Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.15

-15-
  Ο Μάρκος επέστρεψε σπίτι του και για το υπόλοιπο της μέρας δεν εμφανίστηκε πουθενά κλείνοντας μέχρι και το τηλέφωνό του. Η εξαφάνισή του είχε ως αποτέλεσμα, το βράδυ, η μάνα του με τον Δημήτρη να χτυπούν τη πόρτα του ταραγμένοι. Εκείνος έσυρε τα πόδια του ως την είσοδο και άνοιξε χωρίς να κοιτάξει καν ποιος ήταν, παρά γύρισε αμέσως την πλάτη και πήγε στην γνωστή του θέση απέναντι απο την τζαμαρία. 
Ο Δημήτρης μπήκε πρώτος μα στην εικόνα του φίλου του κάτι τον τρομοκράτησε και το μπράτσο του τινάχτηκε στο πλάι σταματώντας την Έλσα. Της έκανε νόημα να κοιτάξει τα χέρια του Μάρκου και η γυναίκα χλώμιασε. 
Στο αριστερό κρεμόταν ένα μισο τελειωμένο μπουκάλι ουίσκι ενώ στο δεξί στραφτάλιζε το περίστροφο τού πατέρα του. Κάποια στιγμή το σήκωσε και με την κάνη του χτύπησε μερικές φορές το γυαλί μπροστά του.
  “Το βλέπετε αυτό εκεί έξω;” ρώτησε και ο Δημήτρης έκανε ένα βήμα μπροστά καλύπτοντας την Έλσα με τον όγκο του κορμιού του.
  “Ναι” απάντησε προσπαθώντας να ακουστεί ήρεμος.
  “Ο κόσμος είναι. Ο κόσμος με τα όλα του. Πόσοι λέτε να είναι ευτυχισμένοι;” αναρωτήθηκε στη συνέχεια.
  “Δεν ξέρω” είπε ο Δημήτρης αλλά ο Μάρκος φάνηκε πως δεν αναζητούσε απάντηση απο εκείνον, αλλά όλα στον εαυτό του τα ρωτούσε τελικά.
  “Πόσοι να χωρίζουν τώρα; Πόσοι να τσακώνονται; Πόσοι να κάνουν έρωτα και πόσοι να τα βρίσκουν;” συμπλήρωσε και χτύπησε ξανά το όπλο στο τζάμι χασκογελώντας.
  “Ε λοιπόν δεν με νοιάζει καθόλου και ξέρετε γιατί;” είπε και γύρισε απέναντί τους.
  “Γιατί είμαι μεγάλο κωλόπαιδο και τα θέλω όλα δικά μου. Γιατί είμαι εγωιστής.  Γιατί ο κόσμος εκεί έξω είναι γκρίζος και τα χρώματα τα έχει μόνο η Αρετή. Αλλά μου τα πήρε φεύγοντας και δεν με νοιάζει τι κάνει ένας κόσμος χλωμός. Μου τα έκλεψε” απάντησε και ολόκληρος φώναζε πόσο μεθυσμένος ήταν.
  “Αγόρι μου ηρέμησε, σε παρακαλώ” ζήτησε η μάνα του και τα φρύδια του έσμιξαν εμφανίζοντας δυο καινούριες ρυτίδες στο μέτωπό του.
  “Ήρεμος είμαι. Πιο ήρεμος δεν γίνεται” της δήλωσε και έφερε το μπουκάλι στα χείλη του πίνοντας σαν να ήταν το αλκοόλ νερό που το λαχταρούσε.
  “Μάρκο μου γιατί κρατάς το περίστροφο του πατέρα σου; Τι το χρειάζεσαι παιδί μου;”  αναρωτήθηκε η Έλσα με το ενδιαφέρον της να στρώνει κόκκινα χαλιά στις λέξεις. Ο Δημήτρης την στήριξε απο δίπλα απλώνοντας το χέρι στο φίλο του.
  “Έλα ρε φίλε, δώσ' το μου και κάτσε να μιλήσουμε”
Ο Μάρκος έφερε το όπλο κάτω απο τα μάτια του ζυγίζοντάς το στην παλάμη του.
