Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.11

-11-
  Η Αρετή έσμιξε τα φρύδια και αυτό δεν άρεσε καθόλου στον Μάρκο που έκλεισε αργά τις γροθιές του δίχως να μιλήσει. Την είδε να βάζει τα χέρια στη μέση της και να κάνει μερικές βόλτες με το κεφάλι χαμηλά ώσπου απότομα σταμάτησε γυρνώντας σε εκείνον.
  “Δηλαδή με έβαλες να καθαρίσω την κουζίνα σου απο γωνία σε γωνία γιατί ζήλεψες…” του πέταξε και αυτός γούρλωσε τα μάτια μα δεν πρόλαβε να απαντήσει καθώς η Αρετούλα είχε και συνέχεια.
  “… για να καταλάβω… ήταν όπως τότε που αυτοσχεδίασα στο μενού σου με την …; ξέρεις με ποια…” τον ρώτησε
  “Φαντάζομαι πως ναι” της απάντησε νιώθοντας οτι ο μόνος λόγος που θα του γυρνούσε την πλάτη ήταν για να κάνει εντύπωση δραματοποιώντας τον ρόλο της.
  “Τότε να μου τα λες αυτά νωρίτερα… μην περιμένεις να φουντώνεις και εγώ να χαλάω τα χέρια μου καθαρίζοντας ή να με τρώει η αγωνία περιμένοντας… στο κάτω κάτω είμαι μικρότερή σου και παίρνω τα πράγματα όπως μου έρχονται…δεν τα καταλαβαίνω όλα και ούτε μπορώ να μυρίζω τα νύχια μου… Τόσες εμπειρίες είχες μπορείς να με προειδοποιήσεις πριν το κακό, όπως και τώρα… Δες το αλλιώς βρε παιδί μου… σκέψου πως θα μπορούσα να είμαι κόρη σου…” του πέταξε απροειδοποίητα την ώρα που είχε αποφασίσει να πιει μια γουλιά απο τον καφέ του. Στο άκουσμα της σχέσης πατέρας-κόρης, ο Μάρκος αυθόρμητα έφτυσε τον γαλλικό του ψεκάζοντας το σύμπαν γύρω του. Η Αρετή όμως προσπέρασε το ατύχημα και το παγωμένο ύφος του συνεχίζοντας ακάθεκτη και άνετη.
  “Ναι αμέ, γιατί; Μια κοπέλα στο νησί μου γέννησε όταν ήταν 16…οπότε…κάλλιστα θα μπορούσες και εσύ να έχεις ένα παιδί στην ηλικία μου”
  “Και να πως πατάς το ηθικό ενός άντρα με το τακούνι σου” μουρμούρησε εκείνος σκουπίζοντας το χάλι που προκάλεσε, αλλά η ακοή της μικρής ήταν σε πολύ καλά επίπεδα. Έτσι σούφρωσε τα χείλη της και πλησίασε.
  “Σου πάτησα εγώ το ηθικό; Πότε;” αναρωτήθηκε αθώα ενώ στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς ήθελε να κάνει. Δεν μπορούσε ούτε να τον αφήσει, ούτε και να τα βάλει μαζί του στο ίδιο επίπεδο. Έτσι, είχε τον τρόπο να τον κατεβάζει απο τον θρόνο του για να κάνει λίγο παρέα μαζί της, την κοινή θνητή. Ο Μάρκος της χαμογέλασε και αφού έστριψε με την καρέκλα του της έγνεψε να πάει κοντά του. Συγκεκριμένα την ήθελε στα πόδια του και η Αρετή δεν έχασε λεπτό γιατί το θεωρούσε αμαρτία να αρνείται τις αγκαλιές. Πίστευε πως όσες οι άνθρωποι απορρίπτουν, τόσες θα χρειαστούν στο μέλλον και δεν θα βρίσκουν.
  Φυσικά τον αποδέχθηκε και μαζί με εκείνον όλα τα άσχημα που μπορούσε να γίνει. Ο Μάρκος ένιωθε περισσότερο ο εαυτός του απο ποτέ. Ανακάλυψε πόση αγάπη έκρυβε μέσα του τόσα χρόνια και διέθεσε όλα τα αποθέματα στη μικρή Αρετή που δεν τον έκρινε, δεν προσπάθησε να τον αλλάξει ή να τον φτιάξει στα μέτρα της. Απο αυτόν είχε ανάγκη τον έρωτά του και η ίδια τον πρόσφερε απλόχερα. Πολύ γρήγορα της πρότεινε να μείνει μαζί του και, εκείνη τη βραδιά, η κοπέλα κοίταζε μια το κλειδί του σπιτιού του να αστράφτει στην παλάμη της και μια αυτόν. Η χαρά την αγκάλιασε τόσο δυνατά που το κορμί της είχε μουδιάσει.
  “Λοιπόν;” την ρώτησε ο Μάρκος καθώς είχε μαρμαρώσει πολύ ώρα και τον κρατούσε σε αγωνία.
  “Τι λοιπόν;” του είπε και αστραπηδόν πήδηξε στην αγκαλιά του ουρλιάζοντας. Γατζώθηκε απο πάνω του και τον φιλούσε σαν τρελή.
