Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.16

-16-
  Οι μέρες κυλούσαν και η Αρετή προσπαθούσε να μαζέψει τα κομμάτια της και να σταθεί ξανά στα πόδια της. Ο Μάρκος δεν την είχε ενοχλήσει μα αυτή αισθανόταν τα μάτια του συνέχεια πάνω της. Για κάποιο λόγο τον ένιωθε παντού και πάντα, λες και στην θέση της απουσίας του άφησε την κυρίαρχη αύρα του.
Εκείνη, όμως, έπρεπε να συνεχίσει όπως και να είχε η κατάσταση. Έπρεπε να βάλει τη ζωή της και πάλι σε τάξη. Τα χρήματά της σύντομα θα τελείωναν και η εύρεση εργασίας ήταν επείγουσα προτεραιότητά. Το σπίτι της δεν το έφτιαξε με σκοπό να δώσει στον εαυτό της οικονομικό χρόνο μέχρι να βρει μια αξιόλογη δουλειά. Είχε έξοδα να τρέχουν και ένα ενοίκιο που κάθε πέντε του μήνα ήταν υποχρεωμένη να καταθέτει. Σκέφτηκε λοιπόν πως ακόμα και τα απαραίτητα, όπως ποτήρια και πιάτα, μπορούσαν να περιμένουν. Έτσι, προτίμησε να αγοράζει πλαστικά μιας χρήσης ώσπου να είναι σε θέση να τ' αντικατατήσει. Όλη αυτήν την περίοδο, επικοινωνούσε με τους γονείς της στο νησί παίζοντας θέατρο και κάποιες φορές μιλούσε στο τηλέφωνο με τα παιδιά απο το εστιατόριο του Μάρκου. Αυτές ήταν και οι μόνες επαφές που είχε με άλλους ανθρώπους, κατά τα άλλα συνέχιζε ολομόναχη.
Κάθε πρωί ετοιμαζόταν βγαίνοντας στους δρόμους για να βρει δουλειά και κάθε που επέστρεφε με ένα τσουβάλι γεμάτο άρνηση η απογοήτευση μεγάλωνε το άγχος της. Δεν καταλάβαινε γιατί την απέρριπταν κοιτώντας το πλούσιο βιογραφικό της. Δεν καταλάβαινε γιατί κανείς τους δεν της έδινε μια ευκαιρία. Διάβαζαν τις σελίδες με τις επιτυχίες της, έπειτα έριχναν το βλέμμα πάνω της και κουνώντας το κεφάλι έλεγαν, “Λυπάμαι Δεσποινίς, αλλά δεν υπάρχει κενή θέση για εσάς”. 
Ούτε ένας δεν της άφησε μια μικρή ελπίδα, μια κουκίδα φωτός για το μέλλον. Ήταν όλοι τους κάθετοι και αποφασισμένοι. Κάθε μέρα έκανε χιλιόμετρα με τα πόδια και στο τέλος επέστρεφε εξουθενωμένη σωματικά και ψυχικά. Μετρούσε τα χρήματα της και αφού έβαζε στην άκρη όσα αντιστοιχούσαν στα πάγια έξοδα κοιτούσε το χαρτονόμισμα των δέκα ευρώ που δικαιούνταν να ξοδέψει για φαγητό. Δεν την πείραζε μα αυτά, όλο και λιγόστευαν δείχνοντας στην Αρετή την κατάληξή της που δεν ήταν άλλη απο το να βρεθεί άστεγη στους δρόμους. Σκεφτόταν τον πατέρα της, σκεφτόταν τη μητέρα της. Απο το νησί είχε φύγει με όνειρα και στην Αθήνα κόπιασε για να τα πετύχει και να τους κάνει περήφανους, να δώσει αξία στις θυσίες τους. Το να επιστρέψει ως αποτυχημένη δεν ήταν στα πλάνα της.
 Ώρες ατέλειωτες ξόδευε καθισμένη στο πάτωμα του άδειου σπιτιού της, πάνω στις διπλωμένες κουβέρτες που κοιμόταν και έστυβε το νου της ψάχνοντας για λύση. Ανάμεσα στις σκέψεις πεταγόταν αυθαίρετα εκείνος και η καρδιά της δάκρυζε. Αυτός ο έρωτας είχε γίνει βαριά αλυσίδα σφιχτά δεμένη γύρω απο τον ατραγαλό της. Τον έσερνε μαζί της και θα μπορούσε να το κάνει για πάντα αρκεί να κατάφερνε να ζήσει. Να ζήσει.
