Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.19

-19-
  Ο Μάρκος κρατούσε στο χέρι του το στικάκι και έκοβε βόλτες στο σαλόνι του σπιτιού του. Το έκλεινε στη χούφτα του μα, μερικές φορές, κοντοστεκόταν κοιτώντας το. Μπορεί το σχήμα του να ήταν μικρό αλλά το μέγεθος όσων φύλαγε μέσα του, πελώριο. Οτι έκανε είχε δυσκολία. Ότι έκανε είχε απογοήτευση αλλά αυτός δε θα στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα, απλώς, ελπίζοντας. Δε θα περίμενε η ελπίδα να τον βρει, αντίθετα, θα την τραβούσε στο μέρος του. Θα πεταγόταν μπρος της και θα την ανάγκαζε να πέσει πάνω του.
Υπήρχαν στιγμές που δείλιαζε. Υπήρχαν λεπτά που μετάνιωνε.

  Το κουδούνι του διαμερίσματος χτύπησε και οι αμφιβολίες χάθηκαν στον ήχο του. Το ραντεβού του είχε έρθει και πλέον δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Έτσι έλεγε για να παίρνει κουράγιο. Έτσι έπειθε τον εαυτό του για να μην μαλακώσει.
Άνοιξε την πόρτα και ο Πέτρος, με την δερμάτινη τσάντα του να κρέμεται στα δάχτυλα, του έγνεψε ως χαιρετισμό και πέρασε μέσα. Έφτασε στο τραπέζι και ακούμπησε τα πράγματά του πάνω γυρνώντας στο μέρος του Μάρκου.
  “Πως είσαι;” τον ρώτησε αφού, πρώτα απ’όλα, οι δυό τους ήταν φίλοι. Ο πατέρας του Πέτρου υπήρξε για χρόνια δικηγόρος του δικού του και τώρα που αυτός είχε πάρει τη θέση του, ανέλαβε τον ίδιο. Η μια γενιά υποστήριζε τα συμφέροντα της άλλης και ο επαγγελματικός δεσμός αναπόφευκτα οδηγήθηκε στον φιλικό.
  “Κάθισε” απάντησε δείχνοντας μια απο τις καρέκλες και πλησίασε χρησιμοποιώντας τήν ακριβώς διπλανή.
Ο Μάρκος τράβηξε τον φορητό υπολογιστή μπρος τους και κούμπωσε το στικάκι που ίδρωνε την παλάμη του. Το περιεχόμενο δεν άργησε να παίξει και ενώ ο Πέτρος πλησίαζε τα μάτια του κοντά στην οθόνη, ο Μάρκος απομακρύνθηκε κολλώντας στην πλάτη του καθίσματος με τα χέρια δεμένα στο στήθος. Άφησε τον φίλο του να δει όλα τα καρέ και έπειτα θα περίμενε τις ερωτήσεις του.
Τα πέντε λεπτά προβολής έμοιαζαν με αιώνας και όταν έφτασε στο τέλος της ο Πέτρος στράφηκε αριστερά κοιτώντας τον φίλο του με πλήρη άγνοια.
  “Τι μου δείχνεις;” αναρωτήθηκε έχοντας μια μικρή υποψία. Ποτέ όμως δεν εκφραζόταν πριν ακούσει τον πελάτη του.
  “Θέλω να της κάνεις μήνυση. Θέλω να της στείλεις εξώδικο. Θέλω να την καταγγείλεις. Θέλω να ζητήσεις όσα περισσότερα λεφτά μπορείς. Θέλω ότι είναι δυνατόν, τέλος πάντων” αποκρίθηκε ο Μάρκος με το θυμό να σκεπάζει το βλέμμα του.
  “Μάρκο, τι λες; Αυτή δεν είναι η ….;”
  “Αυτή είναι”
  “Δεν καταλαβαίνω” δήλωσε ο Πέτρος
  “Αν δεν ήταν αυτή στο βίντεο και ήταν κάποιος άλλος, τι θα με συμβούλευες;” ρώτησε.
