Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.2

-2-

   Η Αρετή, όταν συνήλθε απο την ψυχρολουσία της απόφασης του, μουρμούρισε ακαταλαβίστηκα και θυμωμένη επέστρεψε στην κουζίνα. Τα υπόλοιπα παιδιά την περίμεναν με αγωνία και μόλις είδαν το ύφος της μόρφασαν αντιλαμβανόμενοι τα αποτελέσματα. Ενώ της πρότειναν να συνεχίσει μαζί τους για ένα ποτό με σκοπό να γνωριστούν καλύτερα, εκείνη αρνήθηκε. Άλλαξε, πήρε την τσάντα της και βγήκε απο την πίσω πόρτα του εστιατορίου οδεύοντας με τα πόδια προς το σπίτι της. Περπατούσε μέσα στη νύχτα κοιτώντας κάτω και γκρινιάζοντας. Τα αυτοκίνητα σφύριζαν στο πλάι της και οι άνθρωποι όταν την προσπερνούσαν της έριχναν μια ματιά καθώς παραμιλούσε χαμένη στο πρόβλημα που προέκυψε.
“Παλιο-ψωνάρα. Μισογύνη…” έλεγε στολίζοντας τον διάσημο Σεφ με μύριους τίτλους και επίθετα.
Μπαίνοντας στο διαμέρισμά της η υπερένταση την έκανε υπερκινητική και αποφάσισε να ανοίξει  ένα φθηνό μπουκάλι κρασί μήπως και το αλκοόλ την βοηθούσε να χαλαρώσει. Μάταια. Κατέληξε ζαλισμένη στο ημίδιπλο κρεβάτι της να στριφογυρνά και, κάθε που έκλεινε τα μάτια, έβλεπε την υπεροπτική φάτσα τού Μάρκου μπροστά της. Άκουγε τη φωνή του να τη μαλώνει και να την υποβιβάζει, με αποτέλεσμα να ξεφυσά, να ανακάθεται στο κρεβάτι και έπειτα να παλεύει πάλι για μια θέση στην αγκαλιά του Μορφέα.
Τελικά, λίγο πριν το ξημέρωμα, κατάφερε να αποκοιμηθεί και όταν το ξυπνητήρι άρχισε να τσιρίζει δίπλα στα αφτιά της αυτή πετάχτηκε έντρομη και άρχισε να βαρά γροθιές στα σκεπάσματα κλαψουρίζοντας. Σηκώθηκε με τα χίλια ζόρια και όλη την ώρα, μέχρι να φύγει, σκεφτόταν το νέο της πόστο που διόλου δεν της άρεσε. Το αντίθετο, το να την απομακρύνει ο Μάρκος απο τους πάγκους μαγειρικής ήταν το χειρότερο βασανιστήριο. Ένας εφιάλτης που δύσκολα θα άντεχε η Αρετή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αναστέναζε και πηγαινοερχόταν κοιτώντας το ρολόι της. Όχι πως το πόστο της λάντζας δεν διέθεται τις απαραίτητες συσκευές προς διευκόλυνση, όπως πληντύρια, αλλά υπήρχε μεγάλος όγκος απο μικρο σκεύη που χρειάζονταν άμεσο πλύσιμο ώστε να ξαναχρησιμοποιηθούν. Με λίγα λόγια η Αρετή θα ήταν ο τελευταίος τροχός της αμάξης πριν καλά καλά μπορέσει να αποδείξει την αξία της.
Γύρω στις 11 έμπαινε, απο την πίσω πάλι πόρτα, στην κουζίνα έχοντας τα μούτρα της κρεμασμένα ως το πάτωμα.
  “Καλημέρα”, πέταξε ξερά και αφήνοντας την τσάντα της φόρεσε μια καθαρή ποδιά. Όταν στάθηκε στο πόστο των πληντυρίων, η Κατερίνα και η Αγγελική έτρεξαν κοντά της.
  “Τι έγινε; Γιατί είσαι εδώ;” αναρωτήθηκαν με αγωνία και μια φωνή.
Η Αρετή ανασήκωσε τους ώμους και κοίταξε τις κοπέλες λυπημένη.
  “Τα πόστα δε ζήτησα να ανακοινώσει; Ε, το έκανε” απάντησε δένοντας απότομα τα χέρια στο στήθος.