 Ένα βράδυ, που το εστιατότιο του Μάρκου έκλεισε νωρίς, η Κατερίνα τους μάζεψε όλους και αποφάσισαν να επιστεφτούν την Αρετή.
  “Δεν ξέρω τι λέτε εσείς αλλά εγώ θέλω να τη δω. Είναι ντροπή μας τόσο καιρό να μην έχουμε νοιαστεί” τους είπε και όλα τα πρόσωπα χαμήλωσαν.
  “Πάμε” πέταξε ο Παύλος κοφτά και ξεκίνησαν για το διαμέρισμα της κοπέλας.

  Μόλις τους είδε έξω απο την πόρτα της με τα πλατιά τους χαμόγελα και ένα σωρό τσάντες που μοσχομύριζαν νοστιμιές, γέλασε και έπεσε σ’ όλες τις αγκαλιές, μία προς μία. Άνοιξε το σπίτι της και τα μάτια τους γούρλωσαν στην άδεια θέα του. Έμοιαζε με εγκαταλελειμμένο που εκείνη είχε βρει προσωρινή προστασία.
Η μικρή αναστέναξε και νευρικά έψαξε, ολόγυρα, οτιδήποτε θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως κάθισμα για τους επισκέπτες της. Όταν είδαν την αντίδρασή της την καθησύχασαν με πρώτο τον Παύλο που βολεύτηκε στο πάτωμα προκαλώντας και τους υπόλοιπους να τον μιμηθούν.
  “Σαν εκδρομή. Πολύ γουστάρω” σχολίασε και πήρε στάση άνετη με τα πόδια τεντωμένα μπροστά και την πλάτη στον τοίχο. Η Αρετή συγκινήθηκε και βρήκε την θέση της στον όμορφο κύκλο.
  “Τι έγινε Αρετούλα;” την ρώτησε η Αγγελική ενώ ταυτόχρονα έβγαζαν τα πακέτα με το φαγητό.
  “Αν δεν έχετε φέρει πιρούνια έχω εγώ….πλαστικά, μη νομίζετε” απάντησε εκείνη και τα παιδιά αλληλοκοιτάχτηκαν. 
Ο Σωτήρης που καθόταν δίπλα της την έπιασε απο τον καρπό την ώρα που σηκωνόταν και αυτή ξαφνιάστηκε.
  “Κάτσε κάτω Αρετή” της ζήτησε και αργά χαμήλωσε επιστρέφοντας στο πάτωμα.
  “Τι συμβαίνει; Γιατί δεν ζήτησες τη βοήθειά μας;” συμπλήρωσε ο νεαρός.
  “Είμαι μια χαρά. Δεν χρειάζομαι τίποτα” απάντησε και επιδεικτικά άπαντες περιηγήθηκαν με το βλέμμα στο χώρο αποδεικνύοντας οτι όσο κι αν ήθελε να κρυφτεί ή να τους πείσει, όλα τα άλλα φώναζαν τις δυσκολίες της.
  “Αλήθεια;” πέταξε ο Παύλος αφήνοντας ένα χαχανιτό ειρωνικό. Όχι πως ήθελε να την προσβάλει αλλά το πείσμα της τον ενοχλούσε. 
  “Αλήθεια!” αναφώνησε θυμωμένα. Τα μάτια της τόνιζε μια λεπτή κόκκινη γραμμή απο κάτω και το στήθος της φούσκωνε λες και όλα μέσα της την κατέτρωγαν.
  “Αρετούλα. Ο Μάρκος δεν είναι καλά” αποκάλυψε η Κατερίνα δείχνοντας πως όλοι γνώριζαν την κατάσταση λίγο πολύ. Έπρεπε να τους εμπιστευτεί. 