  “Όσα προανέφερες. Αυτό είναι έγκλημα και μόνο ένας δρόμος υπάρχει. Η διεκδίκηση αποζημίωσης και οι δικαστικές αίθουσες” απάντησε ο φίλος του.
  “Άρα συμφωνούμε” πέταξε ο Μάρκος και σηκώθηκε όρθιος βαδίζοντας ως το παράθυρο με τα χέρια πλέον στις τσέπες.
  “Είναι αλήθεια όμως;” προχώρησε ο Πέτρος παρακάτω.
  “Όχι. Όχι βέβαια. Απλώς, έτσι φαίνεται. Η Αρετή δε θα το έκανε ποτέ αυτό”
  “Τότε; Γιατί; Εσύ και αυτή είχατε μια ιστορία και μάλιστα δυνατή. Η σχέση σας έδειχνε ακλόνητη και εσύ, πρώτη φορά, τρελός για μια γυναίκα” σχολίασε πλέον με την ιδιότητα του φίλου.
  “Μου έφυγε Πέτρο. Μου έφυγε και πρέπει να μάθω το γιατί” δήλωσε ο Μάρκος πετώντας τήν μια παλάμη στο γυαλί και χαμηλώνοντας το κεφάλι. Δεν κατάφερνε για πολύ ώρα να κουβαλά τον εαυτό του και είχε ανάγκη απο ξεκούραση.
  “Μάρκο, τα λεφτά θα είναι πολλά για κάτι τέτοιο. Έχει να στα δώσει;” πέρασε στις διευκρινήσεις ο Πέτρος.
  “Όχι” του απάντησε δίχως σκέψη.
  “Τότε;”
  “Το τελευταίο μου χαρτί. Αν δεν τη λυγίσω τώρα… οι ελπίδες μ' εγκαταλείπουν”
  “Κι αν τα βρει; Θα πάρεις τα λεφτά της;” αναρωτήθηκε ο Πέτρος και εκείνος στράφηκε αμέσως απέναντί του με θυμό.
  “Τι μαλακίες λες; Εγώ να πάρω τα λεφτά της Αρετής;”
  “Ρωτάω ρε φίλε. Ρωτάω, γιατί, με αυτή τη σχέση σου, είχα μια ελπίδα” αντιγύρισε και στήριξε το κεφάλι του με την παλάμη στο μέτωπο.
  “Εσύ γιατί;” απόρησε ο Μάρκος με μια δήλωση που του ακούστηκε υπερβολική. 
Ο Πέτρος σήκωσε το βλέμμα στον φίλο του. Παρατήρησε την άγνοια στο πρόσωπό του και έσμιξε τα φρύδια.
  “Τι γιατί; Για να ενεργοποιηθεί η διαθήκη του πατέρα σου επιτέλους” απάντησε και οι δυο άντρες έμειναν να κοιτιούνται σιωπηλοί. Ο ένας να θεωρεί την εξήγηση αυτονόητη, ενώ ο άλλος να μην καταλαβαίνει τίποτα. Ο Μάρκος επέστρεψε στη θέση κοντά στον φίλο του.
  “Τι λες; Ποια διαθήκη; Τι εννοείς;”
  “Αστειεύεσαι έτσι;” είπε ο Πέτρος χασκογελώντας δείχνοντας πως δεν θα την πατούσε με ένα κακόγουστο αστείο σαν αυτό. Μα το σοβαρό ύφος του συνομιλητή έπεσε στο νου σαν κεραυνός. Πετάχτηκε απο την καρέκλα του και είχε έρθει η δική του σειρά να κόβει βόλτες εκνευρισμένος.
  “Δεν αστειεύεσαι. Δεν το πιστεύω” έλεγε τρίβοντας τον αυχένα του.
  “Θα με τρελάνεις; Λέγε!” αναφώνησε ο Μάρκος εγκαταλείποντας και αυτός τη θέση του. 
Στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον.
