Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.17

-17-
  Ο έρωτάς του ωκεανός και αυτή ένας ουρανός άπιαστος. Θύμωνε και φουρτούνιαζε ελπίζοντας πως με τα πελώριο κύματά του ίσως κατάφερνε να την φτάσει. Να την κρατήσει στο βυθό του και αυτός να γίνει ο αέρας που κάποτε λαχταρούσε. Τα χέρια του αγρίμια... την πασπάτευαν πριν την κατασπαράξουν αλύπητα. Έτσι αναπάντεχα της τράβηξε την μπλούζα πετώντας την απο πάνω της και έπειτα έγινε ξανά η φυλακή της. Δεσμά σκληρά που είχαν καρδιά και ψυχή μόνο για εκείνη. 
Ο Μάρκος ένιωθε τους παλμούς του σε κάθε του κύτταρο. Αισθανόταν τους δικούς της να ρέουν στο ίδιο του το αίμα. Τα χείλη του σέρνοντας στη σάρκα της ενώ ο δισταγμός της του έκλεβε την τρυφερότητα.
  “Σταμάτα του είπε ξανά ανάμεσα στις βαριές ανάσες της, μα αυτός αδυνατούσε να την απελευθερώσει απο τον κόρφο του, που έμοιαζε σαν γη προστατευτική μα και δύσβατη.
Οι παλάμες της πίεσαν το στήθος του και μια μικρή ώθηση επενέβη στον ερωτικό χορό τους.
  “Μάρκο, σταμάτα... Δεν είμαστε μαζί.... δεν μπορείς να μου το κάνεις αυτό. Σταμάτα επέμεινε η Αρετή πιο δυναμικά και οι λέξεις τάραξαν το μεθυσμένο του, από την έλειψή της, μυαλό. Την κράτησε ανάμεσα απο τα χέρια του και την απομάκρυνε ερευνώντας την έκφραση του προσώπου της. Κάλυπτε το ημίγυμνο σώμα της και ο Μάρκος την άφησε σφίγγοντας τα δόντια του. Στριφογύρισε, για λίγο, εδώ και εκεί τρίβοντας το μέτωπό του κάθε τόσο και ύστερα της επιτέθηκε.
  “ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΚΡΥΒΕΣΑΙ; τη ρώτησε ενώ εκείνη ήδη είχε σηκώσει το μπλουζάκι της κρατώντας το μπροστά στο στήθος της.
  “Ναι! Σου ζήτησα να σταματήσεις. Δεν είμαστε μαζί. Δεν είμαστε ζευγάρι και ... απάντησε αμυνόμενη σθεναρά.
  “Οι άνθρωποι ,Αρετή, δεν κάνουν έρωτα μόνο όταν είναι ζευγάρι»
 “Ε, λοιπόν εγώ δεν είμαι σαν όλους τους ανθρώπους. Γι' αυτό φύγε! αναφώνησε και ντύθηκε γυρνώντας του την πλάτη. Πριν προλάβει να στρώσει το ρούχο της καλά καλά ένιωσε την δυνατή λαβή του που αστραπιαία την επέστρεψε μπροστά του.
  “Εγώ άλλο κατάλαβα της είπε προσπαθώντας να βρει τα μάτια της που δεν εστίαζαν πουθενά.
  “Απ’οτι φαίνεται, ναι. Δεν παίρνεις απόφαση πως χωρίσαμε και μου κάνεις τη ζωή δύσκολη. Πες μου πως δεν έβαλες το χέρι σου να μη βρω δουλειά. Σε παρακαλώ, πες μου πως δεν είναι δικό σου έργο ζητούσε η κοπέλα να μάθει απελπισμένα ευχόμενη ο Παύλος να κάνει λάθος.
  “Όλο δικό μου είναι Αρετούλα και πάρτο σαν μια γεύση απο το ξεκίνημα ... έπεται και συνέχεια της απάντησε χαμογελώντας με τον σοκαρισμένο μορφασμό της. Πισωπάτησε σα να ήθελε να απολαύσει καλύτερα την αποσβολωμένη εικόνα της. Ένας σαδιστής που στην πραγματικότητα υπέφερε περισσότερο απο το θύμα του.
