Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.20

-20-
  Ο Μάρκος εγκατέλειψε τη θέση του μη μπορώντας να την κοιτά και αφού της γύρισε την πλάτη έβαλε τα χέρια στις τσέπες για να κρύψει τις γροθιές του.
  “Μια εβδομάδα” μουρμούρισε. 
Η Αρετή έτρεξε κοντά πέφτοντας στην αγκαλιά του. Οι παλάμες της έκαψαν το στήθος του και αυτή ξάπλωσε πάνω του. Άκουσε την καρδιά του που είχε διαφορετικές απαιτήσεις, δίκαιες και πλούσιες σε αγάπη.
  “Σε παρακαλώ. Πως να βρω τόσα λεφτά; Που;” τον ρώτησε χαμηλόφωνα και σήκωσε τα μάτια της στο πρόσωπό του. 
Το δικό του βλέμμα πάντα ευθεία, πάντα μπροστά.
  “Δεν νομίζω ο πατέρας σου να σ’αφήσει έτσι Αρετή” της απάντησε υποννοώντας ανοιχτά το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο που δεν ήταν άλλο απο το πατρικό της. 
Τα γόνατα της Αρετής λύγισαν και εκείνος αντανακλαστικά την άρπαξε απο τα μπράτσα πριν σωριαστεί. Όμως το κορίτσι δεν άντεξε χωμένη στα βαλτόνερα χωρίς επιλογές πλέον. Η πρότασή του την αποτελείωσε και έτσι το κορμί της αφέθηκε και εκείνη έχασε τις αισθήσεις της μέσα στα χέρια της αγάπης της. Ο Μάρκος αμέσως την κόλλησε στο σώμα του τυλίγοντας το ένα στη μέση της και συγκρατώντας το αδύναμο κεφάλι της πλάι στο δικό του. Ο φίλος του με νωχέλεια κινήσεων έφτασε κοντά τους. Οι δυο άντρες την προστάτευαν με τα γερά σώματά τους και τα μάτια τους συγκρούστηκαν.
  “Έλα. Βάλ’την να καθίσει” είπε ο Πέτρος χαμηλόφωνα μα ο Μάρκος έσφιξε τα δόντια γνέφοντας αρνητικά. 
Είχε καιρό να την κρατήσει πάνω του τόσο ήρεμη. Είχε καιρό να την νιώσει στην αγκαλιά του τόσο γαλήνια και προτίμησε να την έχει στα χέρια του, έστω και λιπόθυμη. Τα χείλη του χώθηκαν στο λαιμό της που φίλησε με τρυφερότητα.
  “Αγάπη μου” ψιθύρησε κάνοντας τον φίλο του να σκύψει το κεφάλι.
  “Πόσο θα αντέξει ρε Μάρκο; Μικρό κορίτσι είναι” σχολίασε ο Πέτρος μετανιωμένος για την συμμετοχή του στη σκληρότητα. Εκείνος όμως θα διατηρούσε την αταλάντευτη στάση του, τίποτε άλλο δεν απέμενε να κάνει, αφού η Αρετή μαζί με την Έλσα του μείωναν τις επιλογές. Γύρισε και βολεύτηκε σε μια απο τις πολυθρόνες έχοντας πάντα την μικρή στην αγκαλιά του. Χάζεψε το πρόσωπό της που βρισκόταν πλέον κάτω απο το δικό του και η μεγάλη του παλάμη το άγγιξε. Τα δάχτυλά του πέρασαν απο τα κλειστά της βλέφαρα και ύστερα στα τρυφερά της χείλη.
  “Το πείσμα σου Αρετή. Αυτό το πείσμα σου” της έλεγε με παράπονο και ο φίλος του κατέληξε στο κάθισμα απέναντί τους. Το έσυρε ενώνοντας τα γόνατά με του Μάρκου και έγειρε μπροστά ακουμπώντας τους αγκώνες στους μηρούς του. Την περίμεναν να συνέλθει . Περίμεναν μήπως και τους πρόσφερε τουλάχιστον λίγη ελάφρυνση ψυχής. 