  “Ήθελα να τον θυμηθώ. Δεν σας το είπα ποτέ αλλά μ ‘αυτό τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. Ήταν άτυχος όμως γιατί δεν πέθανε αμέσως. Ξέρετε, βάζοντας το όπλο κάτω απο το σαγόνι έχεις πιθανότητες αποτυχίας, λίγες βέβαια, αλλά έχεις” αποκάλυψε και η μάνα του σφράγισε το στόμα της με το χέρι της για να μην ουρλιάξει.
  “Τι λες Μάρκο;” απόρησε ο Δημήτρης.
  “Την αλήθεια. Μην κοιτάς που όλα αυτά τα χρόνια κρυβόμασταν πίσω απο καλοφτιαγμένα ψέμματα παίζοντάς το ανήξεροι. Νόμιζα πως θα προστάτευα το όνομά του. Νόμιζα πως το ψέμμα μου ήτνα για καλό του. Βλέπεις, πίστευα πως διαδίδοντας θάνατο απο ποτό θα είχε ελάχιστο αντίκτυπο στην εικόνα που έχτισε με κόπο και ίσως λιγότεροι θα λυπούνταν και εμένα. Αλλά ο θάνατος φίλε ίδιος είναι με όλους τους τρόπους. Πίστευα οτι αν πω οτι έβαλε το όπλο στο στόμα και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα για μια πουτάνα, το αίμα του θα παρέμενε πάνω μου και όλοι θα ψιθύριζαν πίσω απο την πλάτη μου – ο γιος αυτού που αυτοκτόνησε για μια γυναίκα-. Δεν καταλάβαινα τότε πως οτι και να έλεγα εγώ πάλι παρατημένος θα ήμουν και εκείνος νεκρός. Τι σημασία είχαν όλα τ'άλλα; Παρατημένος, φίλε. Πρώτα απ' τη μάνα μου και μετά απο εκείνον. 
Τώρα βέβαια τον νιώθω περισσότερο. Ο θάνατος σε τέτοιες περιπτώσεις μοιάζει με τη μόνη σωτηρία” είπε και κανείς δεν τον διέκοπτε, κανείς δεν τολμούσε. 
Έγειρε ξανά το μπουκάλι στο στόμα του και έχασε την ισορροπία του για μια στιγμή μα την ξαναβρήκε γρήγορα.
Έδειξε την Έλσα με το χέρι που κρατούσε το περίστροφο.
  “Σε θυμάμαι να φεύγεις. Φορούσες ένα κόκκινο φόρεμα και είχες τα μαλλιά σου μαζεμένα. Με θυμάμαι όταν έφευγες, ν' αρπάζομαι απο το πόδι σου και εσύ να με ξεκολλάς σαν να ήμουν παράσιτο. Σε θυμάμαι μάνα να φεύγεις με την μπλε βαλίτσα σου και να με αφήνεις πίσω. Σε θυμάμαι. Κι εκείνον θυμάμαι... να κλαίει σαν μικρό παιδί. Τον άκουγα να σε παρακαλάει απο το τηλέφωνο και μετά να βυθίζεται στο σκοτάδι και τη σιωπή. Τον θυμάμαι να κάνει εμετό μεχρι εξαντλήσεως, να παραμιλάει και να έχει παραισθήσεις…και ξέρεις γιατί μάνα τα θυμάμαι όλα; ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΑ… ΤΑ ΖΟΥΣΑ… ΤΑ ΕΒΛΕΠΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΝΙΩΘΑ. Γιατί ήμουν εκεί μπροστά σας και ας μη με βλέπατε. Ήμουν εκεί... στα πόδια σας. Υπήρχα” της ούρλιαξε αγανακτισμένος φτύνοντας ολη τη χολή που τον πίκραινε χρόνια τώρα. 
Κρέμασε το χέρι πλάι στο κορμί του και έσκυψε το κεφάλι χαμογελώντας.
  “Τον βρήκα πνιγμένο στο αίμα του και το μισό πρόσωπό του διαλυμένο… να τρέμει, να προσπαθεί να αφήσει την ψυχή του να φύγει και αυτή να επιμένει. Έχετε ακούσει ποτέ ψυχή εκγλωβισμένη στο σώμα; Τον ήχο της δεν τον ξεχνάς ποτέ. 