  “Καλά, και εσύ πρώτη μέρα έπρεπε να μιλήσεις;” της έκανε παρατήρηση η Αγγελική.
  “Γιατί απαγορεύεται;  Σε κουζίνα ήρθαμε όχι στα κάτεργα. Έργο προσφέρουμε δεν είμαστε υπηρέτες και αν εσείς φοβάστε να διεκδικήσετε το δίκιο σας και αυτό που σας αξίζει, εγώ δε φοβάμαι”, απάντησε έντονα και γύρισε στο πόστο της μπροστά απο τους νεροχύτες.
  Παρόλη την αντίδρασή της, η Αρετή εργαζόταν κατηφής μεν αλλά σιωπηλά και σούφρωνε τα χείλη κάθε φορά που ο Μάρκος έμπαινε στον χώρο για έλεγχο. Εκείνος πήγαινε πλάι της δήθεν να δει απο κοντά την ποιότητα της δουλειάς της και έφευγε δίχως να της μιλήσει.
Αυτό κράτησε για δυό ολόκληρες εβδομάδες με εκείνη σταθερά στηνλάντζα και τους υπόλοιπους να απολαμβάνουν τις ευκαιρίες που τους δίνονταν. Ώσπου μια μέρα, η Αρετή αποφάσισε πως ήταν πουλί με φτερά κομμένα σύριζα απο το αστραφτερό μαχαίρι του σκληρού Σεφ και η σκανταλιάρα πλευρά της θα λάμβανε δράση έστω και ως κότα που χοροπηδά στο έδαφος.
Έτσι, όταν έβρισκε ευκαιρία, ξεγλυστρούσε απο το ξάγρυπνο βλέμμα των Σου Σεφ του Μάρκου και περνώντας πίσω απο τους νέους, άρπαζε  διακριτικά με τα δάχτυλα της πρέζες απο ανάλογα μυρωδικά και τα πετούσε σε κατσαρόλες και τιγάνια κάτω απο την μύτη όλων, σφυρίζοντας αδιάφορα.
Πράξη που πίστεψε οτι είχε περάσει απαρατήρητη.
Βέβαια, κάθε της παρέμβαση είχε στεφθεί με επιτυχία και αυτή συνέχιζε να δείχνει ζήλο στη λάντζα αλλά μέσα της πανηγύριζε σαν μικρό παιδί στο πέρας κάθε βραδιάς που δεν συνοδευόταν απο παράπονο των πελατών ή απο επιστροφή κάποιου πιάτου.
Γενικά, η Αρετή, πέραν απο μια σκανταλιάρα ταλαντούχα εκπαιδευόμενη, γρήγορα έγινε και η ψυχή της κουζίνας. Συχνά πείραζε τους συναδέρφους της, τραγουδούσε, μετακινιόταν χορευτικά και τους διασκέδαζε με τα αστεία της. Η σχέση τους καλυτέρευε μέρα με τη μέρα και έφτασαν στο σημείο να γίνουν μια ομάδα δεμένη και αλληλέγγυα. Αρκετά βράδια, μετά το κλείσιμο της κουζίνας, όλοι μαζί διασκέδαζαν σε κάποιο απο τα μπαράκια της περιοχής ανταλλάσσοντας εμπειρίες αλλά και προσωπικά δεδομένα.
  Ο καιρός περνούσε και άπαντες είχαν προσαρμοστεί σε μια ρουτίνα που, ενώ για τους περισσότερους ανθρώπους φάνταζε ανυπόφορη, για τους έξι νεαρούς ήταν το οξυγόνο που τους κρατούσε στη ζωή. Ο Μάρκος, στο τέλος του πρώτου μήνα, μετέφερε την Αρετή σε διαφορετικό πόστο, όχι τόσο σημαντικό όσο των αρσενικών αλλά εξίσου σπουδαίο. Η ίδια το αποδέχθηκε σιωπηλά, αντίδραση παράδοξη για τον χαρακτήρα της αλλά καθώς επέμενε να βάζει στις παρασκευές την πινελιά της κρυφά, ήθελε να διατηρήσει ένα χαμηλό προφίλ.