  “Όταν επέστρεψε δεν μιλιόταν… και τώρα μας έχει βγάλει το λάδι. Είναι μόνιμα θυμωμένος και ξέρουμε πως αυτό ωφείλεται στον χωρισμό σας” συμπλήρωσε και η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι κρύβοντας το πρόσωπο στις παλάμες της. Η αντίδραση της τράβηξε τους πάντες κοντά της, που την κύκλωσαν και την άγγιζαν τρυφερά.
  “Τι έγινε κοριτσάκι μου; Γιατί είστε έτσι; Μίλησέ μας, μπορούμε να βοηθήσουμε έστω και ηθικά” ρώτησε και την προέτρεψε η Αγγελική γλυκομιλώντας της. 
Η Αρετή βγήκε απο την κρυψώνα της και με ένα μείγμα, ύφους, θλίψης μα και δυναμικής τούς κοίταξε συνοφρυωμένη.
  “Χωρίσαμε και εκείνος δεν το δέχεται. Αν τον βλέπατε πως διέλυε το σπίτι. Ήθελα να του φωνάξω πως τον καταλαβαίνω… πως δεν θα του κρατήσω κακία… αλλά έλειπε. Το σώμα του ήταν εδώ μα εκείνος έλειπε”
  “Γιατί Αρετή; Εσύ έλαμπες… ήσουν τόσο ευτυχισμένη… τον κοιτούσες και έπαιρνες ζωή. Γιατί;” αναρωτήθηκε εύλογα Αλέκος.
  “Έτσι ήθελα. Αμάν, με αυτό το γιατί… δεν μπορεί ένας άνθρωπος να μετανιώσει χωρίς ιδιαίτερο λόγο; Δεν μπορεί να κάνει πίσω;” τόνισε έντονα υψώνοντας τη φωνή της. Μα η Αρετή, ούτε αυτούς κατάφερνε να ξεγελάσει.
  “Φυσικά και μπορεί. Αλλά για πες μας… γιατί δεν του έκανες μήνυση; Απ’οτι βλέπω ο κύριος Σιμεωνίδης μπήκε εδώ μέσα και δεν άφησε τίποτα όρθιο. Μπήκε σπίτι σου και το κατέστρεψε. Γιατί δεν τον κατήγγειλες; Και γιατί κλαις;” την προκάλεσε ο Παύλος και τα χείλη της σφίχτηκαν.
  “Τι σημαίνει Αρετή πως τον καταλαβαίνεις;” συμπλήρωσε.
  “Γι αυτό ήρθατε; Ε; Για να με στριμώξετε; όχι γιατι νοιάζεστε τι κάνω;” τους πέταξε εκείνη χαρίζοντάς τους τύψεις και όλοι μαζεύτηκαν.
  “Ας φάμε” δήλωσε μετά απο λίγο ο Αλέκος χαμογελώντας και ξεκίνησαν να ανοίγουν τα κουτιά με το δείπνο τους.
  “Ωραίοι μάγειρες είστε…αντί να φτιάξετε κάτι μόνοι σας παίρνετε απο τα έτοιμα” είπε χιουμοριστικά η Αρετή ρουθουνίζοντας και οι νέοι συμμετείχαν στην προσπάθειά της να δείξει χαλαρή.
  “Έλα, πες μας τα νέα σου. Που μαγειρεύεις τελευταία; Ποιος τυχερός καρπώνεται το ταλέντο σου;” την ρώτησε αυθόρμητα η Κατερίνα και το πρόσωπό της κοπέλας σκοτείνιασε ξανά. Άφησε αργά το πακέτο με τα σπρινγκ ρολς στο πάτωμα και αναστέναξε.
  “Έχουν πονέσει τα πόδια μου να ψάχνω. Έχω πάει έξω απο την πόρτα όλων όσων ήξερα. Ψάχνω μέρες. Ώρες ατέλειωτες προσπαθώ μα τίποτα. Κανένας τους δεν μου δίνει μια ευκαιρία. Δεν καταλαβαίνω, το βιογραφικό μου είναι πέραν του δέοντος καλό…αλλά….” τους είπε και ο Παύλος αφού μάσησε την μπουκιά του τής έδωσε απάντηση αμέσως.
