Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.18

-18-
  Η Αρετούλα λύγισε τα χέρια της στην πλάτη λύνοντας την ποδιά της και αφού την πέρασε απο το λαιμό την παρέδωσε, εκείνη κιόλας τη στιγμή, στον κύριο Μανώλη που την κοιτούσε λυπημένος.
  “Σας ευχαριστώ που μου δώσατε μια ευκαιρία…” είπε κοιτώντας τον Μάρκο στα μάτια. Πρώτη φορά μετά απο καιρό που το βλέμμα της έπεσε στην αγκαλιά του δικού του.
  “…αλλά βλέπετε ο κύριος Σιμεωνίδης έχει βγει βόλτα στην αγορά επιδεικνύοντας την δύναμή του σαν άντρας” συμπλήρωσε αιχμηρά και, με νεύρο, τούς παραμέρισε και τους δύο απο μπροστά της φεύγοντας αμέσως. Προσπέρασε τα τραπέζια με τους πελάτες αδιαφορώντας για τα μάτια τους, που την είχαν πιάσει στα δίχτυα της περιέργειάς, και συνέχισε με βήμα ταχύ. Βγήκε στο στενό πλάι στο κατάστημα και, στα πρώτα μικρά βρώμικα σκαλάκια ενός παλιού κτηρίου, σταμάτησε. Κάθισε μαζεύοντας τα γόνατα στο στήθος και τα αγκάλιασε σκύβοντας το κεφάλι. Ο πόλεμος αυτός μέτραγε απώλειες απο την πλευρά της. Λαβωμένη απο τον ίδιο τον έρωτά της, από την αγάπη που μόνο ευτυχία θα έπρεπε να την κερνά. Χανόταν ξανά και η δύναμή της άρχισε να υποχωρεί, λιποτακτούσε και αυτή μπρος σε έναν αντίπαλο που η καρδιά είχε ορκιστεί αιώνια πίστη. 
Η Αρετή ένιωθε τον κόσμο της να καταρρέει και η απελπισία σκότωνε το μυαλό της. Θα μπορούσε να ζήσει απο δω και πέρα σε εκείνα τα σκαλάκι, αφού ο Μάρκος την πέταγε στο δρόμο. Της τα έπαιρνε όλα και ενώ η αλήθεια ήταν ριζωμένη στον λαιμό της, ούτε η ίδια δεν τολμούσε να την παραδεχθεί. Ήθελε να την αφήσει πίσω της. Ήθελε να την ξεχάσει. Ήθελε να απαλλαγεί απο το βάρος της.
Με την άκρη του ματιού, έτσι όπως ήταν σκυφτή, είδε τα πόδια του πλάι της και τότε επιστράτευσε το τελευταίο της κουράγιο σηκώνοντας το κορμί όρθιο, με την λιγοστή υπερηφάνεια που της είχε απομείνει. Δίχως να σκεφτεί, το χέρι της βρέθηκε πάνω στο πρόσωπό του, βαρύ και θυμωμένο. Ένα χαστούκι που ποτέ άλλοτε δε θα του έδινε. Ένα χαστούκι που αυτός παρακίνησε. Ένα χαστούκι που μετάνιωσε αμέσως όταν ο Μάρκος επέστρεφε απέναντί της. Το κορμί του σφίχτηκε και απροειδοποίητα κινήθηκε επιθετικά. Η Αρετή τραβήχτηκε προς τα πίσω σφραγίζοντας τα χείλη με την παλάμη της.
  “Μάρκο, σε παρακαλώ… άσε με να ζήσω. Μου τα πήρες όλα. Φτάνει” του ζήτησε και κάθε τόσο αφηνόταν στο κλάμα της. Εκείνος ψυχρός και σκληρός, για ακόμα μια φορά άγαρμπα την έριξε στην αγκαλιά του. Ήταν πράγματι αδύναμη, την ένιωθε μέσα στα χέρια του σαν κούκλα ψεύτικη που μπορούσε μαζί της να παίξει όπως και όσο εκείνος ήθελε. Τα πρόσωπά τους κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο, με αυτόν να μη χάνει λεπτό απο τους ήχους τής λύπης της και εκείνη να ελπίζει σ' ένα θαύμα.