Μόλις το κορίτσι άρχισε να βρίσκει τις αισθήσεις του, την έβαλαν να ανακαθίσει σιγά σιγά στα πόδια του Μάρκου και ο Πέτρος της πρόσφερε λίγο νερό. Τα χέρια της έτρεμαν τόσο που ο άντρας αναγκάστηκε να την βοηθήσει φέρνοντάς το ποτήρι κοντά στο στόμα της. Η Αρετή κατάφερε να πιει μια γουλιά και έπειτα έριξε το κεφάλι της χαμηλά.
  “Μίλα. Μίλα Αρετή” απαίτησε ξαφνικά ο Πέτρος κλείνοντας το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του. Την πίεσε να τον κοιτάξει. Εκείνη ήταν η λύση που έπρεπε να δωθεί. Εκείνη η απάντηση. Εκείνη η ελπίδα.
  “Μίλα γαμώτο. Ποιος το έκανε;” την ρωτούσε ενώ ο Μάρκος έσφιγγε το μπράτσο του γύρω της. Η σιωπή της τόσο ψυχοφθόρα, σκέτος εμπαιγμός που έπνιγε στην κοροϊδία το δίκιο.
  “Δεν καταλαβαίνω” αποκρίθηκε ακύμαντη και οι άντρες αλληλοκοιτάχτηκαν. Ο Πέτρος πετάχτηκε απο τη θέση του και αφού βάδισε λίγο παραπέρα, εξαγριωμένος έκανε μεταβολή πάλι στο μέρος του ζευγαριού.
  “Θα σε κλείσω μέσα Αρετή. Θα σε στείλω φυλακή και θα φας τα καλύτερά σου χρόνια άδικα” την απείλησε με σκοπό να την τρομοκρατήσει. Δεν του άφηνε περιθώρια και αυθόρμητα έμπαινε στη θέση του φίλου του. Πέταγε απο πάνω του το δικηγοριλίκι λες και το κυριλέ κολάρο του τον έπνιξε. Χαλάρωσε αμέσως τη γραβάτα του και άφησε στην άκρη όλο το επαγγελματικό προφίλ του. Είχε ταυτιστεί. Είχε φανερά εμπλακεί συναισθηματικά.
  “Μα εγώ δεν έκλεψα” ψέλλισε κοιτάζοντας δειλά τον Μάρκο.  Τότε εκείνος όρθωσε το αναστημά του διώχνοντάς την απο πάνω του και επέδειξε άλλη μια φορά την πλάτη του.
  “Μια εβδομάδα Αρετή. Ή μου εξηγείς ή αν δεν φέρεις τα λεφτά θα προχωρήσω τις διαδικασίες”
Το κορίτσι αντιμετώπιζε μια πλευρά της ζωής που δεν ήταν διόλου προετοιμασμένη.
  “Θα προσπαθήσω” είπε και αποχώρησε ελπίζοντας ως και την τελευταία στιγμή πως ο Μάρκος θα τν σταματούσε. Θα της φώναζε οτι τα παίρνει όλα πίσω... αλλά αυτό δεν συνέβη ποτέ. Αντίθετα, αυτός παρέμεινε στη θέση του και νιώθοντας την φυγή της, τα μάτια βούρκωσαν. Απο τα δέκα του είχε να δακρύσει. Απο τότε που η μάνα του άνοιξε την πόρτα και άλλαξε τη ζωή του όλη. 
Μόνοι πλέον οι δύο άντρες και ο Πέτρος εκφράστηκε ελεύθερα.
  “Δεν μπορεί ρε Μάρκο. Δεν μπορεί, αυτό το πλάσμα σ' αγαπάει” σχολίασε και εκείνου η γροθιά έκανε σκόνη την ησυχία. Έπεσε πάνω στο έπιπλο μπροστά του προδίδοντας τα βάσανα του. Ο φίλος του είχε ψυχανεμιστεί ένα μέρος της αλήθεια που δεν λεγόταν. Ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας που ακόμα δεν είχε γραφτεί.