  “Ο Σιμεωνίδης Αρετούλα όσο εύκολα σου ανοίγει πόρτες, τόσο ευκολότερα στις κλείνει”
Το κορμί της ανατρίχιασε και το στόμα της έμεινε μισάνοιχτο καθώς τα μάτια κοιτούσαν τον άντρα απέναντί της. Τα λόγια του Μάρκου έδεσαν με εκείνα του Παύλου και η Αρετή σήκωσε το πρόσωπο ψηλά κλείνοντας τα βλέφαρα.
  “Μάλλον είναι απο τους άντρες που δεν τους αρέσει οι γυναίκες να φεύγουν πρώτες απο το κρεβάτι τους… απολαμβάνουν να τις διώχνουν αυτοί” σχολίασε στη συνέχεια και η Αγγελική τον κλώτσισε για να πάψει.
  “Τι; Άδικο έχω; Της τα παίρνει όλα… ΜΟΝΟ ΕΓΩ ΤΟ ΒΛΕΠΩ;” φώναξε προδίδοντας μια ανπάντεχη οργή και σηκώθηκε όρθιος. Απομακρύνθηκε απο τον κύκλο και τα ανασηκωμένα μάτια που τον εξέταζαν.
  “Είναι αλήτης. Χρησιμοποιεί τη δύναμή του πάνω στην Αρετή γιατί τον απέρριψε. Και τι θα κάνεις τώρα δηλαδή; Θα επιστρέψεις στο νησί με άδεια χέρια; Ή μήπως σκέφτεσαι να πας σε κανέναν σουβλατζίδικο;” την ρώτησε και η κοπέλα τινάχτηκε πάνω. Στάθηκε μπροστά του εξαγριωμένη.
  “Στο νησί δε γυρνάω. Αποτυχημένη στον πατέρα μου δεν πάω… και ΝΑΙ! αν χρειαστεί θα τυλίξω σουβλάκια” του απάντησε και αυτός προσπάθησε να την τραβήξει στην αγκαλιά του βλέποντας πόση στεναχώρια της προκάλεσε, αλλά η Αρετή πισωπάτησε αποτρέποντάς τον.
  “Που ξέρεις… μπορεί να καταφέρω με το ταλέντο μου να τα κάνω διάσημα” συνέχισε ήρεμα.
  “Συγγνώμη” απολογήθηκε ο Παύλος με τη σειρά του και, πάνω στην τελεία του, η πόρτα τού σπιτιού της χτύπησε. 
Ο πανικός στο βλέμμα της έκανε την παρέα να απορήσει. Κράτησαν τις ανάσες τους όταν το χτύπημα συνόδευσε η φωνή του Μάρκου.
  “Αρετή δεν θες να ξαναμπω όπως την προηγούμενη φορά”
Όλοι σηκώθηκαν όρθιοι και η κοπέλα τους έκανε νόημα να ησυχάσουν, ενώ η ίδια θέλοντας να αποφύγει τις φασαρίες, του άνοιξε ελάχιστα, μένοντας στη χαραμάδα. Ο Μάρκος στραβογέλασε και άξαφνα βάρεσε την παλάμη του στην πόρτα ανοιγοντάς την διάπλατα και παρασέρνοντας μαζί της και την κοπέλα.
Βάδισε αργά μέσα και αφού επεξεργάστηκε την κατάσταση, έτριψε τα γένια του.
  “Το διασκεδάζετε βλέπω” σχολίασε. 
Οι γυναίκες χαμήλωσαν το βλέμμα και ξεροκατάπιαν, ενώ οι άντρες τον κοιτούσαν ευθεία στα μάτια.
  “Απαγορεύεται;” τον ρώτησε ο Παύλος λανθασμένα. 
Ο Μάρκος χαμογέλασε αινιγματικά πριν ορμήξει καταπάνω στον νεαρό πιάνοντάς τον απο το λαιμό. Τον κόλλησε βίαια στον τοίχο και πλησίασε το πρόσωπό του σε απόσταση ανανπνοής απο του Παύλου. Τα θηλυκά αναφώνησαν απο το ξάφνιασμα και τον τρόμο, ενώ τα αρσενικά φώναξαν τ' όνομα του Μάρκου.
  “Αν ξαναβάλεις το δάχτυλό σου στο δικό μου μέλι θα στο κόψω Παυλάκο. ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;” τον απείλησε και η Αρετή έκλεισε την πόρτα πηγαίνοντας αμέσως πλάι του. Τα χέρια της αυθόρμητα ξάπλωσαν απαλά στο μπράτσο τού χεριού που έσφιγγε το λαιμό του φίλου της.