  Τα βράδια, όμως, που γυρνούσε στο σπίτι και έκανε μια αναδρομή στη μέρα της, ο Μάρκος βρισκόταν πάντα εκεί να ανακατεύει το μυαλό της ακριβώς όπως και με τα φαγητά του. Η κοπέλα δυσκολευόταν να ξεφύγει απο τη σκέψη του και έτσι, οι ελάχιστες συνατήσεις τους έρχονταν να στοιχειώσουν τις νύχτες της. Καθόταν στην πολυθρόνα μπροστά απο το παράθυρο με τα πόδια πάνω, λυγισμένα στο πλάι και αυτή να γέρνει στο μπράτσο του καθίσματος παρατηρώντας το σκοτάδι. Στην αντανάκλαση του τζαμιού εκείνος και η φωνή του έφερνε στην επιφάνεια όσα η Αρετή είχε νιώσει και προσπερνούσε κατα τη διάρκεια της μέρας. Τις στιγμές που την πλησίαζε, καρδιά και σώμα χωρίζονταν. Το κορμί να λειτουργεί ακατάπαυστα και συγκεντρωμένα ενώ η καρδιά, παρατημένη στους πάγκους παραδίπλα, να χτυπά σαν τρελή. Όσες φορές την άγγιζε ελαφρα μα τυχαία αυτή, για δευτερόλεπτα, εγκατέλειπε την πραγματικότητα και βυθιζόταν σε έναν κόσμο με λουλούδια, ήλιο και το ροζ να κυριαρχεί. Η γεύση στο στόμα άλλαζε και γινόταν μαγικά πιο γλυκιά ενώ όλα γύρω της ανέδυαν μια υπερβολική λάμψη που έσβηνε όταν ο Μάρκος απομακρυνόταν.
Η Αρετή δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο πολύ την επηρέαζε η παρουσία του και όταν έφτασε η ώρα να το καταλάβει, καθώς εκείνος είχε στρογγυλοκαθίσει για τα καλά στο νου και την καρδιά της, ήταν πλέον αργά για να ξεφύγει. Στην προσποίηση ταλέντο δεν είχε και γι αυτό έχανε τον έλεγχο του εαυτού της γρήγορα. Όταν ο Μάρκος εμφανιζόταν στην κουζίνα, αυτή καρδιοχτυπούσε και κολλούσε το βλέμμα της στα μάτια του σαν μαγεμένη. Έκανε τα πάντα για να τον εντυπωσιάσει και της ξέφευγαν ερωτευμένοι αναστεναγμοί απροκάλυπτα. Οι συνάδερφοι της δεν άργησαν να την καταλάβουν μα κανείς δεν σχολίασε ποτέ το παραμικρό.

  Ένα πρωινό, που μαζεύτηκαν όλοι στο εστιατόριο την σνηθισμένη ώρα, οι Σου Σεφ έλειπαν απο το χώρο της κουζίνας και η Αρετή έσπευσε να ρωτήσει τους φίλους της.
  “Που είναι οι δεσμοφύλακες;” πέταξε κουνώντας το κεφάλι με απορία και άπαντες συρρικνώθηκαν φτιάχνοντας ένα συνομωτικό πηγαδάκι.
  “Στο γραφείο του Σιμεωνίδη. Λείπουν εδώ και τριάντα λεπτά. Ποιός ξέρει τι έχει γίνει. Τουλάχιστον, προς το παρόν, φωνές δεν έχουν ακουστεί”, απάντησε ο Αλέκος και η Αρετή συνοφρυώθηκε. Η ανησυχία χαράχθηκε στο πρόσωπό της αμέσως.
  “Τι συμβαίνει; Γιατί κιτρίνησες;” την ρώτησε ο Παύλος και τότε εκείνη έκανε μεταβολή και βάδιζε νευρικά τινάζοντας τα χέρια της ασταμάτητα.
  “Έχω κάνει μια βλακεία… πολύ καιρό τώρα. Λέτε να με κατάλαβαν; Πάει! καταστράφηκα”, δήλωσε και κοντοστάθηκε αντικρύζοντας το αποσβολωμένο βλέμμα των παιδιών.
  “Τι βλακεία;” αναρωτήθηκε ο Σωτήρης, ενώ η Αγγελική την άρπαξε απο τα μπράτσα με τα δυο της χέρια.