  “Κάτσε κάτω. Πρέπει να σκεφτούμε. Πρέπει να μου πεις τα πάντα για την Αρετή Μάρκο” ζήτησε και η υπόθεση ανέβαινε επίπεδο. 
Ο Πέτρος κατέγραψε τις απορίες του και τις εξέφραζε μία προς μία στον Μάρκο σημειώνοντας εκείνες τις λεπτομέρειες που ίσως τους βοηθούσαν. Κουβέντιαζαν ώρες πολλές χωρίς να κοιτάξουν το ρολόι τους. Ο χρόνος κάλπαζε μα αυτοί δεν ένιωσαν το πέρασμά του. Η νύχτα έπεσε, τα φώτα άναψαν και ο Πέτρος είχε ανάγκη να ξεπιαστεί. Έτσι, σηκώθηκε και περπάτησε στο γραφείο του παίζοντας το στυλό νευρικά στο χέρι.
  “Όπως μου τα λες, η Αρετή δεν θα σ’ άφηνε έτσι. Δεν θα υπέκυπτε σε κάποιον εκβιασμό. Δεν θα σε πρόδιδε για χρήματα. Δεν θα έκανε πίσω ούτε καν σε απειλές. Εδώ βρίσκεται με το ένα πόδι στη φυλακή και δε λυγίζει. Ένα πράγμα μόνο μπορεί να συμβαίνει και αυτό έχει σχέση μ’ εσένα. Έσενα προστατεύει Μάρκο. Δεν εξηγείται αλλιώς”  είπε παραθέτοντας τα αποτελέσματα της λογικής του.
 “Με προστατεύει απο τι ρε Πέτρο; Απο τι;” αναρωτήθηκε ο Μάρκος και αυτός ξεφύσησε, γιατί μπορεί να είχε φτάσει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα, μα το μυαλό του σταματούσε εκεί.
  “Αυτό, μόνο εκείνη το ξέρει” απάντησε και τα τραύματα του φίλου του αυξάνονταν.

  Ο Μάρκος έφυγε απο το γραφείο και μια βόλτα με τη μηχανή, στους δρόμους της πόλης, ήταν οτι χρειαζόταν. Η νύχτα θα τον φιλοξενούσε και ο παγωμένος αέρας θα τον συντρόφευε. Τριγυρνούσε άσκοπα αναζητώντας ένα μόνο σημάδι, έναν οιωνό για να πάψουν πλέον τα γεγονότα να τον χλευάζουν. Οι σχέσεις του ως τώρα έμοιαζαν με συναλλαγή και ενώ αυτός ήθελε να δώσει τελικά του άρπαζαν περισσότερα απ’όσα έπρεπε. Μόνο εκείνη του είχε προσφέρει και απο την ψυχή του ποτέ δεν είχε κλέψει. Δεν τον βοηθούσε όμως και η ζωή του γινόταν μαρτυρική. 
Οι ρόδες της μηχανής του γυρνούσαν σαν τρελές απαξιώνοντας δρόμους και μονοπάτια. Η ταχύτητα τον ταξίδευε ελπίζοντας να τον φτάσει στο τέρμα αυτού του κόσμου, εκεί που τέλειωναν οι ωκεανοί των προβλημάτων, εκεί που η θαλασσοταραχή κόπαζε. Χανόταν στη νύχτα, έμπαινε μέσα της σαν παιδί που τρυπώνει κάτω απο το κρεβάτι του με σκοπό να αποφύγει τους δαίμονες που το κυνηγούν. Να αποφύγει το τέρας μέσα στην ντουλάπα που μουγγρίζει τρομοκρατώντας το. Υποσυνείδητα έφτασε έξω απο το σπίτι της μάνας του και σήκωσε το βλέμμα στον όροφό της. Πάντα απο χαμηλά την κοιτούσε και εκείνη πάντα απο ψηλά τον αποχαιρετούσε. Όμως, ο Μάρκος αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να τα πούνε πλέον στο ίδιο ύψος και κατέβηκε απο τη μηχανή του. Έφτασε στην κεντρική είσοδο και αφού άνοιξε με το κλειδί του συνέχισε ανεβαίνοντας τις σκάλες. Ήσυχα ήσυχα, με βήμα ελαφρύ και αθόρυβο. Στάθηκε στην αρχή του διαδρόμου παίρνοντας μια βαθιά ανάσα και έπειτα τον διέσχισε προσπερνώντας πόρτες κλειστές, προσπερνώντας ζωές που ίσως ήταν πιο ευτυχισμένες απο τη δική του. Το ευχόταν. Το παρακαλούσε, η δυστυχία να υπάρχει μόνο στην τελευταία απ’όλες, σε εκείνη που πίσω κρυβόταν η μάνα του. 