Υπήρχαν τα κομμάτια του στο πάτωμα και τα μέτρησα όλα… ένα ένα, τα μέτρησα. Σάρκα και κόκκαλα… εγώ τα μέτρησα. Ήταν και αυτά ο πατέρας μου πως θα μπορούσα να αδιαφορήσω; Έσφιγγε την φωτογραφία σου στο χέρι του και έτσι τσαλακωμένη και ματωμένη όπως ήταν, σκέφτηκα πως σου πήγαινε… σκέφτηκα πως θα ήθελα εσύ να ήσουν στη θέση του μα έκλαψα αμέσως. Έπεσα πάνω στο πατέρα μου ουρλιάζοντας και έκλαψα με όλη τη δύναμη του μίσους και της αγάπης μου για εσένα. Του είχες πάρει τα χρώματα μάνα και πως να ζήσει σε έναν κόσμο γκρίζο; Γιατί; Ποτέ δε σε ρώτησα και ποτέ δεν απάντησες σ’αυτό το –γιατί-“ την ρώτησε τελικά και εκείνη ξεροκατάπιε.
  “Δεν υπάρχει απάντηση αγόρι μου. Τα ζευγάρια χωρίζουν όταν δεν είναι ευτυχισμένα πια” πέταξε η μάνα του και ο Μάρκος έβαλε τα γέλια.
 “Πάλι τινάζεις το πόδι σου μάνα για να με διώξει απο πάνω σου. Δεν είμαι όμως πλέον το δεκάχρονο αγόρι για να ξεμπερδέψεις τόσο εύκολα”
  “Σε ήθελα κοντά μου και το ξέρεις…” προσπάθησε να του εξηγήσει μα την διέκοψε ορθώνοντας ξανά το περίστροφο στο μέρος της.
  “Μάλλον δε με ήθελες αρκετά απ’ότι φάνηκε. Όχι άλλα ψέμματα μάνα… όχι άλλα ψέμματα”
  “Ο πατέρας σου με πολέμησε. Ο χωρισμός μας δεν ήταν εύκολος. Ήμουν νέα και εκείνος πολύ αυστηρός μαζί μου. Δεν άντεξα. Δεν μπόρεσα να ζήσω άλλο έτσι. Εσύ ήσουν το τελευταίο του χαρτί για να με γυρίσει πίσω αγόρι μου… για να με εκδικηθεί” του είπε και τα μάτια του κοκκίνησαν σαν του σατανά που ετοιμαζόταν να δράσει σμμορφώνοντας τούς άτακτους της κόλασης.
  “Θα μάθω. Θα μάθω με ποιον τρόπο κατάφερε ένας πατέρας να κρατήσει το παιδί μακριά απο τη μάνα του. Θα μάθω” της δήλωσε με τόνο απειλητικό και η Έλσα έχασε τον κόσμο της. 
Τόση ησυχία, τόσα χρόνια... η κατάσταση έμοιαζε με ηφαίστειο ενεργό μα σε αδράνεια. Τώρα όμως η Αρετή το είχε ξυπνήσει και η λάβα κόχλαζε προετοιμάζοντας την ορμή της.
  “Πάρτε δρόμο τώρα γιατί θέλω να μείνω μόνος” ζήτησε και τους γύρισε την πλάτη.
  “Δεν πρόκειται να σε αφήσω Μάρκο” πέταξε ο Δημήτρης και ο φίλος του γύρισε το κεφάλι πάνω απο τον ώμο βγάζοντας ένα επιφώνημα έκπληξης.
  “Μη φοβάσαι… εγώ δεν είμαι σαν τον πατέρα μου, γιατί η Αρετή δεν είναι σαν τη μάνα μου. Δεν πρόκειται να αυτοκτονήσω αλλά θα κάνω οτι δεν έκανε αυτός. Θα τη γυρίσω πίσω” είπε αρθρώνοντας τις λέξεις ολοκάθαρα.
  “Μην κάνεις τρέλες Μάρκο. Αν θέλει να φύγει αστην και μην μπλέκεις σε περιπέτειες. Κανέναν δεν κρατάς με το ζόρι” αντιγύρισε ο Δημήτρης.