  “Και ακόμα δεν είδες τίποτα Αρετή… στη ζωή μου πολλά –γιατί- έμειναν αναπάντητα και αποφάσισα αυτό να το παλέψω… το σημαντικότερο –γιατί-… του έρωτά μας. Ακόμα και αν πράγματι ένιωσες να πνίγεσαι απο μένα θα έπρεπε να μου δώσεις την επιλογή να προσπαθήσω… την ευκαιρία να αλλάξω για εσένα. Θα μπορούσα Αρετή. Θα μπορούσα και αυτό είναι το περίεργο, πως δεν στάθηκες ούτε στιγμή για να το δεις. Γι αυτό μη με παρακαλάς… δεν κάνω πίσω.  Μέχρι να συρθείς στα πόδια μου δε θα σταματήσω να σε κυνηγάω” της είπε χαμηλόφωνα πετώντας τις λέξεις μία προς μία μέσα της, βαθιά. Της έσπερνε στην ψυχή της και θα περίμενε υπομονετικά να τις θερίσει. Και μέχρι τα γεράματα θα περίμενε. Και πάντα θα την έβρισκε. Πάντα θα τον είχε μπροστά της, αν όχι ως σύμμαχο, σίγουρα σαν ένα απο τα χειρότερα εμπόδια.
  “Να το κάνω τώρα. Να πέσω στα πόδια σου τώρα” του είπε ενοχλώντας τον ακόμα περισσότερο. Προτιμούσε να πέσει χαμηλά παρά να του πει την αλήθεια. Παρά να του δώσει μία ευκαιρία… γι αυτό και εκείνος θα έπαιρνε τις δικές της. Όλες τις ευκαιρίες για μια ζωή δίχως αυτόν, θα τις έχανε η Αρετή. Ο Μάρκος της έσφιξε τα αδύνατα μπράτσα και την απώθησε κρατώντας την μπροστά του σε μικρή απόσταση.
  “Όχι μωρό μου… δεν κατάλαβες καλά. Θέλω όπως τότε…θυμάσαι που φώναζες έξω απο το σπίτι μου πόσο με ήθελες; Πόσο ερωτευμένη ήσουν; Έτσι θα σε κάνω να ουρλιάζεις το όνομά μου και πάλι. Στα γόνατα μπροστά μου να με παρακαλάς να σε δεχθώ πίσω και μέχρι να γίνει… θα σε θάβω… θα σε θάβω, Αρετή” της απάντησε. 
Οι ώμοι της ανασηκωμένοι και το κεφάλι της βαρύ, έγερνε προς τα πίσω. Οι τρεμάμενες ανάσες της είχαν ήχο ενώ τα δάκρυα της σιωπηλά κατρακυλούσαν ποτίζοντας την μπλούζα της.
  “Τόσο κακό σου έκανα; Τόσο με μισείς;” τον ρώτησε και εκείνος γέλασε ειρωνικά.
 “Κακό; Μια λέξη ανάξια γι’ αυτό που νιώθω… και όχι Αρετή, δε σε μισώ…σ’ αγαπάω αρρωστημένα και σ’ αυτήν τη ζωή ή θα σε έχω εγώ ή θα σε αποτελειώσω για να μην σε αποκτήσει ποτέ κανένας άλλος” απάντησε και τα δάχτυλά του την πίεζαν σε κάθε λέξη που ξεστόμιζε.