Δεν είχε αποφασίσει τα λόγια που θα της έλεγε. Δεν ήξερε, λες και αυτά που τόσα χρόνια καταπίεζε μέσα του είχαν εξασθενήσει. Δεν ήταν καν σίγουρος αν της άξιζαν μέχρι και τα κατηγορώ του. Δεν ήταν βέβαιος αν είχε το δικαίωμα να γνωρίζει του παιδιού της την αγανάκτιση μα προχωρούσε, συνέχιζε καταλήγοντας έξω απο το διαμέρισμά της. Έβαλε και αυτό το κλειδί στη θέση του, ανοίγοντας. Έκλεισε πίσω του την πόρτα, με τρόπο τέτοιο, σαν να μην ήθελε να κάνει την παρουσία του αισθητή αφού, πιτσιρικάς ακόμα, επιθυμούσε για μια μόνο στιγμή να γινόταν αόρατος και να την παρακολουθήσει απο μακριά. Εκείνος να την βλέπει χωρίς να την ενοχλεί. 
Αόρατος για τη μάνα του. 
Αμίλητος για εκείνη. Ανύπαρκτος, επειδή σ' αυτόν μονάχα έλειπε κι ας μην τον είχε η ίδια ανάγκη.
Τότε που δεν ήταν εγωιστής.
Προχώρησε παραμέσα στο μισοσκόταδο και συνέχισε στρίβοντας στα δωμάτια. Κοντοστάθηκε στο δικό της απ’έξω και έβαλε την παλάμη του απαλά πάνω στο ξύλο σπρώχνοντάς το για να ανοίξει. Ίσως όταν κοιμόταν να ήταν άγγελος, σκέφτηκε. Έτσι ήθελε να την θυμάται και έτσι να την περιγράφει στα δικά του παιδιά. Ως άγγελο που εξορίστηκε απο τον παράδεισο γιατί ήταν πιο αγαθός και απο τους αγνούς του Θεού. 
Τα μάτια του σύρθηκα στο πάτωμα, σκαρφάλωσαν στο κρεβάτι και χάιδεψαν τα σκεπάσματα που την ζέσταιναν. Μα αν ήταν τα μόνα, τότε ο Μάρκος μπορεί και να την συγχωρούσε κάποτε. Η αυλαία άνοιξε και ο χορός των αποκαλύψεων τον ζάλιζε. Σωρεία σφαλμάτων στο ρυθμό, μετέτρεπαν την παράσταση σε φιάσκο. Ο Δημήτρης απο δίπλα της να την αγκαλιάζει με το ημίγυμνο κορμί του να φωλιάζει το δικό της. Δυο προδότες σε μια σκηνή. Δυο προδότες, μα αυτός ένιωσε σαν να ήταν το ποντίκι που πιάστηκε στην ίδια του τη φάκα. Το στήθος του αντέδρασε εξαιτίας των παλμών που δυσκόλευαν τις ανάσες του. Ο νους πονούσε καθώς η καρδιά τόση δυσφορία δεν χωρούσε. 
