Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ. 13

-13-
  Η χαρά της Αρετής δεν κράτησε πολύ αφού, κοιτώντας τον Μάρκο, συνειδητοποίησε πως όσο εύκολη φαινόταν σ' εκείνη η απόφαση, τόσο δύσκολη την ένιωθε αυτός. Άφησε τον φάκελο στο τραπέζι και τον πλησίασε παραμένοντας πίσω του.
  “Μάρκο, πες μου σε παρακαλώ πως δεν σκέφτεσαι ν’ αρνηθείς;” του είπε και εκείνος έβαλε τις παλάμες του στο τζάμι ρίχνοντας το κεφάλι του ανάμεσα στα ανοιχτά του χέρια. Έμοιαζε η σκέψη να του βαραίνει τον νου και αυτός να καταβάλει προσπάθεια για να την αντέξει.
  “Δυο βδομάδες Αρετή. Δυο βδομάδες είναι πολλές για να λείψω” είπε χαμηλόφωνα και έκλεισε τα μάτια του ξεφυσώντας.
Τότε η κοπέλα πήγε στο πλάι του και τον άγγιξε στο μπράτσο.
  “Αγάπη μου, τι είναι δεκαπέντε μέρες μπροστά σ’ ολόκληρη ζωή;” τον ρώτησε κερδίζοντας τα μάτια του που γύρισαν πάνω της. 
Ο Μάρκος ίσιωσε το σώμα του και την τράβηξε στην αγκαλιά του, βάζοντας το ένα του χέρι γύρω απο τη μέση της.
  “Αχ Αρετή, μακάρι να έβρισκα τα λόγια να σου εξηγήσω πόσο μεγάλη θυσία είναι αυτό που λες. Τι σημαίνει για μένα το –μακριά σου-“
  “Σ’αγαπάω Μάρκο και αυτό δε θα αλλάξει σε δεκαπέντε μέρες. Μην το κάνεις… γιατί αν εξαιτίας μου πετάς τέτοιες ευκαιρίες, τότε δεν σου αξίζω. Η αγάπη δεν βάζει φρένο, αντίθετα σε σπρώχνει να τρέξεις και να ζήσεις, οτι και όπως σου αξίζει, με το μαζί και το για πάντα… την εξαίρεσή σου. Σε παρακαλώ” του είπε και χαιδεύοντας το στήθος του τον κοίταξε μέσα στα μάτια.
  “Δεν μπορώ Αρετή. Ακόμα και η σκέψη μ’ ενοχλεί. Μην επιμένεις” απάντησε και η κοπέλα αποφάσισε να δώσει μάχη. Θα του αντιστεκόταν, για πρώτη φορά, με όλες τις δυνάμεις της σκοπεύοντας να δώσει ένα τέλος στο συναίσθημα που με το καιρό θα μετατρεπόταν σε δυσεπίλυτο πρόβλημα.
Έκανε ένα βήμα πίσω και αφού τον προσπέρασε απομακρύνθηκε εμφανώς ενοχλημένη. Έβαλε τα χέρια στη μέση και έκανε αποτομα μεταβολή.
  “Δηλαδή αν μου γινόταν μια ανάλογη πρόταση δεν θα με άφηνες να πάω;” τον ρώτησε και ο Μάρκος έσφιξε τα δόντια καθώς η απορία της, μέσα του, κέρδισε το έδαφος μιας πραγματικότητας. Γύρισε απέναντί της σμίγοντας τα φρύδια.
  “Όχι Αρετή, δε θα σε άφηνα” απάντησε ειλικρινά.
 “Αυτό δεν είναι αγάπη Μάρκο. Πως θα με σταματούσες δηλαδή; Είμαι ενήλικη και μπορώ να αποφασίζω μόνη για τον εαυτό μου. Ο δικός σου ρόλος, ως σύντροφος, είναι να με στηρίζεις και να με ενθαρρύνεις… όχι να μου βάζεις εμπόδια” του δήλωσε τονίζοντας έντονα τα λόγια της. 