  “Θες να με αναγκάσεις να έρθω κοντά σου; Απο εγωισμό;”
  “Δεν έκρυψα ποτέ οτι είμαι εγωιστής. Δεν είπα ποτέ, μπαίνοντας εσύ στη ζωή μου, οτι όλα θα είναι εύκολα, ρόδινα και απλά. Δεν έκρυψα ποτέ την ανασφάλειά μου, το άγχος και τη ζήλια μου. Και πως να το κάνω δηλαδή βλέποντας σε κάθε μέρα; Πως να καταλαγιάσω το θηρίο του έρωτα που γρύλιζε μέσα μου; Δεν ξέρω τι νιώθουν οι άλλοι άνθρωποι όταν ερωτεύονται και αγαπάνε, ξέρω όμως, πως εγώ πρώτη φορά αισθάνθηκα έτσι για ένα άλλο πλάσμα. Πρώτη φορά βρέθηκα να ζω την κόλαση και τον παράδεισο μαζί. Δεν βρίσκω τρόπο να το εξηγήσω Αρετή. Δεν υπάρχει κάτι στον κόσμο τόσο δυνατό που να το παρομοιάσω ή να το συγκρίνω. Δε σε αναγκάζω Αρετούλα… πολύ απλά καίω τις ευκαιρίες και τις επιλογές σου μέχρι να σου μείνει μόνο μία… αυτή που μέχρι πριν λίγο καιρό θεωρούσες την καλύτερη. Φαντάζομαι τι σκέφτεσαι… αλλά δε με νοιάζει καθόλου. Γιατί ναι!…ΕΙΜΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΛΗΤΗΣ… ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΚΩΛΟΠΑΙΔΟ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΕΣ…” της φώναξε πάνω στο πρόσωπο ενώ τα χέρια του δεν σταμάταγαν να την ταρακουνούν μπρος πίσω.
  “Με ποδοπάτησες Αρετή… με τέλειωσες… Όταν επέστρεψα στο σπίτι και δε σε βρήκα, νόμιζα πως πέθανα… δε μπορούσα να κουνηθώ… να ανασάνω… ένιωθα τα πάντα και τίποτα. Πήρες μαζί σου οτι σου έδωσα και μ’άφησες όπως μια μάνα το παιδί της. Μου γύρισες την πλάτη και τώρα τρέχω πίσω σου” συνέχισε. 
Ήταν ικανός να της μιλάει και οι εποχές να τους προσπερνούν μαζί με τα χρόνια. Η βροχή του φθινοπώρου να πέφτει πάνω τους ενώ εκείνος θα ξεστόμιζε τη λύπη του. Το κρύο του χειμώνα να τους ραπίζει όταν θα φώναζε τον πόνο του. Οι μυρωδιές της άνοιξης να τους μεθούν τις στιγμές μιας παθιασμένης εξομολόγησης και του καλοκαιριού οι ζέστες να καίει τα κορμιά τους όπως ο έρωτας. Ήταν ικανός να μετρά τις λευκές τρίχες στο πέρασμα του χρόνου και κάθε νέα της ρυτίδα αγαπώντας την όλο και πιο δυνατά. Ο Μάρκος ήταν ικανός… ικανός για το καλυτερο αλλά και για το χειρότερο.
  “Ακόμα σ’αγαπάω” του είπε κλαίγοντας σπαρακτικά και αυτός δεν άντεξε. 
Το χέρι του σηκώθηκε στον αέρα, έτοιμο να πέσει πάνω στην ψεύτρα που είχε μπροστά του. Να τσακίσει το θρασύδειλο πλάσμα που επέμενε να τον κοροιδεύει, μα έμεινε εκεί, ψηλά, θυμωμένο, δυνατό, κυρίαρχο αλλά διστάζοντας να χαλάσει αυτό που αγαπούσε περισσότερο και απ' τη ζωή του. Η Αρετή με το στόμα ανοιχτό και ύφος πονεμένο απο την αντίδρασή του, κοίταξε το άπραγο ορθωμένο χέρι του χωρίς καμιά προσπάθεια να προστατευτεί.
Ο Μάρκος, λαχανιασμένος, έριξε το άκρο του πλάι στο σώμα και την έδιωξε απο κοντά του.