  “Η διαθήκη του πατέρα σου είναι ξεκάθαρη Μάρκο. Η μάνα σου τον απειλούσε πως θα σε πάρει μακριά του και ως αντάλλαγμα ζήτησε λεφτά. Εκείνος δε θα σε άφηνε ποτέ. Αυτή τον παράτησε και το να μην έχει τον γιο του ήταν αδιανόητο. Έτσι της έδωσε την επικαρπία όλων των ακινήτων. Είχε πολλά ο πατέρας σου Μάρκο, πάρα πολλά και τα παραχώρησε σ’ εκείνη. Στα ψιλά όμως γράμματα φρόντισε να σ' εξασφαλίσει. Έτσι, η Έλσα δεν θα μπορούσε να πουλήσει τίποτα παρά μόνο θα εισέπραττε…και μάλιστα πολλές χιλιάδες ευρώ κάθε μήνα... ενώ αν παντρευόσουν, όλα θα μεταφέρονταν στο δικό σου όνομα. Τα πάντα. Κυριότητα, επικαρπία και διαχείρηση. Γι αυτό είχα ελπίδα Μάρκο. Γιατί φαινόταν πως τη μικρή θα την παντρευόσουν και επιτέλους θα έπαιρνες οτι σου ανήκει. Οτι έφτιαξε ο πατέρας σου με κόπο για σένα” εξήγησε ο Πέτρος και παρατήρησε την ψυχρότητα του φίλου του.
  Ο Μάρκος αδυνατούσε να κατανοήσει ακριβώς όσα άκουσε. Αδυνατούσε να χειριστεί νέα σαν αυτά. Αδυνατούσε να πιστέψει πως χρόνια βρισκόταν στο σκοτάδι. Τελικά οι αλήθειες που αναζητούσε απο παιδί δεν ήταν οι μόνες. Υπήρχαν κι άλλες, χειρότερες αφού η εκμετάλλευση του παιδιού απο μια μάνα, για τα λεφτά, ήταν το αίσχατο έγκλημα. Δεν τον είχε τινάξει απλώς απο το πόδι της εκείνη την ημέρα, μα τον πούλησε ακριβά. Τον πούλησε για ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια. Για μια επώνυμη τσάντα. Για τα ταξίδια και τις πλαστικές. Τον πούλησε για τα ρούχα και τα παπούτσια της. Τον πούλησε. Απλώς τον πούλησε η μάνα του.
Μέσα του μια παράξενη διεργασία ξεκινούσε και το κορμί του έπεσε πάνω στην καρέκλα. Το ένα του χέρι στο τραπέζι να μισοκρέμεται και αυτός χυνόταν μπρος στου κόσμου το κακό. Ένιωσε ένοχος που στην ψυχή του είχε αφήσει ένα μικρό παράθυρο ανοιχτό για εκείνη. Ένιωσε υπεύθυνος που την κρυφαγαπούσε. Ένιωσε αηδία με την αφέλειά του που κάποιες στιγμές τής έβρισκε ελαφρυντικά και ύστερα έναν θυμό ασύγκρητο. Αισθήματα εξωκόσμια που τον έκαναν πλάσπα σηπόμενο και καταδικασμένο. Τσαρλατάνοι τον είχαν ξεγελάσει και η διαπίστωση σκληρή.
Σήκωσε το πρόσωπο στον Πέτρο μα οι λέξεις έσβηναν στον ουρανίσκο του.
  “Δεν ξέρω τι συμβαίνει με τη μικρή αλλά γύρνα την πίσω. Αν πιστεύεις πως σ’αγαπάει…γύρνα την πίσω”  είπε αγγίζοντας τους κλαμένους ώμους του Μάρκου σκύβοντας μπροστά του.
  “Τότε προχώρα. Προχώρα τη μήνυση” απάντησε και ο φίλος του έγνεψε καταφατικά. 
Ακόμα και αυτός υποψιαζόταν τη σύνδεση των γεγονότων που μπορεί να έδειχναν τυχαία, απλές συμπτώσεις, μα είχαν κοινό παρονομαστή.