Το βλέμμα του στένεψε και ο ίδιος έδειχνε να συγκρατεί τον εαυτό του με δυσκολία.
  “Αρετή μη συνεχίζεις… κράτα μόνο οτι δεν θα σε άφηνα και μη θες να μάθεις τους τρόπους που θα το κατάφερνα. Εγώ αλλού και εσύ εδώ μόνη δεν είναι ένα σενάριο που θα αποδεχτώ” είπε επιστρατεύοντας τα αποθέματα της ψυχραιμίας του.
  “Ξέρεις… υπήρχα και πριν απο εσένα. Ζούσα μόνη… κυκλοφορούσα μόνη… δούλευα και δεν είχα ανάγκη απο κηδεμόνα. Πάψε να μου φέρεσαι σαν άβουλο πλάσμα που μόνιμα χρειάζεται την προστασία σου. Και για να τελειώνει η συζήτηση, αν δεν δεχτείς, θα υποστείς τις συνέπειες αυτής της απόφασης” του δήλωσε και μια αργόσυρτη παύση μαζί με το διεισδυτικό του βλέμμα την ανατρίχιασαν.
  “Τι είπες Αρετή; Με απειλείς;” την ρώτησε μετά απο λίγο κάνοντας μερικά βήματα πιο κοντά της. Αυθόρμητα εκείνη οπισθοχώρησε.
  “Ναι” πέταξε απερίσκεπτα και αυτός στραβογέλασε.
  “Θα κάνω πως δεν άκουσα, για το καλό σου. Και η συζήτηση τελείωσε” είπε ο Μάρκος και βάλθηκε να αποχωρήσει εξαλείφοντας τις πιθανότητες μιας προστριβής άνευ προηγουμένου, αφού τα σωθικά του έβραζαν με το ύφος και τον τόνο της φωνής της. Η Αρετή όμως ήταν αποφασισμένη να τα πετάξει όλα πάνω στο τραπέζι και να λύσει τα θέματα που τόσο καιρό απέφευγε για την ψυχική ηρεμία του Μάρκου. Έτσι, του έκοψε τον δρόμο μπαίνοντας μπρος του.
  “Οχι ακόμα. Είμαστε δύο… δεν είσαι μόνος σου για να αποφασίζεις και να διατάζεις. Θα το λύσουμε για να ξέρω τι ακριβώς γίνεται…τώρα και στο μέλλον” επέμεινε και στο πρόσωπό του εδραιώθηκε η εξάντληση της υπομονής του. Φλέβες φούσκωσαν και το στήθος του αντάριασε.
  “Αρετή φύγε απο μπροστά μου και μην παίζεις με τη φωτιά” κατάφερε να ζητήσει ξεπερνώντας τον εαυτό του.
  “Γιατί γαμώτο; Γιατί δε με εμπιστεύεσαι; Τι δε σου δίνω; Τι είναι αυτό που σου λείπει για να νιώσεις ασφάλεια;” τον ρωτούσε σκεπασμένη με το πέπλο της αγανάκτισης, πλέον, κάνοντας το ποτήρι να ξεχειλίσει. 
Ο Μάρκος έχασε το φως της λογικής του και το μυαλό συννέφιασε ξεσηκώνοντας φουρτούνες. Απροειδοποίητα την άρπαξε και την κόλλησε με την πλάτη στο τοίχο με το κορμί του να την φυλακίζει. Η παλάμη του έσφιξε το σαγόνι της και το πρόσωπό της Αρετής ανασηκώθηκε και έστριψε ελάχιστα απο τη μια πλευρά. Τα χείλη του άγγιζαν το μάγουλό της και η ανάσα του αποτύπωνε το, ανυπολόγιστης δύναμης, συναίσθημά του πάνω στο ευαίσθητο δέρμα της.
