φανταζόμουν να τριγυρνάς στο σαλόνι, να στέκεις στο παράθυρο και να μαγειρεύεις στην κουζίνα. Δεν μου έφτανε μα κάπως άντεχα τις μέρες μακριά σου. Τις μετρούσα ξέρεις, σαν φυλακισμένη, σαν τρελή. Μου έλειπες. Η αγκαλιά σου μου έλειπε. Η φωνή σου μου έλειπε. Το πρόσωπό σου, τα χείλη και τα μάτια σου… όλα μου έλειπαν. Πως να μετρήσω όσα ένιωθα;” συνέχιζε και άπλωσε τα χέρια της στο κενό ψάχνοντας για στήριξη. Τα πόδια δεν βαστούσαν την ασήκωτη καρδιά της. Έσυρε τα τακούνια της λιγάκι πιο δίπλα και ακούμπησε πάνω σε ένα χαμηλό έπιπλα που ξεκινούσε πλάι στην πόρτα. Το κορμί έγειρε και ενώ ο Μάρκος ήθελε να πεταχτεί κοντά της, το απέφυγε με δυσκολία. 
Το κλάμα της δυνάμωσε. Οι λυγμοί επιβλήθηκαν και τα δάκρυα προσπαθούσαν να ξεπλύνουν, μάταια, τα πραχθέντα.
  “Τα γενέθλια της Κατερίνας ήταν η πρώτη μου έξοδος. Δεν είχα πολύ διάθεση αλλά…” είπε και έκλεισε το στόμα της χτυπώντας την μια παλάμη της πάνω στα χείλη. Ο νους της πονούσε, όπου και να τον άγγιζαν τα λόγια, υπέφερε. Όμως το χειρότερο βασανιστήριο το περνούσε η ψυχή με την καρδιά. Μάτωναν και οι δύο.
  “…δεν κατάλαβα τι έγινε… ζαλιζόμουν απο το κρασί και τη χαρά που η μέρα της επιστροφή σου πλησίαζε. Ο κόσμος γύριζε, χόρευε μπρος στα μάτια μου και το σώμα μου ακολουθούσε τα βήματα. Μόλις μπήκα στο σπίτι το μόνο που είχα ανάγκη ήταν να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Παραπατούσα και πολλές φορές μου ξέφευγαν γέλια μαλώνοντας τον εαυτό μου. Σκεφτόμουν οτι θα έκανες το ίδιο αν με έβλεπες έτσι …και θα το κρατούσα μυστικό…μικρό μυστικό. Είχα περάσει όμορφα… δεν κατάλαβα τι έγινε… δεν κατάλαβα πως έγινε… δεν κατάλαβα πως βρέθηκε στο σπίτι μας…” έλεγε και τα λόγια της άρχισαν να γίνονται ακαταλαβίστικα, τόσο που ο Μάρκος πίστεψε οτι δεν έφταναν ολοκληρωμένες οι προτάσεις ως εκείνον. Πίστεψε πως χάνονταν στη διαδρομή οι πιο αδύναμες λέξεις. Οι ρυτίδες αργά αργά εμφανίστηκαν το μέτωπό του και το βλέμμα του στένεψε στον ίδιο ακριβώς ρυθμό.

  “…τα χέρια του με ξάφνιασαν και σήκωσα τα μάτια στον καθρέφτη… θολό το βλέμμα με πρόδιδε και αυτός με έσφιγγε. Θυμάμαι το κορμί του να πιέζει το δικό μου σαν να ήθελε να με σπάσει. Το κεφάλι μου γύριζε, το στομάχι ανακατευόταν και τα πόδια μου έψαχναν την χαμένη τους σταθερότητα… δεν κατάλαβα τι έγινε… θυμάμαι μόνο να πονάω… θυμάμαι μόνο να θέλω να φωνάξω αλλά η φωνή δεν έβγαινε λες και αυτή φοβόταν περισσότερο απο μένα… άνοιγα το στόμα, σου τ' ορκίζομαι... μα τίποτα. Τα θολά μου μάτια χειροτέρεψαν απο τα δάκρυα αλλά δεν τα παράτησα… προσπάθησα, σου τ' ορκίζομαι… με έκλεβε… σε έκλεβε μα ήταν τόσο δυνατός που δεν μπόρεσα… προσπάθησα μα δεν μπόρεσα, σου τ' ορκίζομαι. Νιώθω ακόμα τον νιπτήρα να χώνεται στην κοιλιά μου… νιώθω ακόμα τα χέρια του να μη με σέβονται… νιώθω ακόμα την αηδία στο στόμα μου και ύστερα έπαψα να νιώθω. Το φόρεμά μου είχε γίνει κουρέλι… αυτό το φόρεμα... είχε γίνει κουρέλι σαν εμένα. Σε σκεφτόμουν ξέρεις. Όλη την ώρα έφερνα στο νου το χαμόγελό σου και έλεγα στον εαυτό μου πως εσύ ήσουν… προσπαθούσα να με πείσω οτι μου έκανες έκπληξη αλλά ένα τέτοιο ψέμα δεν μ' έσωζε… το άγγιγμα διαφορετικό… τα λόγια στο αφτί μου, που ποτέ δεν κατάλαβα, μου προκαλούσαν θυμό και λύπη μαζί… η ανάσα του μου έφερνε εμετό και … προσπάθησα, σου τ' ορκίζομαι” επανέλαβε και άξαφνα το κορμί την πρόδιδε, τα γόνατα λύγισαν απότομα και αυτή γραπώθηκε απο το έπιπλο παραμένοντας με την πλάτη γυρισμένη. Μόλις κατάφερε να κρατήσει λίγη περηφάνεια συνέχισε υποφέροντας απο την δική του σιωπή. 
Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει. 
Δεν τολμούσε να διακρίνει το συναίσθημά του. 
Την τρόμαζε σαν τους εφιάλτες που έβλεπε μικρή.

1 σχόλιο:


  1. Το ειχα φανταστει οτι κατι τετοιο την κρατουσε μακρια του κ ντρεποταν

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.