  Ο Μάρκος ανασυγκρωτήθηκε και έβαλε σε τάξη το μυαλό του. Κλείστηκε σπίτι του αποφεύγοντας οποιαδήποτε παρορμητική κίνηση και προετοιμάστηκε για την Αρετή. Ήξερε πως το τελευταίο του χτύπημα ήταν το μεγαλύτερο ρίσκο που έπαιρνε στη ζωή του και παράλληλα έπρεπε να οχυρωθεί για να αντέξει την τσακισμένη εικόνα της.
  Ο Πέτρος, σε μια βδομάδα μέσα, τον κάλεσε ενημερώνοντάς τον πως ήταν καθόλα έτοιμος και έτσι, το αντίστοιχο χαρτί βρόντηξε την πόρτα της Αρετής. Την κατηγορούσαν για κλεψιά και ο Μάρκος ζητούσε ένα τεράστιο ποσό, ως αντίτιμο, για ψυχική οδύνη, ηθική και οικονομική ζημιά με συγκέκριμένη προθεσμία καταβολής ώστε να μην προχωρήσει στην εκδίκαση της υπόθεσης. 
Η κοπέλα έχασε την ισορροπία της και, παραπατώντας, έψαχνε μάταια γύρω κάτι να πιαστεί. Το χαρτί έφυγε απο τα χέρια της, σαν φτερό γλύστρισε απο τα δάχτυλά της και αιωρήθηκε αργά μέχρι να πέσει μπρος στα τρεμάμενα πόδια της. Ο φόβος της έπαιρνε τη ζωή και τα νιάτα. Η απόγνωση συνάντησε σύντομα την απελπισία και η Αρετή κόλλησε το κορμί της στο μικρό της παράθυρο. Κοίταξε κάτω και αναρωτήθηκε πόσο γρήγορα θα μπορούσε να πεθάνει. Πόσα δευτερόλεπτα θα χρειαζόταν το κορμί της για να πέσει και να χαθεί στο ψυχρό τσιμέντο. Η καρδιά τής μιλούσε μα αυτή τίποτα δεν άκουγε. Το στήθος πονούσε λες και ένα μαχαίρι κοφτερό τρυπούσε τη σάρκα της και διαπερνούσε τα κόκκαλά της. Κερί γινόταν που έλιωνε ακόμα και στην ψύχρα του χειμώνα. 
Μόνη, έρημη, αβοήθητη και αδικημένη. 
Όλη εκείνη τη νύχτα δεν κουνήθηκε απο το τζάμι. Είδε το ταξίδι του ήλιου και την επίσκεψη του φεγγαρίου απο τις χαραμάδες των κτηρίων. Είδε τα φώτα της πόλης ν' ανάβουν και τους ανθρώπους να περνούν κάτω απο τα πόδια της. 
Κι αυτή εκεί, πίσω απο ένα τζάμι, μέσα σε ένα άδειο σπίτι. 
Στη φυλακή που ο έρωτας της έφτιαξε. Πίστεψε πως ούτε η κραυγή της δεν θα ακουγόταν. Όση δύναμη και να έβαζε, πίστευε πως ήταν χαμένη σε έναν κόσμο παράλληλο, εγκλωβισμένη στο κενό να μην ανήκει πουθενά. Η ψυχή της ήδη είχε εγκαταλείψει το σώμα και η Αρετούλα ένιωθε οτι ήταν αναγκασμένη, απο δω και πέρα, να βλέπει την ζωή σαν θεατής. 
Ψυχή να βασανίζεται ανάμεσα στους ζωντανούς.

