Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.14

-14-
  Ο Μάρκος τσαλάκωσε μέσα στην παλάμη του το χαρτί και σήκωσε το βλέμμα κοιτώντας τη θέα έξω απο το διαμέρισμα που του είχε διδάξει την ευτυχία. Τώρα, σκέτη φυλακή, μπροστά σε έναν κόσμο ζωντανό και εκείνος στο άδειο σπίτι ένιωσε την καταστροφή στα σωθικά του. Η σιωπή του έκανε κρότους διαβολικούς και τα μάτια του δεν ξεκολλούσαν απ' το γυαλί. Όρθιος με το χαρτί στο χέρι. Κρατούσε τα λόγια της και όσα ένιωθε τον είχαν παγώσει. Πάλευε να σκεφτεί αλλά το μυαλό του χαλασμένο. Κενός ο νους του και η ψυχή του έπεφτε σ' έναν βόρβορο ατέλειωτο. Λερωνόταν και μάτωνε ταυτόχρονα. 
Η τρέλα τον κυρίευε και ας μην το έδειχνε. 
Ήταν τέτοια η δύναμή της που, και ο ίδιος, φοβόταν τον εαυτό του. Ξαφνικά όσα είχε πετύχει, όλα αυτά τα χρόνια, μάταια. Η δουλειά, ο κόπος, οι θυσίες, η άνοδος και η επιβράβευση τού προκαλούσαν γέλιο ειρωνικό αφού μακριά της όλα έμοιαζαν με αγώνα δρόμου δίχως τέλος και έπαθλο. 
Εκείνη το βραβείο του. 
Εκείνη η ανταμοιβή του.
Αισθάνθηκε παιδί μικρό και πεταμένο στο περιθώριο. Αισθάνθηκε στόχος στο κέντρο των μαχών. Μια απροσμέτρητη θλίψη που φόρτωνε την καρδιά με βάρος και σιγά σιγά θα τον έθαβε. 
Δεν άντεξε και έγειρε μπρος πετώντας τις παλάμες στο τραπέζι. Το κεφάλι του έπεσε και ενώ η φωνή στα βάθυ του ούρλιαζε απ' τα χείλη δεν τολμούσε να βγει. 
Η ζωή του λευκή σελίδα. 
Όλα είχαν διαγραφεί. 
Όλα σβήστηκαν και αυτός δεν θυμόταν τίποτε, παρά μόνο πόσο την αγαπούσε. 
Πόσο το κορμί του διψούσε για εκείνη και την παγωνιά που η άδεια αγκαλιά του γεννούσε. 
Το βλέμμα του θόλωσε και άξαφνα ένας καταιγισμός συναισθημάτων τον εκδικούνταν χτυπώντας τον αλύπητα. Δεν προλάβαινε να τα αντιμετωπίσει. Δεν προλάβαινε να νικήσει και στο τέλος τον κέρδισαν αυτά. 
Τον άδειασαν. 
Τον τέλειωσαν. 
Τον τσαλαπάτησαν. 
Τα συναισθήματα τον έκοψαν σε χίλια μικρά κομμάτια και ο Μάρκος είχε γίνει σκόνη που σκόρπησε φτιάχνοντας το όνομα της Αρετής.
Ότι αγαπούσε τον εγκατέλειπε. 
Σε όλη τη ζωή του η εγκατάλειψη μια πρωταγωνίστρια σε κωμικοτραγική παράσταση που αναγκαζόταν να παρακολουθήσει.
  Στράφηκε ράθυμα στην άλλη μεριά του χώρου και την είδε να στέκει χαμογελώντας του. Το κορμί του αργά αργά ίσιωσε και στάθηκε απέναντι απ' την παραίσθηση που είχε τη μορφή της.
  “Πολύ αργά Αρετούλα. Πολύ αργά για να φύγεις” μονολόγησε μα στο άκουσμα της φωνής του η εικόνα της έγινε καπνός και περνώντας απο πάνω του, έφυγε.