  “Λέγε Αρετή… τι σκατά έκανες;” επέμεινε έντονα η κοπέλα.
  “Όταν…όταν δεν βλέπει κανείς… εγώ…τόσο καιρό… προσθέτω υλικά στις κατσαρόλες…” εξομολογήθηκε το έγκλημά της και τα κορμιά των συναδέρφων της έβαλαν τα κλάματα. Οι ώμοι έπεσαν προς τα κάτω, καμπούρες εμφανίστηκαν στις ράχες τους και τα πρόσωπα κρέμασαν σαν να ήταν απο κερί που δεν άντεξαν την θερμοκρασία του σφάλματός της.
  “Τι έκανε λέει;” πέταξε σοκαρισμένη η Κατερίνα και ο κύκλος διαλύθηκε σκορπίζοντας ο καθένας σε διαφορετική κατεύθυνση.
  “Καήκαμε!” σχολίασε η Αγγελική.
  “Μας πήρες όλους στο λαιμό σου…γιατί αν δεν είδαν εσένα αλλά κατάλαβαν τη διαφορά, τότε θα κατηγορήσουν τους υπευθύνους των πιάτων” συμπαίρανε ο Παύλος και ο πανικός πήρε τα ηνία. Τα βλέμματά τους στράφηκαν πάνω της και την ενοχοποιούσαν φανερά.
  “Καθήστε ρε παιδιά, τόσο καιρό άφηναν τα πιάτα να φεύγουν έτσι. Δεν δεχθήκαμε κανένα  παράπονο και δεν είχαμε καμιά επιστροφή, γιατί να γίνει κάτι τώρα;” τόνισε η Αρετή με τη δική της λογική.
  “Τι σημασία έχει; Τίποτα δεν καταλαβαίνεις πια; Η πράξη σου δείχνει ασέβεια στα πιάτα του Σιμεωνίδη. Είναι παραβίαση των κανόνων και βιασμός των δημιουργιών του!” αναφώνησε ο Αλέκος με πρόσωπο κατακόκκινο.
  “Σιγά μην είναι και φόνος. Ας φωνάξει την αστυνομία να με συλλάβουν με την κατηγορία της κατα συρροήν δολοφονίας εκ προμελέτης των θεσπέσιων συνταγών του. Αμάν πια!” φώναξε με τη σειρά της αγανακτισμένη.
  “Ναι, κάνε και χιούμορ. Να σε δω, όταν θα μας πετάξει όλους έξω και θα μας θάψει ομαδικά στην αναφορά του, τι θα κάνεις. Και καλά εσύ που η βλακεία σου δεν έχει όριο, εμείς τι σου φταίμε όμως; Μας ρώτησες τι θα κάνουμε μετά απο αυτό; αν μπορούμε να συνεχίσουμε ή τι θα πούμε στους δικούς μας που έφτυσαν αίμα να μας σπουδάσουν;” απάντησε η Αγγελική γεμίζοντας τύψεις, ενοχές και θλίψη την Αρετή που έσκυψε λυπημένα το κεφάλι της. Έπαιζε με τα δάχτυλα της και κουνούσε το κεφάλι κατανοώντας το μέγεθος του λάθους της αλλά και τις συνέπειες.
  “Θα πάρω όλη την ευθύνη. Σας το υπόσχομαι πως θα παλέψω να μην σας κουνήσει κανείς απο εδώ”, είπε και βγήκε απο την πίσω πόρτα θέλοντας να μείνει μόνη για να σκεφτεί και να πάρει λίγο καθαρό αέρα.
  Ωστόσο, στο γραφείο του Μάρκου, η συνάντηση προχωρούσε. Όλοι καθισμένοι στο μακρόστενο τραπέζι με εκείνον στην κορυφή. Κάποια στιγμή, αφού ολοκλήρωσαν τα θέματα των αποθεμάτων, των προμηθευτών και του μενού, έπιασε ένα κοντρολ και πατώντας το κόκκινο κουμπί, η οθόνη της τηλεόραση απέναντί του άναψε. Τα κεφάλια γύρισαν και η ομάδα του αντίκρυσε την Αρετή επι τω έργω. Ο Μάρκος άφησε όλες τις σκηνές να παιχτούν  και έπειτα την έκλεισε.