  Την επόμενη μέρα, άυπνη εντελώς, διάβασε ξανά την καταδίκη της και αφού την έβαλε στην τσέπη ξεκίνησε για το δικηγορικό γραφείο του Πέτρου. Περπατούσε με τις αισθήσεις της ξεχασμένες, αφημένες πίσω απο εκείνο το παράθυρο. Οι άνθρωποι την προσπερνούσαν επιβεβαιώνοντας την ανυπαρξία της. Πολλές φορές αισθανόταν να διαπερνούν το κορμί της και αυθόρμητα γυρνούσε το κεφάλι να τους δει να απομακρύνονται. Κάποιες, άπλωνε το χέρι κάτω απο τις ακτίνες του ήλιου και η θέρμη τους δεν την έφτανε. Άλλες, μουρμούριζε επιθυμώντας να ακούσει τη φωνή της.

  Όταν έφτασε έξω απο το κτήριο, μαρμάρωσε στην είσοδο με τα μάτια κολλημένα στα κουδούνια. Έπιασε τον εαυτό της να θέλει να φύγει και δεν κατάλαβε για πότε το δάχτυλό της πίεσε εκείνο με το σωστό όνομα. Κανείς δεν της μίλησε, μα ο ήχος απο το ξεκλείδωμα της πόρτας ήταν αρκετός. Πήρε μουδιασμένη το ανσασέρ και λες πως τα πόδια της γνώριζαν περισσότερα την σταμάτησαν έξω απο το γραφείο που διατηρούσε ο διάβολος. Την περίμενε για τον απολογισμό και την απόφαση.
  Ο Πέτρος όταν την αντίκρυσε η καρδιά του σφίχτηκε. Αδυνατισμένη, χλωμή και φανερά τρομαγμένη. Της έκανε νόημα να περάσει και ενώ το βήμα της πρόδιδε μια στάλα θάρρους, βλέποντας τον Μάρκο αυτό εξανεμίστηκε. Η μικρή φρέναρε τον εαυτό της μα ο Πέτρος την άγγιξε ελαφρά στην μέση βοηθώντας την να μπει παραμέσα και να καθίσει στην άδεια θέση μπροστά απο το γραφείο του. Εκεί που απέναντί βρισκόταν η αγάπη της.
   Ο άντρας άρχισε να μιλάει χωρίς να χάσει χρόνο. Η αμηχανία και η θλίψη τον αναστάτωνε. Ήταν συνεργός, παρακαλώντας το αδίκημά του να καταφέρει να αναγνωριστεί ως θεάρεστο έργο. 
Άρχισε να εξηγεί και να εκφράζει τις άδικες απαιτήσεις του πελάτη του και στο τέλος τής πρόβαλε τις αδιάσειστες αποδείξεις που είχε. Τα μάτια της βούρκωσαν βλέποντας το βίντεο με εκείνη να παίρνει ακριβές πρώτες ύλες απο την κουζίνα του εστιατορίου. Δάκρυα έσταζαν αβίαστα μα το πρόσωπο νεκρό, μέχρι που τέλειωσε. 
Νωχελικά και κουρασμένα έστρεψε το βλέμμα της στον Μάρκο.
  “Μα εγώ… εγώ απλώς έκανα οτι μου ζητούσες” ψέλλισε ξεψυχισμένα με το παράπονο να απλώνεται σαν πέπλο βαρύ πάνω σε όλους.
Εκείνος ξεροκατάπιε παραμένοντας, με δυσκολία, σκληρός.
  “Θέλω τα λεφτά σε μία εβδομάδα Αρετή”
  “Είναι πολλά. Πως να τα βρω;” συνέχισε να του απευθύνεται.
  “Αυτό είναι δικό σου πρόβλημα. Σε μια βδομάδα αλλιώς…” της αντιγύρισε.
  “Αλλιώς…;” αναρωτήθηκε εκείνη λες και δεν είχε κατανοήσει επακριβώς την κατάσταση.
  “Αλλιώς  θα προχωρήσω και εσύ θα βρεθείς στη φυλακή” απάντησε.

  “Μάρκο…” το μόνο που κατάφερε να αρθρώσει. 
Το όνομά του όπως τότε που ακόμα ήταν μαζί. Όπως τότε που το έλεγε γεμάτη έρωτα και αγάπη. Όπως τότε. Το όνομά του!

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.