  “Οι δυνατοί έρωτες και οι αληθινές αγάπες, φίλε δεν πεθαίνουν απ’ τη μια μέρα στην άλλη αν κάποιος δεν τις σκοτώσει. Αυτός ο χωρισμός είναι έγκλημα και εγώ θα βρω τον ένοχο. Σήμερα τα μάτια της τα είπαν όλα. Δεν μπόρεσε να με κοιτάξει. Γιατί δεν μπόρεσε να με κοιτάξει; Πάντα το έκανε με τρόπο αξεπέραστο. Πάντα στεκόταν μπροστά μου και το βλέμμα της με κέρδιζε. Αν πίστευε στην απόφασή της θα με αντιμετώπιζε. Θέλω τα χρώματα μου πίσω φίλε και θα τα πάρω. Δεν αναπνέω. Μακριά της δεν είμαι εγώ… αργοπεθαίνω φίλε. Η Αρετή ποτέ δεν έλεγε ψέμματα και όταν το έκανε ήταν για το καλό κάποιου ακόμα και αν χαντακωνόταν η ίδια. Η Αρετή με την αλήθεια έχει σχέση εξάρτησης, οτι λείπει απ’τον κόσμο φίλε. Πολλες φορές κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας λες και αν σε αυτον πούμε την αλήθεια θα μας προδώσει. Αυτή δεν είναι έτσι φίλε. Η Αρετή δεν είναι έτσι και η αγάπη της δεν ήταν ψέμμα” είπε με μια ανέλπιστη διάυγεια νου και ο Δημήτρης με την Έλσα κατάλαβαν πως δεν υπήρχε τίποτε άλλο να κάνουν. Γύρισαν την πλάτη και έφυγαν κλείνοντας την πόρτα πίσω τους. Τότε ο Μάρκος είδε το είδωλό του στο τζάμι χαμογελώντας απογοητευμένος.
  “Πόσο εύκολα τα παρατήσατε” μουρμούρησε και ξαφνικά άρχισε να χτυπά το περίστροφο πάνω στο γυαλί, ξανά και ξανά. Ακριβώς στο σημείο της αντανάκλασής του. Μέχρι που αυτό ράγισε, έφτιαξε έναν πονεμένο ήλιο μ’ακτίνες κοφτερές για να του θυμίζει τις στιγμές του χωρίς εκείνη. Μόνο αν πέρναγε την πόρτα του σπιτιού θα το έφτιαχνε. Μόνο αν γυρνούσε πίσω θα το άλλαζε. Μόνο τότε.

Η μέρα ξημέρωσε και για τους δύο το ίδιο. 
Άχρωμη, άοσμη, άνοστη. 
Η Αρετή κατάφερε να ξαπλώσει σε μια άκρη στο πάτωμα στρώνοντας μερικές κουβέρτες και το επόμενο πρωί, με το φως του ήλιου, έκανε απολογισμό της καταστροφής διαπιστώνοντας πως ο Μάρκος δεν της είχε αφήσει ούτε ποτήρι για να πιει νερό. Το σπίτι της βομβαρδισμένο τοπίο και αυτή έμεινε μόνο με τα ρούχα της στην ντουλάπα... τα μόνα που είχαν γλυτώσει απ’την οργή του. Δεν είχε άλλη επιλογή και έτσι άρχισε να μαζεύει τα θρύψαλα γεμίζοντας ατέλειωτες σακούλες σκουπιδιών, που κατέληξε να τις σέρνει στον διάδρομο του ορόφου της μέχρι το ανσασέρ. Έκανε πολλές κουραστικές διαδρομές για αρκετές ώρες και σε κάποια απ’όλες, η πόρτα απο το διαμέρισμα του σπιτονοικοκύρη της άνοιξε και ο κύριος Μανώλης την κοίταξε έκπληκτος να παλεύει με τις υπερβαρες σακούλες.
  “Αρετούλα, τι έπαθες;” την ρώτησε και εκείνη σταμάτησε για λίγο μπροστά του λαχανιασμένη. Ακόμα χλωμή και αρκετά αδυνατισμένη.
  “Μην ανησυχείται κύριε Μανώλη. Έλειπα στο νησί και όταν γύρισα με είχαν κλέψει. Όχι τίποτα σπουδαίο, απλώς άφησαν πίσω τους μερικές καταστροφές” απάντησε κρύβοντας την αλήθεια.
  “Τι λες Αρετούλα; Τι λες παιδί μου; Και δεν φώναξες την αστυνομία;” την ρώτησε σπεύδοντας μέσα να φέρει το τηλέφωνό του.