Ο Μάρκος άκουσε χαχανιτά και κοίταξε ολόγυρα το σκοτάδι. Μέχρι και η νύχτα τον περιγελούσε και έπιασε τον θυμωμένο εαυτό του να επιθυμεί, σαν διψασμένος για αίμα, τον θάνατο. Άπλωσε το χέρι του δεξιά και απότομα άνοιξε το φως. Δεν ήθελε πλέον να είναι αόρατος. Δεν ήθελε να είναι ανύπαρκτος. Δεν ήταν αυτός που θα έπρεπε να κρύβεται. Το παράνομο ζευγάρι έβγαινε απο τον γλυκό του ύπνο και σύντομα τα μάτια τους συνειδητοποίησαν ποιος ακριβώς τους είχε ενοχλήσει. 
Η Έλσα, στη θέα του γιου της, τράβηξε το σεντόνι πάνω της και ταραγμένη ανακάθισε μαζεύοντας το κορμί της στο προσκέφαλο του κρεβατιού. Ενώ ο Δημήτρης σηκώθηκε αμέσως όρθιος με τα χέρια τεντωμένα στη μεριά του φίλου του.
  “Μπορώ να σου εξηγήσω” αποφάσισε να πει και ο Μάρκος στραβογέλασε.
  “Δεν είναι αυτό που νομίζω;” ρώτησε ειρωνικά και την κατάσταση, απο τραγική, άρχισε να την αισθάνεται εντελώς γελοία.
Το βλέμμα γύρισε πάνω στη μητέρα του που έδειχνε να δακρύζει και αυτός αναρωτήθηκε πόση υποκρισία χωρούσε σ’ έναν άνθρωπο.
  “Κι εγώ που πίστευα οτι θα σου έκανα την έκπληξη, τελικά πάλι με πρόλαβες. Απο εμένα είστε ελεύθεροι… βασικά απο δω και πέρα είστε απαλλαγμένοι. Θα σου τραβούσα τα σεντόνια να δω πόση βρωμιά κρύβεται απο κάτω, αλλά είμαι ήδη αηδιασμένος” είπε και κάνοντας μεταβολή βάλθηκε να φύγει. 
Βγήκε έξω απο το διαμέρισμα με μια αλλόκοτη ηρεμία. Κατέβηκε τα σκαλιά και έφτασε στη μηχανή του.
  
  Ο Μάρκος επέστρεψε στο σπίτι του και αφού έβαλε ένα ποτό χαλάρωσε στον καναπέ του. Έψαχνε να βρει τι αισθανόταν. Γύρευε συναισθήματα και αναπαρήγαγε την εικόνα μήπως και τον βοηθούσε… αλλά αποτύγχανε παταγωδώς. 
Τίποτα. 
Νους και καρδιά, για τον Δημήτρη και την Έλσα, δεν είχαν ελεύθερη θέση. 
Κανονικά, ένας φυσιολογικός γιος θα έπρεπε να είχε θυμώσει. Θα έπρεπε να είχε φωνάξει, να είχε ορμήξει στον φίλο του και να είχε βρίσει τη μάνα του... μα δεν το ένιωσε στιγμή. Σα να το περίμενε και όταν το επιβεβαίωσε, χόρτασε τον εγωισμό του και δυνάμωσε την αυταρέσκειά του. 
Αν και υπήρξε ένα θερμό σημείο μέσα του, που έμοιαζε να τον προειδοποιεί, πως αυτό δεν ήταν τίποτε μπροστά σε οτι ερχόταν και ο ίδιος απλώς φύλαγε εκρήξεις για το τσουνάμι που πλησίαζε. Μια λειτουργία εσωτερική... ένας μηχανισμός που αδυνατούσε να εξηγήσει.


  Για πρώτη φορά ο Μάρκος, μετά απο καιρό, έκανε έναν ήσυχο ύπνο και έτσι ήρεμα πέρασε και η προθεσμία της Αρετής που βρέθηκε έξω απο το γραφείο του ύστερα απο μία ολόκληρη εβδομάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.