  Ο Μάρκος έμεινε κλεισμένος στο σπίτι του ολόκληρη τη βδομάδα που ακολούθησε. Μόνο με τον Δημήτρη επικοινώνησε στο τηλέφωνο.
  “Που είναι;” τον ρώτησε.
  “Δεν ξέρω Μάρκο. Ειλικρινά δεν ξέρω. Έφυγε απο το πάρτυ μια χαρά και επέστρεψε στο σπίτι. Την επόμενη μέρα δεν κατάφερα να τη βρω πουθενά. Ούτε σπίτι της είναι. Δεν ξέρω, δεν ξέρω φίλε” απάντησε.
  “Βρες την” διέταξε και έκλεισε το ακουστικό. 
Οι κλήσεις στο δικό της τηλέφωνο αμέτρητες. Κάθε μέρα την καλούσε, τη μια φορά μετά την άλλη, αλλά πάντα άκουγε το ίδιο και το ίδιο μήνυμα απο μια γυναικεία φωνή που στο τέλος μίσησε. 
–Το τηλέφωνο του συνδρομητή είναι πιθανώς απενεργοποιημένο. Θα ειδοποιηθεί για την κλήση…-. Παρόλαυτά, ο Μάρκος δεν τα παρατούσε. 
Κλειδωμένος στο διαμέρισμά του, κοιμόταν ελάχιστα και έτρωγε ακόμα λιγότερο. Γερνούσε λεπτό το λεπτό και ο μόναδικός σκοπός του ήταν να πληκτρολογεί τον αριθμό του τηλεφώνου της. Ανάμεσα στις προσπάθειές του έκλεβε χρόνο να χαζέψει τις φωτογραφίες της  αλλά και τα μηνύματα που του είχε στείλει και δεν πρόδιδαν το τέλος.
  Μετά το πέρας ακόμα μιας εβδομάδας βρήκε τη δύναμη να ανοίξει την πόρτα και να βγει στον κόσμο. 
Όλα ξένα γύρω τους, λες και έλειπε μια ολόκληρη ζωή. 
Η κίνηση στους δρόμους τον εκνεύριζε, οι άνθρωποι αναίσχυντοι ψεύτες που διάλεγαν μάσκες απο τις ντουλάπες τους πριν βγουν στο φως και το ελαφρύ αεράκι έπαιζε με τα νεύρα του καθώς παρέσερνε όλα τα αρώματα του κόσμου εκτός απο το δικό της. 
Πήγε στο εστιατόριό του και συνέχιζε να το κάνει απο εκείνη τη μέρα. Δεν γελούσε ποτέ μα και δε μιλούσε. Οι συνεργάτες ξέχασαν τη φωνή του και στην ομάδα των νέων έλειπαν οι κατευθυντήριες εντολές του. Έμπαινε, απλώς, στον χώρο της κουζίνας πριν την έναρξη, τους κοιτούσε όλους και έπειτα αποχωρούσε. Μια φορά μόνο φώναξε την Κατερίνα στο γραφείο του και την έβαλε να του περιγράψει την τελευταία βραδιά που είχε δει την Αρετή. 
Το κορίτσι εμφανώς σοκαρισμένο απο την εξαφάνισή της, δεν του έκρυψε τίποτα.
  “Κύριε Μάρκο. Δεν είναι ούτε στο νησί. Κάλεσα τον πατέρα της με μια δικαιολογία για να μην τρομάξει και, απο τα λεγόμενά του, κατάλαβα πως είχε καιρό να δει την Αρετούλα” είπε στο τέλος μειώνοντας τις ελπίδες του. 
Εκείνος της έγνεψε ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και έπειτα την άφησε ελεύθερη να επιστρέψει στη δουλειά. 

  Οι δημοσιογράφοι δεν άργησαν να μυριστούν τα προσωπικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο γωνστός σεφ Σιμεωνίδης και οι φυλλάδες γέμισαν απο τη φωτογραφία τη δική του με της Αρετής. Εκείνη η αστραπή ανάμεσά στις εικόνες τού δυνάμωνε την οργή που τόσο καιρό μαχόταν να κρατήσει ήσυχη στ' αμπάρια της καρδιάς του. Άνθρωποι με μικρόφωνα και κάμερες παραμόνευαν έξω απο το μαγαζί και το σπίτι του για μια μόνο δήλωση, μα αυτός, τους παραμέριζε χωρίς να τους χαρίσει λέξη και έτσι η παραφιλολογία ανθούσε.
Τρεις βδομάδες και νέα της δεν είχε. 
Το πιο περίεργο απ’όλα ήταν η δική του ήρεμη συμπεριφορά, σαν να ήξερε μέσα του οτι η μέρα που θα την έβλεπε πλησίαζε. Και το ένστικτό του δεν τον ξεγέλασε, ίσως να ήταν και το μόνο σκέφτηκε όταν σήκωσε το τηλέφωνο ακούγοντας τον Δημήτρη στην άλλη γραμμή.
  “Μάρκο, γύρισε. Μ’ακούς; Η Αρετή επέστρεψε σπίτι της” τον ενημέρωσε και σαν απάντηση έλαβε νεκρική σιωπή αφού ο φίλος του απλώς άκουσε και το έκλεισε.