  “Τι άλλο θέλεις, γαμώτο; Δεν έχεις δικαίωμα δήλωσε η Αρετή σκύβοντας απεγνωσμένα το κορμί της μπροστά.
  “Ω! Αρετή ακόμα να καταλάβεις οτι τα ανθρώπινα δικαιώματα στην περίπτωσή μας δεν ισχύουν πλέον;”
  “Τι νομίζεις πως θα πετύχεις έτσι;”
  “Δεν το έχω σκεφτεί αλλά είμαι πολύ περίεργος”
  “Χωρίσαμε. Συμβαίνει ξέρεις, στα ζευγάρια, αρκετές φορές… η σχέση τελειώνει και ο καθένας τραβάει το δρόμο του”
  “Αυτό κάνω και εγώ… τραβάω το δρόμο μου και σβήνω τους δικούς σου”
  “Γιατί;”
  “Λάθος ερώτηση Αρετή. Εχεις κάτι άλλο να μου πεις που να με ενδιαφέρει περισσότερο;…”
  “Με πληγώνεις”
  “Χαίρομαι”
  “Τι;”
 Αυτό που άκουσες. Τι νόμιζες; οτι θα έφευγες από εμένα έτσι απλά; Και για να στο ξεκαθαρίσω ακόμα μια φορά… όσο μένεις μακριά μου δεν πρόκειται να σε λυπηθώ”
  “Αυτό είναι εκβιασμός. Θες να γυρίσω επειδή μου δυσκολεύεις τη ζωή; Θες να με έχεις δίπλα σου χωρίς να το νιώθω;”
  “Πάλι με αντιμετωπίζεις σα μαλάκα Αρετή και δεν μ’αρέσει. Και αν λες αλήθεια τότε δεν μένει παρά να με πείσεις…” της είπε και έφτασε κοντά της πιάνοντάς το πρόσωπό της άκομψα.
  “ΠΕΙΣΕ ΜΕ ΠΩΣ ΔΕ ΜΕ ΘΕΣ” της φώναξε τραβώντας την πάνω στα εξαγριωμένα χείλη του.
  “Όπως έκανες όταν με ήθελες…μέχρι τότε Αρετούλα θα γίνομαι ο εφιάλτης σου… ο χειρότερος” συμπλήρωσε και την απελευθέρωσε απο το δυνατό κράτημά του. 
Το πρόσωπό της γύρισε απότομα απο την μια μεριά ακολουθώντας τα μαλλιά της που την έκρυψαν άτσαλα.
  “Δεν το βλέπεις πως δε σε θέλω πια;” τον ρώτησε καθώς επέστρεφε απέναντί του.
Ο Μάρκος χασκογέλασε σκύβοντας το κορμί του για να φτάσει το ύψος των ματιών της.
  “Θες να μάθεις τι βλέπω Αρετούλα;” αναρωτήθηκε ειρωνικά και άρχισε να πηγαινοέρχεται αόριστα στον χώρο γεμάτος ένταση.