  “Όταν σου λέω πως η κουβέντα τελείωσε Αρετή…θα φεύγεις. Θα σε συμβούλευα μέχρι και να κρύβεσαι. Μη μου ξανακάνεις υποδείξεις για την έννοια της αγάπης γιατί δεν έχεις ιδέα την επίδραση που αυτή έχει μέσα μου. Το γεγονός οτι πριν απο μένα ήσουν μόνη και ανεξάρτητη... θα σου έλεγα που το έχω γραμμένο αλλά θα κρατήσω ένα επίπεδο…γι αυτό μην το ξανά αναφέρεις. Ούτε δευτερόλεπτο δεν γουστάρω να είμαι μακριά σου, το κατάλαβες;” την ρώτησε στο τέλος αλλά η κοπέλα είχε μαρμαρώσει εγκλωβισμένη στο σκληρό του κορμί μα και ύφος.
  “ΤΟ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;” της φώναξε και τα γόνατά της λύγισαν. Ο Μάρκος την συγκράτησε περνώντας το ελεύθερο χέρι του πίσω απο τη μέση της. Τα δικά της κρεμασμένα αδύναμα πλάι στο σώμα που στην αγκαλιά του έλιωνε.
  “Ναι” απάντησε ξέπνοα και έκλεισε τα μάτια της.  Εκείνος της ταρακούνησε το πρόσωπο απαιτώντας να τον κοιτάξει.
  “Βάλε καλά στο μυαλό σου Αρετή πως δεν είμαστε δύο… ένα είμαστε…μόνο ένα. Ξέρω πως θες το καλό μου… αλλά δεν ξέρεις πως αυτό είσαι εσύ. Ασφάλεια νιώθουν όσοι θεωρούν τον σύντροφό τους ιδιοκτησία…δεδομένο και δικαίωμα τους. Όσοι πιστεύουν πως το να τον κατακτίσουν ολοκληρώνει το καθήκον τους. Όσοι ξεχνιούνται και δεν καταλαβαίνουν οτι το -για πάντα- θέλει προσοχή και κόπο. Εγώ κάθε μέρα φοβάμαι και περισσότερο… τρέμω μην ξυπνήσω ένα πρωί και δεν είσαι στην αγκαλιά μου. Μήπως πάψω να σε καλύπτω και να σε κάνω ευτυχισμένη. Σου είχα πει οτι θα είμαι εγωιστής… και ναι λοιπόν, δεν θα σε άφηνα να φύγεις μόνη σου… γιατί θα ερχόμουν μαζί σου ακόμα και στην άκρη της γης αν χρειαζόταν. Μη μου ξαναμιλήσεις για εμπιστοσύνη…δεν την γουστάρω…μου τη δίνει στα νεύρα, όχι επειδή δεν τα προσφέρεις όλα στη σχέση μας ή δεν νιώθω την αγάπη σου... αλλά γιατί κανείς άλλος σ’ αυτόν τον κόσμο δεν την αξίζει… στον κόσμο που δυστυχώς είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε… σε μια έρημη γη δεν θα είχα κανένα πρόβλημα. Γουστάρω να μ’ έχεις ανάγκη, γουστάρω να είσαι εξαρτημένη, γουστάρω να στηρίζεσαι πάνω μου, γουστάρω όλες τις μαλακίες που άλλοι θεωρούν αρρωστημένες υπερβολές. Όσο για την απειλή σου…μην τολμήσεις να ξανα ξεστομίσεις κάτι παρόμοιο. Τώρα; Το λύσαμε Αρετούλα;” αναρωτήθηκε σχεδόν ειρωνικά νιώθοντας το ανήμπορο νεύμα του κεφαλιού της μέσα στην παλάμη του.
  “Ωραία. Άντε κοριτσάκι μου να κλάψεις όσο θες… γιατί εγώ θα φύγω… λίγο ακόμα να με κρατήσεις εδώ, θα σπάσω όλο το σπίτι μπροστά στα μάτια σου” συμπλήρωσε και, πράγματι, έφυγε χτυπώντας την πόρτα πίσω του.