  “Κύριε Μανώλη! Μην κάνετε τον κόπο! Μου έχει ξανασυμβεί και δεν κατάφερε τίποτα η αστυνομία. Μόνο που θα έρθουν, θα μαυρίσουν το σπίτι με την απαίσια σκόνη τους και αν οι δράστες δεν είναι σεσημασμένοι δεν θα βρεθούν ποτέ. Γι' αυτό σας λέω, μην κουράζεστε” τον απέτρεψε και ο άνθρωπος που την συμπαθούσε ιδιαίτερα προσφέρθηκε τουλάχιστον να την βοηθήσει. 
Μόλις αντίκρυσε τον χώρο της τα έχασε.
  “Τίποτα δεν σου άφησαν οι αλήτες. Μα καλά βρε παιδάκι μου, αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι το λόγο που κάνουν ζημιές. Πάρε οτι θες και φύγε βρε αδερφέ… μην διαλύεις κι απο πάνω…κάνεις που κάνεις το κακό” σχολίασε ο ανίδεος άντρας και πρόσεξε την πόρτα της που σε καμιά περίπτωση δεν έκλεινε.
Έτσι, μετά το καθάρισμα φρόντισε να της αγοράσει έναν σύρτη για προσωρινή ασφάλεια μέχρι να φωνάξει τον μάστορα να την επισκευάσει. Η Αρετή τον ευχαρίστησε και, απόγευμα πλέον, έκλεισε και κοίταξε το σπίτι της. Άδειο, όπως την πρώτη μέρα που μετακόμισε. 
Μα δεν ήταν αυτό που την ένοιαζε. 
Τα γόνατα χτύπησαν το πάτωμα και με το κεφάλι σκυφτό έβαλε τα κλάματα. Ένα σύντομο ξέσπασμα και έπειτα σκούπησε τα μάτια της και βολεύτηκε στηρίζοντας την πλάτη της στην πόρτα.

Ο Μάρκος απο την άλλη, έφυγε νωρίς για το μαγαζί του και κλείστηκε στο γραφείο. Είχε πολύ δουλειά εκεί και βιαζόταν να την κάνει. Συνέταξε μια επιστολή και την έστειλε ηλεκτρονικά σε όλα τα εστιατόρια, τα ξενοδοχεία και τις εταιρίες εκδηλώσεων που γνώριζε. Η δύναμη του ονόματός του κλείστηκε στην υπογραφή του και οι διευθυντές όλων αυτών εξέλαβαν την απαίτησή του ως άτυπο νόμο στον χώρο.

Κύριοι,
Σε συνέχεια της ολοκλήρωσης του προγράμματος εκπαίδευσης νέων σεφ, απόφοιτων της σχολής τουριστικών επαγγελμάτων Αθηνών, που πραγματοποιήθηκε στην επιχείρησή μου, προέκυψαν σοβαρά προβλήματα μ' έναν απο τους επιτυχόντες που ακούει στο όνομα Αρετή Βαγιάκου. Διαπιστώθηκε, λοιπόν, πως η στενή σχέση η οποία δημιουργήθηκε μεταξύ μας, όπως όλοι γνωρίζετε ήδη, είχε στόχο την εκμετάλλευση επαγγελματικών προνομίων δημιουργώντας ανεπανόρθωτη ζημιά στην επιχείρηση  μου και η συνεργασία μας έληξε άδοξα και άκομψα. Στηριζόμενος στη μακροχρόνια αλληλοστήριξη που χαρακτηρίζει τον χώρο της γαστρονομίας και σύμφωνα με την προσωπική μου προσφορά στην ανάδειξη των δικών σας επιχειρήσεων, περιμένω με τη σειρά σας να συνεχίσετε το ειρηνικό κλίμα αλληλεγγύης και οι πόρτες σας να παραμείνουν αυστηρά κλειστές στη συγκεκριμένη δεσποινίδα.

Με εκτίμηση
Μάρκος Σιμεωνίδης
Chef  και Ιδιοκτήτης εστιατορίου ‘Gastronomique’
Executive chef  της Γαλλικής πρεσβείας Αθηνών
Executive chef  της Ιταλικής πρεσβείας Αθηνών
Executive chef  του ξενοδοχείου Conde Hotel

Πρόεδρος της Ένωσης συντακτών περιοδικού και ηλεκτρονικού τύπου γαστρονομίας.

1 σχόλιο:

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.