  “Βλέπω μια γυναίκα που δεν αντέχει μακριά μου. Βλέπω μια γυναίκα που πονάει χώρια μου. Νιώθω τον έρωτά της και την αγάπη της σε κάθε της δάκρυ. Νιώθω το πάθος της κάθε φορά που την αγγίζω. Γιατί η δική μου Αρετή, αν δεν με ήθελε θα με πολεμούσε με θάρρος... όπως τότε που δεν τα παράτησε μέχρι να με κερδίσει, να με πείσει. Σε ξέρω… όταν το άδικο σε έπνιγε τίποτα δε σε σταματούσε. Ακόμα και όταν ήμασταν μαζί και έδειχνες πάντα υπομονετική και πειθήνια, μόλις αποφάσιζες να επιβληθείς με σάρωνες… και ας μην το καταλάβαινες. Αυτή η Αρετή, λοιπόν, θα με έστελνε στο αυτόφορω επειδή της έσπασα το σπίτι. Θα πούλαγε το όνομά μου και τις πράξεις μου στους δημοσιογράφους και τα περιοδικά με τίτλο –σκάνδαλο-. Η δική μου Αρετή δεν κρύβεται απο την αλήθεια όσα ψέμματα και να ξεστομίζει. Αυτή που έχω μπροστά μου υποφέρει. Δεν αντέχει να με κοιτάξει. Τα δάκρυα στάζουν περισσότερες φορές απο οτι οι θυμωμένες σπίθες που θα πρεπε να πετούν τα μάτια της. Βλέπω μια γυναίκα που βασανίζεται αλλά δεν κάνει βήμα πιο κοντά μου. Αυτή τη γυναίκα λοιπόν εγώ θα την ισοπεδώσω μέχρι να μου πει την αλήθεια. Σκέψου τη ζωή σου σαν ένα παζλ και εμένα να στην κλέβω. Αν θες τα κομμάτια πίσω Αρετή ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Όσο για τον έρωτα, αυτή τη φορά θα στη χαρίσω… αλλά την επόμενη θα πάρω αυτό που μου ανήκει και μου λείπει αφάνταστα. Μπορείς να κλαις όσο θα είμαι μέσα σου. Μπορείς ακόμα και να μη με κοιτάς. Μπορείς και να με παρακαλάς αν θες… αλλά εγώ θα σε πάρω και κάνε μου μήνυση μετά. Θα περιμένω” της είπε παγερά αποφασισμένος και έφτασε ως την πόρτα. 
Λίγο πριν την εγκαταλείψει, έκανε μια στάση για την τελευταία του συμβουλή.
  “Αν νοιάζεσαι για τους φίλους σου φρόντισε να μην απολυθούν. Γιατί θα τους διώξω Αρετή δίχως τύψεις… ελπίζω να το κατάλαβες”

  Ο Μάρκος αποχώρισε και η Αρετή σωριάστηκε στο πάτωμα με τρόπο που έμοιαζε πως το κορμί τόση ώρα έδινε μάχη να σταθεί όρθιο. Πίστευε κάθε του λέξη. Την πίστευε γιατί αυτός την εννοούσε. Το σώμα του το φώναζε, τα μάτια του το έλεγαν ξεκάθαρα και η φωνή του παχιά, βαριά και γεμάτη απο τα σχέδιά του. Θα την διέλυε και αυτή δεν μπορούσε να πειράξει ούτε τρίχα απο τα μαλλιά του. Ούτε τρίχα. 
Θα άντεχε όμως, όπως οι βράχοι κόντρα στα κύματα. Θα άντεχε, σαν τα πουλιά στον παγωμένο άνεμο και τη βροχή. Θα άντεχε, κάτω απο το νερό δίχως τον αέρα της. 
Θα άντεχε.
Την είχε αφήσει ανάμεσα σε ψυχρά ντουβάρια, δίχως δουλειά και φίλους. Πολλές φορές έπιανε συζήτηση με τον εαυτό της και, άλλη μία, ξόδεψε το πολύτιμο χαρτονόμισμα του φαγητού της για να αγοράσει ένα βιβλίο. Ήταν μικρό και το τέλειωσε σε λίγες ώρες, μα η Αρετή το διάβασε πολλές φορές ακόμα. Η συντροφιά της. Η παρέα της... ένα και μοναδικό βιβλίο.
Με το φως της μέρας συνέχιζε να παλεύει ψάχνοντας να βρει δουλειά και απογοητευόταν όλο και περισσότερο. Μέχρι που θυμήθηκε τα λόγια του Παύλου και περνώντας έξω απο ένα μαγαζί που έφτιαχνε σουβλάκια, είδε μια κακογραμμένη ανακοίνωση στο τζάμι κολλημένη.
-Ζητείται υπάλληλος- έγραφε, με τις λέξεις περιτριγυρισμένες απο λαδιές.