  Η Αρετή παρέμεινε στον τοίχο, μερικά λεπτά, κοιτώντας το κενό μπροστά της. Έπειτα κατρακύλησε και έπεσε στο πάτωμα με τα γόνατα λυγισμένα στο στήθος της. Τ' αγκάλιασε και έριξε το κεφάλι της μπροστά. Δεν έκλαιγε, αλλά λυπόταν. Λυπόταν που ο Μάρκος έδειχνε να υποφέρει. Λυπόταν που δε μπορούσε να τον ξελαφρώσει απο το συναίσθημα. Λυπόταν που τα μάτια του μπορούσαν να κοιτούν την αγάπη στα σκοτάδια της χάνοντας τη μαγεία του φωτός. Λυπόταν, μα δεν έκλαιγε.
Πέρασε την ώρα της καθισμένη εκεί και μερικές φορές σήκωνε το βλέμμα στον φάκελο με την μεγάλη του ευκαιρία, αναστενάζοντας. Στο εστιατόριο δεν εμφανίστηκε και μ' εκείνον δεν μίλησε μέχρι που έπεσε η νύχτα.

  Ο Μάρκος ήταν κακόκεφος με αποτέλεσμα όλα να τον ενοχλούν και τίποτα σωστό να μη βρίσκει στο μαγαζί του. Ο Δημήτρης που είχε βρεθεί εκεί τον παρατηρούσε να φωνάζει με τις νευρικές κινήσεις του όσα τον προβλημάτιζαν και δεν τον άφηναν σε ησυχία. Έτσι, αποφάσισε να τον παρασύρει για ένα ποτό μετά το κλείσιμο του εστιατορίου και παρέα κατέληξαν σε ένα μπαράκι της γειτονιάς να τα πίνουν πλάι πλάι. Κάποια στιγμή, ο Δημήτρης τον σκούντηξε με τον ώμο του ελαφρά θεωρώντας αρκετό τον χρόνο που είχαν περάσει στην σιωπή.
  “Λέγε…γιατί είσαι έτσι;” αναρωτήθηκε και ο Μάρκος πέρασε την παλάμη απο τα γένια του.
  “Τσακώθηκα με τη μικρή” απάντησε.
  “Δε φαίνεται” σχολίασε ο Δημήτρης και οι άντρες αλληλοκοιτάχτηκαν.
  “Θα γίνεις μαλάκας απο νωρίς; να ξέρω, αν είναι να φύγω” είπε και ο φίλος του αφού πρώτα χασκογέλασε, έπειτα τον προέτρεψε να συνεχίσει.
  “Μου έγινε μια πολύ καλή πρόταση και επιμένει να τη δεχθώ” εξήγησε ο Μάρκος με λίγες λέξεις και ο Δημήτρης έκανε μια γκριμάτσα στο άκουσμα του λογικού.
  “Πάρα πολύ ωραία… δηλαδή έκανε το σωστό”
  “Ναι… αλλά το παρατράβηξε. Η πρόταση είναι για την Μεγάλη Βρετανία… για δύο εβδομάδες με θέλουν εκεί” συνέχισε και τότε όλα ξεκαθάρισαν.
  “Α! μάλιστα …και εσύ ούτε που το συζητάς να την αφήσεις μόνη της”
  “Έξι μήνες δεν το έχω κάνει ποτέ”
  “Μήπως ήρθε η ώρα;” του πέταξε ο Δημήτρης
  “Τι εννοείς;” αναρωτήθηκε ο Μάρκος
  “Ρε φίλε, δεν θέλω να πάω κόντρα στην νοοτροπία που έχεις για τη σχέση σου μαζί της αλλά να… ίσως είναι μια ευκαιρία να αντιμετωπίσεις τους φόβους σου. Και φυσικά να τσεκάρεις και τη μικρή. Άλλωστε είμαι εγώ εδώ… τα μάτια και τα αφτιά σου. Δεν είναι τόσο τραγικό… κι από την άλλη, την καταλαβαίνω κιόλας. Τόσο καιρό που είστε μαζί στέκεται πλάι σου κερί αναμένο… μην την αντιμετωπίζεις σαν μικρό παιδί εκεί που σε συμφέρει… δείξε της λίγη εμπιστοσύνη” είπε και φάνηκε να καθησυχάζει τον Μάρκο που κατεύνασε ακούγοντας τον φίλο του. Λες και είχε διαβάσει το μυαλό του και έτσι μπορούσε να πει φωναχτά τις σκέψεις. Τις σκέψεις που, ξεστομίζοντάς τες, έκαναν τις πράξεις να ακούγονται φυσιολογικές. 
Και ο Μάρκος το αποφάσισε. 
Για πρώτη φορά θα άφηνε τη μικρή του μόνη καταπίνοντας το άγχος του, την αγωνία και τους φόβους.