  Ο Μάρκος σηκώθηκε απο το γραφείο του και έλεγξε το πορτοφόλι του για να σιγουρευτεί πως υπήρχε ακόμα μέσα εκείνο το χαρτάκι με το μήνυμά της. Το έβαλε πάλι στη θέση του και, φορώντας το μπουφαν του, έφυγε απο το εστιατόριο. Καβάλησε τη μηχανή και πήρε το δρόμο προς το διαμέρισμά της. Δέκα λεπτά απόσταση και ένιωσε να περνά στην αντιπέρα όχθη λες και η ταχύτητα έσπασε το φράγμα ήχου, χρόνου και χώρου, στέλνοντάς τον σε απόκοσμα μέρη, εκεί που τα τέρατα ταίριαζαν. 
Έριξε το βλέμμα στον δεξί καθρέφτη του τιμονιού και καλωσόρισε τον χειρότερη αλήτη. Αμέσως ο νους γέμισε με σκέψεις που, σαν αστραπές, διαδεχόταν η μια την άλλη κάνοντας φασαρία. Τόσο καιρό το μυαλό κενό και τώρα δεν χωρούσε τίποτε άλλο. Ούτε τον θάνατο δεν φοβόταν πια, μόνο τη ζωή χωρίς την Αρετή έτρεμε και σαν πληγωμένο ζώο έφτασε κάτω από το σπίτι της. Πάτησε το κουδούνι άλλου διαμερίσματος και μόλις του άνοιξαν ανέβηκε στον όροφο της στεκούμενος έξω απο την πόρτα της. 
Τα μάτια του στένεψαν και το κεφάλι του μούδιασε. Ο Μάρκος όρθωσε τη γροθιά του και χτύπησε, ήρεμα, την ξύλινη επιφάνεια. Σε πολύ λίγο την ένιωσε απο την άλλη μεριά. Παρόλο που δεν μίλησε, η ανάσα της ένας γνώριμος ήχος στην οξυμένη ακοή του.
  “Αρετή σ’ ακούω. Άνοιξέ μου” είπε απαλά αλλά κοφτά και κατάλαβε πως οι παλάμες της άγγιζαν την πόρτα. 
Σχεδόν έβλεπε το καυτό τους σημάδι και ο Μάρκος χτύπησε ξανά. 
Η μικρή ταραγμένα πισωπάτησε και συνεχίζοντας να οπισθοχωρεί έφτασε στην απέναντι μεριά του χώρου κλείνοντας τα αφτιά με τα χέρια για να προστατευτεί απο τη χροιά του. 
Ήχος που προέβλεπε το κακό. 
Τότε το ένστικτο της Αρετής βγήκε αληθινό. 
Τρίτη ευκαιρία εκείνος δεν θα της έδινε και έτσι σήκωσε αυτήν τη φορά το πόδι του κλωτσώντας με απίστευτη μανία την παλιά ξύλινη πόρτα που δεν άντεξε το μένος του. Σπάζοντάς την, εισέβαλε στο διαμέρισμα βρίσκοντας την Αρετή  μαραμρωμένη, με το βλέμμα σε μια θέση που δεν είχε κανένα νόημα. Αυτός να βρίσκεται μπροστά της και εκείνη να κοιτά αλλού μισοκαθισμένη στο μικρό της γραφειάκι σφίγγοντας την άκρη στις παλάμες της. 
Το στέρνο του Μάρκου φούσκωνε και ξεφούσκωνε με σταθερότητα καθώς βάδισε λίγα μέτρα πιο κοντά της. 