Η Αρετή μπήκε μέσα και ζήτησε το αφεντικό. Ένας καλοαναθρεμένος κύριος την κοίταξε πρώτα και έπειτα την πλησίασε βγαίνοντας απο τον πάγκο. Η ποδιά του τόσο βρώμικη που σου κοβόταν η όρεξη και ο ιδρώτας τού έφτιαχνε την προσωπικότητα. Κατά τ' άλλα ο κύριος Μανωλης με το μακρυ στριφογυριστό μουστάκι του έδειχνε ευγενικός και καλόκαρδος. Ο άντρας σκούπησε τα λαδωμένα χέρια πάνω του και έπιασε το βιογραφικό της κοπέλας. Το σοκ ήταν ακαριαίο διαβάζοντάς το και το βλέμμα του προκάλεσε την Αρετή να ικετεύσει με αξιοπρέπεια.
  “Μπορώ να κάνω τα πάντα. Και λάτζα άμα θέλετε. Και σέρβις. Και καθάρισμα. Οτι θέλετε. Μόνο δοκιμάστε με. Χωρίς χρήματα στην αρχή. Αν σας κάνω, τότε με προσλαμβάνετε” του είπε και η αγωνία ξεπηδούσε απο την έκφρασή της αγγίζοντας την ψυχή του.
  “Τι λες κορίτσι μου; Εσύ δεν είσαι για εδώ μέσα. Θα χαθείς” σχολίασε δίνοντας πίσω τα πλούσια χαρτιά της.
  “Σας παρακαλώ. Κανείς δεν χάνετε δουλεύοντας. Αν δεν με πάρετε θα χαθώ” συνέχισε η Αρετή ελπίζοντας να τον πείσει. Μέχρι που έπιασε τον εαυτό της να επιθυμεί τη λύπησή του.
  “Και να ήθελα, δεν μπορώ να σε πληρώσω με τόσα προσόντα” της δήλωσε και γυρνώντας να φύγει εκείνη έσκισε το βιογραφικό της τραβώντας την προσοχή του. Ο άντρας την κοίταζε να το καταστρέφει με νεύρο ώσπου έμειναν στην παλάμη της τα μικρά κομμάτια του κόπου της.
  “Τίποτα δεν έχω. Είδατε; Τίποτα”

  Ο κύριος Μανώλης υποχώρησε τελικά και προσέλαβε την Αρετή δίχως δοκιμαστικό. Έφτιαχνε σαλάτες, έκοβε πατάτες και ασχολιόταν με τη λάτζα όταν είχαν πολύ δουλειά και ο νεαρός που είχε το πόστο δεν προλάβαινε. Τα χρήματα δεν ήταν πολλά μα της έφταναν. Και μια μέρα, που βρισκόταν στο μπάνιο της πλένοντας το πρόσωπό της, σηκώθηκε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Χαμογελούσε. Όχι έντονα, αλλά δεν είχε σημασία. Χαμογελούσε ξανά. Όταν το συνειδητοποίησε τα χείλη της απλώθηκαν περισσότερο. Δεν είχε χαθεί. 
Υπήρχε ακόμα εκεί. 
Δεν είχε χαθεί και μ’αυτήν την αισιοδοξία ετοιμάστηκε για το μαγαζί.
Μόλις έφτασε, μπήκε μέσα με ζωντάνια που τη μετέφερε στους πάντες. Έλαβε θέση γρήγορα στη θέση της και ξεκίνησε τη δουλειά μουρμουρίζοντας τραγούδια. Όλοι απέκτησαν όρεξη και ανταπεξήλθαν στην τρέλα της βραδιάς. Τα τραπέζια διπλογέμιζαν και τα πιάτα πηγαινοέρχονταν πάνω σε δίσκους πότε γεμάτα και πότε άδεια με ασύλληπτη συχνότητα. Η κίνηση αντί με το πέρασμα της ώρας να μειώνεται, αυτή αυξανόταν αλλά οι υπάλληλοι δεν έχαναν το κέφι τους, όχι μόνο απο τη νότα χαράς που η Αρετή έδινε, αλλά και με τη σκέψη των μπουρμπουαρ που θα μοιράζονταν στο τέλος. 