  “Μάρκο, σταμάτα” ζήτησε ταραγμένη. Τα μάτια του ρίχτηκαν στο άγγιγμά της και έπειτα σηκώθηκαν στο πρόσωπό της.
  “Τον προστατεύεις μικρή;” την ρώτησε με ύφος θυμωμένο.
  “Όχι. Όχι, αλλά δεν έκανε τίποτα. Αυτό μόνο. Σε παρακαλώ σταμάτα” απάντησε και εκείνος απελευθέρωσε το θύμα του γλύφοντας τα χείλη του άγρια. 
Πισωπάτησε καταστρέφοντας το δείπνο, που βρισκόταν στο πάτωμα, λιώνοντάς το κάτω απο το πέλμα του και έβαλε τα χέρια στη μέση σκύβοντας το κεφάλι.
  “Θα το πω μια φορά... Αν ξαναπατήσετε το πόδι σας εδώ… Αν ξαναεπικοινωνήσετε μαζί της… Αν σας πετύχω να της ρίχνετε έστω ένα βλέμμα τυχαία στο δρόμο… ΘΑ ΣΑΣ ΑΠΟΛΥΣΩ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΞΑΝΑΒΡΕΙΤΕ ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΟΥΘΕΝΑ!...Τώρα πάρτε δρόμο” βροντοφώναξε παγώνοντας το αίμα τους. 
Η Κατερίνα με την Αγγελική ήταν έτοιμες να βάλουν τα κλάματα και οι άντρες κοίταξαν την Αρετή με μάτια που φώναζαν χίλιες συγγνώμες. Η απειλή του Μάρκου ήταν σπουδαία αν την πραγματοποιούσε. Σκέτη καταστροφή για τις ζωές τους και δεν είχαν αυτήν την πολυτέλεια. Δεν είχαν το περιθώριο μιας τέτοιας θυσίας. Η Αρετούλα τους έγνεψε δίνοντας την έγκρισή της σε μια προδοσία που κατανοούσε απόλυτα και όλοι τους, νιώθοντας ντροπή για τους εαυτούς τους, αποχώρησαν. 
Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω τους και ο Μάρκος έμεινε μόνος μαζί της την αγριοκοίταξε γυρνώντας το κεφάλι στη μεριά της. Απότομα το χέρι του τεντώθηκε πιάνοντάς την απο το μπράτσο και την κόλλησε στην αγκαλιά του άγαρμπα. Τύλιξε τη μέση της σφιχτά και έκλεισε τον αυχένα της με τα δάχτυλά του. Πλησίασε δίπλα στο αφτί της και ο ώμος της ανασηκώθηκε αυθόρμητα. Τον θύμωσε και κοφτά την πίεσε πάνω του ακούγοντας την ταραγμένη ανάσα της. Και ενώ εκείνη περίμενε τις νέες του προειδοποιήσεις, τις καινούριες απειλές του ξαφνικά ένιωσε τα χείλη του πάνω στο δέρμα του λαιμού της. 
Τρεμάμενοι ήχοι το έσκαγαν απο μέσα της και ο Μάρκος επέμενε να την φιλά, στην αρχή απαλά μα παθιασμένα και στην συνέχεια βίαια και ερωτικά. Τα χέρια της πάνω στο στήθος του δεν αποφάσιζαν αν είχαν δύναμη να τον απωθήσουν και έτσι του ψιθύρησε διστακτικά.
  “Σταμάτα”
Τότε το στόμα του έπεσε πάνω στο δικό της και το φιλί του την κατακτούσε άγρια ενώ η παλάμη του ξέφυγε απο τη μέση της τρυπώνοντας κάτω απο την μπλούζα της.

  
  Εκείνη φτερούγιζε στα χέρια του σαν άγγελος και εκείνος την έκλεβε σαν κολασμένος, στο κέντρο της καταστροφικής θύελας που έριχνε πάνω της. Στα συντρίμμια που κάθε φορά άφηνε στο πέρασμά του.
Εκεί η μανία του... εκεί και ο έρωτάς του.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.