Έτεινε τα χέρια μακριά απο το σώμα του που έμοιαζε να απλώνεται σε όλο το χώρο.
  “Δε θα μ' αγκαλιάσεις Αρετούλα;” την ρώτησε και τα χείλη της τρεμόπαιξαν.
  “Δεν θα με καλωσορίσεις;” συνέχισε εκείνος
  “Φύγε” ψέλλισε η μικρή και φαινόταν πως η ίδια της η λέξη έγινε ένα δυνατό χαστούκι στο πρόσωπό της. 
Τα επόμενα βήματα του Μάρκου ελάττωναν την απόσταση κάνοντας την καρδιά της, σαν παρανοική, να χτυπά.
Αυτός έβγαλε απο την τσέπη του το χαρτάκι με το μήνυμά  της, μα και το κινητό του. Κάθε παλάμη βαστούσε το παράλογο και έπειτα το πρόβαλε μπροστά της. Στη μια πλευρά ο φθηνός χωρισμός και στην άλλη οι φωτογραφίες και οι εκδηλώσεις αγάπης που μετρούσαν μόλις 2 μέρες διαφορά μεταξύ τους.
  “Ήρθα για να μου εξηγήσεις κάτι που με μπερδεύει. Δεν βρίσκω τις ομοιότητες αλλά και οι διαφορές τους είναι αταίριαστες. Λοιπόν; θα μου πεις ποιο απο τα δύο ισχύει;... και εγώ σου υπόσχομαι πως αν δεν διαλέξεις το χαρτί, τότε θα γελάσουμε παρέα με την πλάκα σου” της δήλωσε με τα χέρια ακόμα τεντωμένα στο ύψος των ματιών της που παρέμεναν στραμμένα αλλού.
Η κοπέλα πάσχιζε να αρθρώσει μια λέξη χωρίς αποτέλεσμα.
  “Να πάρω απο τη σιωπή σου όποια απάντηση θέλω;” αναρωτήθηκε ο Μάρκος, μα η ειρωνεία κρυφοκοιτούσε πίσω απο τα λόγια του. 
Η οργή του περίμενε τη σειρά της και η σιωπή της Αρετής την τάιζε γενναιόδωρα. 
Ο χρόνος της έληξε.
Ο Μάρκος έβαλε στις τσέπες χαρτί και τηλέφωνο πηγαίνοντας ακόμα πιο κοντά της. Είδε το κορμί της να μαζεύεται και κυρίαρχα την αιφνιδίασε αρπάζοντάς το, σαν δικό του αιώνια. Τα χέρια του πιο σκληρά απο ποτέ και η μικρή κουλουριάστηκε πάνω στο πέτρινο στήθος του έχοντας τα δικά της ανάμεσά τους. Το κεφάλι σκυφτό, κρυμμένο και οι παλμοί της τον έφταναν τρυπώνοντας μέσα του. Γιατί δεν εκμεταλλευόταν την ευκαιρία που της έδινε για να το μετανιώσει και να γυρίσει κοντά του; αναρωτιόταν. 
Γιατί δεν απολάμβανε την αγκαλιά του; 
Πως όλα αλλάζουν μέσα σε μια στιγμή;…δεν καταλάβαινε. 
Απορίες μικρού παιδιού, καθαρές σαν το νερό που η Αρετή του αγαπούσε. 
Μα το τελειωτικό χτύπημα έπεσε στην ράχη του αγριμιού όταν του ζήτησε να μην την αγγίζει. 
Η καρδιά του άφησε την τελευταία της πνοή και αυτός την κοπέλα που απομακρύνθηκε ξανά.