Και πάνω στον πυρετό των εργασιών, ένας σερβιτόρος μπήκε στην κουζίνα και ενημέρωσε την Αρετή πως ο κύριος Μανώλης την χρειάζεται έξω. Αυτή αμέσως άφησε οτι έκανε και βγήκε στον κύριο χώρο του μαγαζιού. Τα μάτια της βρήκαν το αφεντικό εύκολα, μα το χαμόγελο έσβησε και η καρδιά μπέρδεψε τους χτύπους της. 
Ο Μάρκος, με τα χέρια δεμένα κάτω απο το στήθος, είχε ύφος αυστηρό μιλώντας στον άντρα που παρακολουθούσε κάθιδρος. Η Αρετούλα ούτε που κατάλαβε πως κατάφερε να τους πλησιάσει. Κοντοστάθηκε πίσω απο τον κύριο Μανώλη και μόλις εκείνος την άκουσε, γύρισε στο πλάι εκθέτοντάς την στον πελάτη που έδειχνε δυσαρεστημένος.
  “Κύριε Μανώλη” είπε φοβισμένα το κορίτσι.
  “Αρετή, το πιάτο του κύριου Σιμεωνίδη εσύ το ετοίμασες;” την ρώτησε ενώ ήξερε πως ήταν δικό της. Ο άντρας όμως δεν έβρισκε άλλο τρόπο να την βοηθήσει καθώς απο τα λόγια του Μάρκου κατάλαβε οτι τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα. Η αλήθεια όμως που αφορούσε τον εαυτό της ήταν πάντα στρογγυλοκαθισμένη στη γλώσσα της και έτσι απάντησε αυθόρμητα.
  “Μάλιστα”
Ο Μάρκος άρπαξε το πιάτο στα χέρια του και το έφερε μπρος στα μάτια της.
  “Και αποφασίσατε να μου βάλετε μέσα δωράκια δεσποινίς;” την ρώτησε και αυτή ξεροκατάπιε ρίχνοντάς του ένα βλέμμα άγνοιας. Εκείνος της έκανε νόημα με τα μάτια να κοιτάξει το πιάτο και τότε είδε δυο κομμάτια ζελατίνα στην άκρη να λαμποκοπούν.
  “Μα εγώ…” ψέλλισε η Αρετή, καθώς καμιά δικαιολογία δεν χωρούσε, παρόλο που ήταν βέβαιη οτι κάτι τέτοιο δεν θα της ξέφευγε ποτέ. Αυτού του επιπέδου η αστοχία δεν ταίριαζε με το βιογραφικό της και μπήκε αμέσως στο νόημα.
  “Με συγχωρείτε. Μπορώ να σας το αλλάξω” του είπε και εκείνος, πετώντας άσχημα το πιάτο στο τραπέζι ώστε να τραβήξει τα βλέμματα των πελατών, κάρφωνε την κοπέλα ένω απευθύνθηκε στον ιδιοκτήτη.
  “Λαζαρίδη, όπως καταλαβαίνεις για ένα τέτοιο σφάλμα δεν αρκεί η επίπληξη. Περιμένω από εσένα περισσότερα και μάλιστα εδώ και τώρα. Το μαγαζί σου είναι το νούμερο ένα της περιοχής στο είδος του… αν θες να παραμείνει, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις”

Ο κύριος Μανώλης κοίταξε την Αρετούλα που τόσο συμπαθούσε. Το κορίτσι που έβαλε φως στο μαγαζί του. Το πλάσμα που τον είχε βοηθήσει και τον έκανε να νιώθει τυχερός που βρέθηκε στο δρόμο του.

  “Άσε την ποδιά σου. Απολύεσαι!” της είπε και η ελπίδα φάνηκε να έχει κρατήσει μόλις ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.



Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.