  “Δε θα σου κάνω τη χάρη να σε χτυπήσω... μπορεί να μετατρέψω τον κόσμο σε σκόνη για να μη βρεις γη να πατήσεις… αλλά για πάρτη σου δε θα κουβαλήσω κι αυτό το βάρος. Μη με ξαναπροκαλέσεις έτσι πρόστυχα… γιατί είμαι γεμάτος απο τόσες άλλες δυσάρεστες εκπλήξεις που δεν χωρά ο νους σου” την προειδοποίησε δίχως να τον νοιάζει το οικείο χαμηλωμένο βλέμμα της. Άρχιζε να το συνηθίζει πια.
  “Θα σε διαλύσω Αρετή… κομμάτια θα σε κάνω. Δεν θα σε αφήσω να σταθείς πουθενά. Ξέρεις… απο εμάς τους ίδιους εξαρτάται ο εαυτός των άλλων που βγαίνει στο φως… εμείς είμαστε οι δημιουργοί των συμπεριφορών απέναντί μας. Είναι στο χέρι σου να λάβεις το καλύτερό μου μα, μέχρι τότε, θα υποστείς το κακό που ξύπνησες” δήλωσε στο τέλος και αφού της γύρισε την πλάτη έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του.
  Όσο η Αρετή τον έβλεπε να απομακρύνεται αναρωτιόταν πως κατάφερνε να κρατιέται. Απορούσε με την ίδια, αλλά γρήγορα μια αιφνιδιαστική ανατριχίλα της θύμησε τον λόγο. Ένα ράκος επέστρεψε στο διαμέρισμά της και ανοίγοντας την πόρτα ένα φύλλο χαρτί παρασύρθηκε τραβώντας την προσοχή της. Στην αρχή το κοίταξε απο ψηλά και κάτι μέσα της φώναζε οτι ο Μάρκος υπήρχε πίσω του. Χαμήλωσε το σώμα και το πήρε στα χέρια της. Η ματιά θολή έκανε τις προτάσεις να αχνοφαίνονται και τα γράμματα να τρεμοπαίζουν. Ένας χορός που την ζάλιζε και χρειάστηκε χρόνο μέχρι ο νους να ηρεμήσει και εκείνη να συγκεντρωθεί.
  Ο κύριος Μανώλης της ζητούσε αύξηση ενοικίου και όταν έφτασε στο ποσό, σωριάστηκε στο πάτωμα άτσαλα. Σύντομα, όμως, στάθηκε στα πόδια της και έτρεξε έξω απο την πόρτα του χτυπώντας την με θυμό αρκετές φορές. Δεν είχε άλλη υπομονή και όταν ο ηλικιωμένος άντρας άνοιξε εκείνη του επιτέθηκε λεκτικά κουνώντας το χαρτί μπρος στο πρόσωπό του.
Τον κατηγόρησε, τον απείλησε, του φώναξε και έπειτα τον κοίταξε μέσα στα μάτια λαχανιασμένη. Η λάμψη πρόδιδε ότι ακριβώς και το αφεντικό της, όταν την απέλυε.
  “Αρετή, συγχώρα με” ψέλλισε χωρίς πρόθεση να αντικρούσει όσα του καταλόγιζε.
  “Ποιος σε έβαλε να το κάνεις;” τον ρώτησε και ο άντρας χαμογέλασα ανεπαίσθητα.
  “Δεν ξέρεις Αρετούλα; Αυτός φάνηκε να σε γνωρίζει πολύ καλά” της απάντησε επιβεβαιώνοντας τις υποψίες της και γυρνώντας να φύγει μη μπορώντας να σωθεί,  ο κύριος Μανώλης την σταμάτησε.