  Επιστρέφοντας στο σπίτι του η Αρετή κοιμόταν ήδη και έτσι εκείνος, το επόμενο πρωί, με ηρεμία πλέον της ανακοίνωσε την αποδοχή της πρότασης. Η κοπέλα χαμογέλασε συγκρατημένα και έκατσε στα πόδια του αγκαλιάζοντάς τον.
  “Σε ευχαριστώ” του είπε ξαφνιάζοντάς τον.
  “Για ποιο πράγμα;” αναρωτήθηκε
  “Που, όσο δύσκολο και να σου είναι, θα προσπαθήσεις. Που δε θα πετάξεις όσα σου αξίζουν εξαιτίας μου. Που μ’ αγαπάς και ξέρεις πόσο σ’ αγαπάω κι εγώ” απάντησε βάζοντας φτερά στην καρδιά του που πετάρισε. 
Την φίλησε με λατρεία και οι προετοιμασίες των επόμενων ημερών έγιναν σε ένα κλίμα έρωτα με τους δυό τους πάντα μαζί. Ο Μάρκος δεν την αποχωριζόταν λεπτό λέγοντας πως ήθελε να γεμίσει απο εκείνη ώστε να του λείψει λιγότερο. Πριν φύγει, είχε συναντήσει τον φίλο του δίνοντάς του συγκεκριμένες οδηγίες χωρίς να γνωρίζει τίποτα η Αρετή.
  “Δεν θέλω να την πιέσεις… δεν θέλω να της κάνεις ανάκριση ούτε και να της φορτωθείς… απλώς μην τη χάνεις απο τα μάτια σου… απο μακριά Δημήτρη, μην νιώσει άσχημα. Φρόντισε να μην την πειράξει κανείς… να μην την στεναχωρήσει κανείς και να μου λες ποιους συναντάει”

  Ο Δημήτρης με την μικρή τον πήγαν στο αεροδρόμιο και την ώρα που έπρεπε εκείνος να προχωρήσει στην πύλη του, το έκανε γρήγορα δίχως να γυρίσει πίσω του αφού ήξερε πως αν την κοιτούσε δε θα πήγαινε πουθενά. Θα τα παράταγε όλα και θα έμενε με τη μικρή του. Όσες έντονες στιγμές και να είχε συλλέξει μαζί της τις τελευταίες τους μέρες, στο αεροπλάνο κιόλας, πριν ακόμα απογειωθεί, άρχισε να του λείπει.

  Η πρώτη εβδομάδα κύλησε με τον Μάρκο να την καλεί τουλάχιστον δέκα φορές μέσα στη μέρα χωρίς να υπολογίζει την διαφορά της ώρας, αλλά η Αρετή, νιώθοντας το άγχος του, ποτέ δεν έχανε τις κλήσεις του. Κυκλοφορούσε μόνιμα με το κινητό της στο χέρι, ακόμα και στο κρεβάτι της το ξάπλωνε πλάι της, πάνω στο μαξιλάρι του. Η κοπέλα φρόντιζε να του στέλνει μηνύματα στο ενδιάμεσο και φυσικά αρκετές φωτογραφίες της, πότε αστείες και πότε προκλητικές. Ακολουθούσε το πρόγραμμά της πιστά και όσες προσκλήσεις για φαγητό ή ποτό της έκανε η ομάδα του εστιατορίου, τις απέρριψε όλες δίχως δεύτερη σκέψη. Έτσι, τελείωνε τη δουλειά της και επέστρεφε σπίτι της. Μόνο τα γενέθλια της Κατερίνας δεν απέφυγε. Τον είχε ενημερώσει δυό μέρες πριν την επιστροφή του στην Ελλάδα, δίνοντάς του πλήρη αναφορά. Η κοπέλα τα γιόρτασε βγάζοντας όλους τους υπαλλήλους του μαγαζιού μαζί με μερικούς φίλους της σε ένα μπαράκι κοντά στο σπίτι της Αρετής και κατά τη διάρκεια, ανάμεσα στο ποτό και τον χορό εκείνη και ο έρωτάς της αντάλλαζαν μηνύματα.

  Αυτά ήταν και τα τελευταία που ο Μάρκος έλαβε απο εκείνη… η σιωπή που ακολούθησε μέχρι να επιστρέψει έκανε τις λίγες μέρες του μια κόλαση. 

  Μέχρι που βρέθηκε με το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού και ανοίγοντας κατάλαβε πως η μικρή του απλώς δεν ήταν πια εκεί. Ρούχα και αντικείμενα έλειπαν σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ στη ζωή του. Σαν να ονειρευόταν και τελικά αυτό που έτρεμε συνέβη. Είχε ξυπνήσει χωρίς εκείνη δίπλα του. Μόνο ένα κομμάτι χαρτί, άτσαλα σκισμένο, βρήκε πάνω στο τραπέζι με λέξεις σκέτα μαχαίρια που διαπέρασαν την καρδιά του.


-Λυπάμαι, αλλά δε θέλω άλλο. Αυτό το ταξίδι με έκανε να συνειδητοποιήσω οτι δεν αντέχω την εξάρτησή σου και νιώθω να πνίγομαι. Συγγνώμη ειλικρινά και σ' ευχαριστώ για όσα έκανες για μένα. Αντίο-

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.