  “Μας είπες να μην επέμβουμε όσον αφορά εκείνη”, πήρε την πρωτοβουλία να σχολιάσει ο πρώτος βοηθός.
Ο Σιμεωνίδης έδεσε τα δάχτυλα και ακούμπησε τα ενωμένα χέρια του πάνω στο τραπέζι.
  “Ακριβώς! Η Αρετή Βαγιάκου είναι οτι καλύτερο έχει περάσει ποτέ απο δίπλα μου σε όλη μου την καριέρα. Καλύτερο, ακόμα και απο εσάς, που δυστυχώς με το χαρακτήρα της καίει ολοσχερώς το αστείρευτο ταλέντο και την ευφυϊας της. Τέτοιους βαθμούς δεν έχω δει ξανά, αλλά ούτε και πίστευα πως τα πιάτα μου θα αποκτούσαν παραπάνω σπιρτάδα με τις παρεμβάσεις ενός άπειρου αλλά τολμηρού πλάσματος όπως εκείνη. Η αλήθεια είναι πως δυσκολεύτηκα πολύ να την επιλέξω. Το πτυχίο της και οι αναφορές των καθηγητών της έχουν αντιθέσεις. Ενώ αρίστευσε, έφτασε πολλές φορές στο χείλος να αποβληθεί δια παντώς απο τη σχολή λόγω χαρακτήρα. Απείθαρχη, αυθάδης και πεισματάρα… κάτι που διαπιστώσαμε μόλις απο την πρώτη μέρα της έλευσής της εδώ”, είπε και έκανε μια μικρή παύση κοιτώντας τους συνεργάτες του.
  “Τι έχεις σκοπό να κάνεις; Αυτό που έπραξε είναι ανήθικο, πονηρό και σίγουρα δεν ταιριάζει στην κουζίνα σου”, δήλωσε ο Σου Σεφ βλέποντας τον έντονο προβληματισμό του Μάρκου.
Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα και διέταξε, “Πηγαίνετε να τους ανακοινώσετε την αποψινή πρόκληση-ευκαιρία και στείλτε την στο γραφείο μου”, πετώντας στην συνέχεια τον εαυτό του πίσω στην πλάτη της καρέκλα.
  Πράγματι, οι συνεργάτες του μάζεψαν και τους έξι εξηγώντας την διαφορετικότητα αυτής της βραδιάς. Το μαγαζί δεν θα δεχόταν πελάτες, καθώς ο Σιμεωνίδης είχε προσκαλέσει τρεις μεγάλους εκδότες περιοδικών γαστρονομίας αλλά και φίλους του, με πρόθεση να προσφέρει μια ευκαιρία προβολής σε κάποιο απο τα παιδιά. Θα είχαν την ευθύνη να ετοιμάσουν απο ένα πιάτο της επιλογής τους και αφού οι ειδικοί και απαιτητικοί καλεσμένοι θα τα δοκίμαζαν, θα διάλεγαν στο τέλος το καλύτερο στο οποίο θα αφιέρωναν τα εξώφυλλα αλλά και μια ολόκληρη στήλη προς τιμήν τού εμπνευστή. Μια ανακοίνωση που τους γέμισε ενθουσιασμό μα και άγχος ταυτόχρονα. Η Αρετή, και αυτή τη φορά, ξεχώρισε απο τον όχλο. Πέταξε τις γροθιές της στον ουρανό σαν να ήταν ηδη η νικήτρια και έπειτα έκανε μια θεατρινίστικη στροφή τραγουδώντας. Ήξερε ήδη τι ακριβώς θα ετοίμαζε.
  “Δεσποινίς Βαγιάκου”, την φώναξε ο Σου Σεφ κόβοντας το μικρό της πάρτυ και εκείνη σταμάτησε απότομα απέναντί του σοβαρεύοντας.
  “Ο Σεφ σας περιμένει στο γραφείο του”, της δήλωσε και αυτή έμεινε με το στόμα ανοιχτό.

Η χαρά έβγαλε φτερά και πέταξε μακριά της, με την ίδια να την αποχαιρετά μουδιασμένη απο φόβο.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.