  “Κορίτσι μου! Η ζωή είναι δύσκολη… χρειάζεσαι κάποιον για να τη μοιραστείς. Δεν ξέρω τι έχει συμβεί μα… η ψυχή ενός ανθρώπου Αρετή, πολλές φορές μπορεί να γίνει το σπίτι του διαβόλου… να θυμάσαι, πως για να μην πουληθεί σ' εκείνον, θα πρέπει ο θεός να την αγοράσει” της είπε και εκείνη δίχως να τον κοιτάξει πήγε στο διαμέρισμά της.

  Είχε έρθει η ώρα να πάρει μια απόφαση. Είχε φτάσει η στιγμή να αντιμετωπήσει τον ίδιο της τον εαυτό και η Αρετή στο άδειο της διαμέρισμα έζησε ξανά εκείνη τη νύχτα που την έδιωξε μακριά από τον Μάρκο. Την βίωσε με κάθε λεπτομέρεια και μέσα της τα συναισθήματα αντάριασαν την ψυχή. Κουλουριάστηκε σαν μωρό και φοβήθηκε όσα ο νους της ζωντάνευε. Άκουσε ξανά τα λόγια… τις λέξεις που φαίνονταν σωστές μα της έκαναν κακό. Είδε τα πρόσωπα αλλά, το κυριότερο, επέτρεψε στην ίδια να σπάσει την πανοπλία της και να καταρρεύσει. Τόσο καιρό, έκλαιγε για τους λάθος λόγους. Τόσο καιρό, πάλευε για τις λάθος αιτίες και μέσα της αρρώσταινε βαριά. Έγινε παιδί μικρό και απροστάτευτο που λαχταρούσε ένα χέρι να πιαστεί, μια αγκαλιά να νιώσει ασφάλεια και δυο χείλη να της πουν πως δεν πρέπει να ντρέπεται, πως όλα καλά θα πάνε και πως στο σκοτάδι δεν κρύβεται τίποτα περισσότερο απ’οτι υπάρχει στο φως. Λαχταρούσε να μιλήσει στον πατέρα της. Εκείνη να ρωτά και αυτός να της απαντά… λύσεις οι κουβέντες του… δρόμοι τα λόγια του που κάποιος της στερούσε. Το στομάχι της ανακατευόταν. Ο νους της διαλυόταν και η Αρετή να μην ανήκει πουθενά. Το πείσμα μέσα της ούρλιαζε και ενώ τόσα χρόνια έκαναν παρέα, τώρα αυτή το είχε ξεχάσει. Σηκώθηκε όρθια και άρχισε να του μιλά.
  “Πάψε!” αναφωνούσε κάνοντας βόλτες στο διαμέρισμά της. Η φωνή χτυπούσε απο τοίχο σε τοίχο και πίσω ερχόταν σαν αντίλογος.
  “Η αλήθεια καμια φορά είναι επικίνδυνη δεν το καταλαβαίνεις;” έλεγε
  “Τώρα απλώς η αδικία πέφτει μόνο πάνω σ' εμένα” συμπλήρωνε και έκανε, ανήσυχα, την ίδια και την ίδια διαδρομή τινάζοντας τους καρπούς της.
  “Πως να μιλήσω; Τι να πω; Τι να αποδείξω;” ρωτούσε.
  “Και αν δεν με πιστέψει κανείς;” απορούσε.
  “Είναι και αυτά τα βλέματα του κόσμου, που πότε σε λυπούνται και πότε σε κατηγορούν. Είναι οι ψίθυροι πίσω απο την πλάτη σου. Το βουητό που μέσα του ξεχωρίζεις μόνο το όνομά σου” εξηγούσε στο πείσμα της που επέμενε.
  “Και έπειτα αναρωτιέσαι μήπως έχουν εκείνοι δίκιο και όχι εσύ. Αρχίζεις να τους πιστεύεις. Να αμφιβάλεις λες και τα συναισθήματα δεν έχουν καμιά αξία, γιατί ποτέ δεν σε ρωτούν γι αυτά. Ποτέ δεν ενδιαφέρονται”
  “Έρχεται και η ντροπή όταν πρέπει να πεις λέξεις ευθείες και καθαρές. Όταν πρέπει ξανά και ξανά να διηγηθείς την αλήθεια που σε κάποιους φαίνεται ελλειπής. Ενώ το βλέμμα των δικών σου βουρκωμένο σε κοιτά. Πάψε!” συμπλήρωνε παρακαλετά.