  Ο Μάρκος πισωπάτησε ερευνώντας το δωμάτιο γύρω του. Τα μάτια σεργιάνισαν και στάθηκαν στο πιο ενδιαφέρον σημείο. Μια απλή ξύλινη καρέκλα τού τράβηξε την προσοχή και την πλησίασε. Είχε ψάθα στο κάθισμά της και λεπτά λουστραρισμένα πόδια που χώραγαν μέσα στην παλάμη του…σκέφτηκε, και την σήκωσε με το ένα του χέρι. Της έριξε ένα τελευταίο βλέμμα, χαμογελώντας στην ύπαρξή της, πριν την διαλύσει χτυπώντας την με βιαιότητα στο πάτωμα. Ο θόρυβος μαζί με την εικόνα χλώμιασαν την Αρετή που για πρώτη φορά τον κοίταξε. Ο Μάρκος είχε καταφέρει αυτό που ήθελε μένοντας με ένα ξύλινο κοντάρι κλεισμένο μέσα στα σφιχτά του δάχτυλα.

  Ο άντρας αυτός έγινε αγνώριστος μέσα σ' ελάχιστα δευτερόλεπτα... ένα με την βαρβαρότητα που έκρυβε μέσα της όλο τον πόνο του κόσμου. Αδιαίρετο κομμάτι του διαβόλου φτιαγμένο απο τα πλευρά του. Βάθαινε, σε κάθε χτύπημα, το χέραβος και οι σατανάδες ξεπηδούσαν μονομαχώντας με τον έρωτα που έφευγε μακριά του. Ο Μάρκος έσπαγε το σπίτι της Αρετής νιώθοντας την  ψυχή του να διψά για τα συντρίμμια σαν να ήταν η λύτρωσή του. Τα χέρια έμοιαζαν με σίδερα και πολλές φορές έπεφταν πάνω στα αντικείμενα εκτοξεύοντάς τα στους τοίχους. Τα πόδια του ξεσπούσαν σ’όλα τα σκληρά έπιπλα λες και τα αντιμετώπιζε ως αντάξιους αντίπαλους που θα νικούσε έτσι κι αλλιώς. Άφηνε πίσω του κομμάτια, θρύψαλα και συνέχιζε αδιαφορώντας για την μικρή του που είχε μαζευτεί σε μια γωνιά στο πάτωμα, κλαίγοντας. 
Τίποτα δεν του ξέφυγε. 
Τίποτα δε γλύτωσε απο την τρέλα του. 
Τίποτα δεν θα της άφηνε όρθιο, ώσπου στο τέλος πήρε ένα μεγάλο μαχαίρι απο το συρτάρι τής κουζίνας και κατέστρεψε μέχρι και το στρώμα που εκείνη κοιμόταν. 
Το έσκισε απ’άκρη σ’άκρη δολοφονώντας έτσι ένα μέρος της ζωής όπως την ήξερε. 
Η ίδια είχε φορτώσει την φαρέτρα του με όπλα καταστροφικά. 
Η ίδια είχε προκαλέσει τον αλήτη ξεχνώντας όσα της είχε ψιθυρίσει, όσα της είχε εξομολογηθεί. Την ευκαιρία της την είχε χάσει προ πολλού και τώρα θα γνώριζε μια πλευρά τόσο σκληρή που ο νους της δεν φανταζόταν.

  Κάθε βήμα του Μάρκου μια εξωφρενική προειδοποίηση, αφού το πέλμα συνέθλιβε οτι είχε ηδη πεθάνει στο πάτωμα του σπιτιού της. Πατούσε πάνω σε γυαλιά, σκισμένα υφάσματα, σπασμένες κορνίζες, χαρτιά και απομεινάρια επίπλων πλησιάζοντας το μόνο ζωντανό πλάσμα, προς το παρόν, σε εκείνο τον χώρο. 
Έφτασε κοντά της και στάθηκε απο πάνω της κοιτώντας την να τρέμει ευάλωτη και απροστάτευτη. Το πρόσωπό του είχε μια έκφραση ανερμήνευτη και δεν θα άλλαζε ξανά. Λύγισε αργά τα γόνατά του και χαμήλωσε το κορμί του. Το χέρι του λαχτάρισε λίγο απο τα μαλλιά της Αρετούλας και έτσι άρπαξε μια τούφα και την τράβηξε αναγκάζοντάς την να τον κοιτάξει. 
Η λύπη της δεν τον άγγιζε. 
Χώρια της τίποτα δε θα τον άγγιζε. 
Τα μάτια του την είχαν καταδικάσει και αυτή το είδε πεντακάθαρα στις σπίθες που πετούσαν.

  
  “Ο κύβος ερρίφθη Αρετή... και εγώ θα καταστρέψω τον κόσμο σου μέχρι να γυρίσεις σ’ αυτόν που χτίσαμε μαζί. Όσο πιο γρήγορα το αποφασίσεις, τόσο λιγότερο θα πονέσεις. Και μην ξεχάσεις… δικός σου ο πόλεμος… δικοί μου οι κανόνες” 

Της είπε... αδιαφορώντας για τους ποταμούς δακρύων που χάραζαν το όμορφο πρόσωπό της. 
Της ανακοίνωσε... δίνοντας της μόνο μια επιλογή. 
Της δήλωσε... με λόγια απλά, πως άλλη δεν θα έχει, γιατί όσους δρόμους και να διαλέξει αν αυτοί δεν οδηγούν σε εκείνον, τότε θα πέφτει πάνω στους τοίχους που ο ίδιος θα ορθώνει. 
Της άφησε τα μαλλιά άγαρμπα και αφού σηκώθηκε όρθιος ρίχνοντας της μια τελευταία ματιά, πέρασε πάνω απο τα κατεστραμμένα υπάρχοντά της, φεύγοντας... μέχρι την επόμενη φορά!

1 σχόλιο:

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.