  “Και εκείνος;… ποτέ τα μάτια του δεν θα με δουν το ίδιο. Η σιωπή θα τον σώσει” συνέχιζε και μισούσε τον αντίλαλο που της έφερνε αντιρρήσεις.
  “Δεν καταλαβαίνεις πώς θα πέσει πάνω του η λάσπη; Δεν καταλαβαίνεις πως οι κόρακες θα αρχίσουν να τον τρελαίνουν με την απαίσια φωνή τους; Δεν καταλαβαίνεις πως… θα σύρουν το όνομά του πίσω μου; Δεν το καταλαβαίνεις;” κατηγορούσε τη δύναμή της που είχε αγανασκτήσει.
  “Η ζωή είναι σκληρή και πολλές φορές η τιμωρία αδύνατη. Ποια είμαι εγώ να κάνω την εξαίρεση; Κι αν τα καταφέρω, θα ζω πάντα με την ταμπέλα να αναβοσβήνει πάνω μου. Πάψε!”
  “Πάψε… δεν θέλω άλλο να σκέφτομαι. Πάψε... δεν μπορώ άλλο να σκέφτομαι. Πάψε… Πάψε… Πάψε!” επανέλαβε στην συνείδησή της και έπειτα αυθόρμητα άρπαξε το τηλέφωνο της και κάλεσε τον πατέρα της.
  Η φωνή του την έκανε να τσαλακώσει το πρόσωπο απο λύπη, ντροπή και πόνο. Μια παύση μακρόσυρτη τον ανησύχησε, μα η Αρετή συνήλθε γρήγορα πιέζοντας τον εαυτό της.
  “Μπαμπά! Μπαμπά πες μου για την αλήθεια. Πες μου για την αδικία μπαμπά. Μίλα μου για την θυσία και την τιμωρία” του ζήτησε και η καρδιά του κυρ Παναγιώτη ράγισε. Το παιδί του υπέφερε και αυτός ήταν μακριά.
  “Η αλήθεια παιδί μου είναι μια πονεμένη κόρη. Πρώτα πάνω της πέφτει η αμφισβήτηση, έπειτα η επίθεση και στο τέλος μαζί με την κατανόηση έρχεται η λύτρωση. Γι αυτό θέλει θάρρος η αλήθεια Αρετή. Θάρρος και δύναμη. Να θυμάσαι μόνο πως ποτέ δε σε προδίδει” της είπε και αμέσως κατάλαβε πως η κόρη του περίμενε την επόμενη απάντηση.
  “Ο κόσμος παιδί μου πάντα ήταν ανόητος, άδικος και κακός. Έτσι θα τον αφήσεις; Όπως τον βρήκα εγώ και η μάνα σου; Έτσι θα τον παραδώσεις στο δικό σου παιδί;” την ρώτησε και το κλάμα της έκανε την ψυχή του να δακρύσει αίμα.
  “Η ζωή κόρη μου είναι σαν μια ζυγαριά. Στο ένα μέρος περιμένει η θυσία και στο άλλο η αδιαφορία. Η απάντηση βρίσκεται στα βαρίδια… αυτά θα την κάνουν να γείρει στη λύση. Όσο για την τιμωρία κόρη μου… να ξέρεις πως, πέρα κι απ' τους νόμους, μεγαλύτερη απ’την αλήθεια δεν υπάρχει” απάντησε και η Αρετή ακόμα και μπροστά σε αυτά τα λόγια δεν κατάφερνε να αποφασίσει.


1 σχόλιο:


  1. Τι της εκαναν....γιατι η αληθεια ειναι οτι κατι της εχει συμβει....γι'αυτο κ ολη αυτη η αντιδραση....

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.