  “Ναι…ναι …ναι ….ναι” έλεγε κρατώντας το πρόσωπό του μέσα στις παλάμες της και η σχέση τους πήγε ένα βήμα παρακάτω χωρίς να αλλάξει τίποτε άλλο μεταξύ τους. Παρά το γεγονός πως δούλευαν μαζί κάθε μέρα, δεν έβλεπαν την ώρα να τελειώσουν για να μείνουν μόνοι. Η συγκατοίκηση τους κυλούσε ομαλά αφού βρήκαν γρήγορα τις ισορροπίες τους. Ο έρωτάς τους οδηγός... δεν επέτρεπε εγωιστικές συμπεριφορές για την κυριαρχία του χώρου που μοιράζονταν και ο αλληλοσεβασμός τούς έμαθε να υποχωρούν όταν έπρεπε. Έτσι, η Αρετή γνώριζε πως ο Μάρκος επιθυμούσε μια κουζίνα πάντα αστραφτερή και τακτοποιημένη ενώ εκείνος φρόντιζε να μην πετάει τα ρούχα του στις καρέκλες και να σκουπίζει πάντα τα πόδια του πριν μπει στο σπίτι.
Στα υπόλοιπα παιδιά του μαγαζιού αυτός επέλεξε να ανακοινώσει την σχέση του με την μικρή κάνοντάς την να τα χάσει καθώς το πέταξε ανάμεσα στα λόγια καθοδήγησης. Περπάτησε, ως συνήθως, μπροστά απ’όλους με τα χέρια δεμένα στην πλάτη του και αφού τους επισήμανε τα τρία σημαντικά στοιχεία της μαγειρικής, δήλωσε,
  “Με την Αρετή είμαστε ζευγάρι. Εδώ και λίγο καιρό ζούμε μαζί αλλά μην σας περάσει απο το νου οτι έχει προνόμια…” και σταμάτησε μπροστά της με ύφος αυστηρό.
  “…ένα λάθος και η λάντζα σε περιμένει. Όπως όλους σας!” τόνισε.
  “Μάλιστα Σεφ” απάντησε εκείνη ξεροκαταπίνοντας.
Μόλις ο Μάρκος αποχώρησε όλοι έπεσαν πάνω της κάνοντας δεκάδες ερωτήσεις. Την τρέλαναν με τις απορίες και την περιέργειά τους, αλλά το πλατύ χαμόγελό της ήταν η απάντηση σε όλα. Έκρυβε το πρόσωπό της στις παλάμες και χασκογελούσε σαν παιδί που το είχαν εκπλήξει πραγματοποιώντας την ευχή του. Αν και ο Παύλος έδειχνε λιγότερο ενθουσιασμό, μπόρεσε να συμμετάσχει στο μικρό πάρτυ δίχως να τραβήξει την προσοχή κανενός. Μετά το πέρας της πρώτης αναστάτωσης η Αρετή τους κοίταξε όλους κατάματα.
  “Σας υπόσχομαι πως κανείς σας δεν θα αδικηθεί. Εδώ μέσα είμαστε ίσοι και νομίζω πως το έχετε διαπιστώσει. Δεν είναι και λίγες οι φορές που με κατσάδιασε ή με πέταξε στα πατώματα να καθαρίσω” τους είπε και η Κατερίνα γούρλωσε τα μάτια κουνώντας, ταυτόχρονα, συγκαταβατικά το κεφάλι.
  “Πράγματι φιλενάδα αυτόν δεν τον σταματάει τίποτα. Και μετά;… τι σου λέει μετά;” απόρησε η κοπέλα και η Αρετή είδε τη λάμψη στα μάτια όλων που λαχταρούσαν να μάθουν.
  “Τίποτα. Ποτέ δε μιλάμε για τη δουλειά. Μια φορά προσπάθησα και μου έκοψε τη φόρα αμέσως. Όταν περνάμε αυτήν την πόρτα γίνεται άλλος άνθρωπος” τους είπε και σε ένα γιορτινό κλίμα επέστρεψαν στις δουλειές τους. Αληθινά χαίρονταν για το καλόκαρδο κορίτσι που τους είχε προσφέρει βοήθεια και υποστήριξη σώζοντας το τομάρι τους απο τραγικές αστοχίες. Αν και η μελαγχολία στο βλέμμα του Παύλου έδινε μάχη για να κρυφτεί, η κοπέλα κάποια στιγμή στάθηκε πλάι του στον πάγκο έχοντας ερμηνεύσει το ύφος του και τον άγγιξε με το μπράτσο της.
  “Δεν χαίρεσαι;” τον ρώτησε χαμηλόφωνα με τα μάτια της χαμηλωμένα στα λαχανικά.
  “Ναι Αρετούλα. Μόνο να προσέχεις” απάντησε και δεν αντάλλαξαν άλλη κουβέντα μέχρι το τέλος της βάρδιας.

  Ένα απο τα επόμενα πρωινά Σαββάτου ο Μάρκος έκανε έκπληξη στην Αρετή ανακοινώνοντάς της πως κανένας απο τους δύο δεν θα δούλευε αυτήν τη μέρα. Είχε σχεδιάσει μια εκδρομή που ενθουσίασε τη μικρή του. Το τρίμηνο της πρακτικής της τελείωνε και ήθελε να την χαλαρώσει πριν ανακοινώσει σ' όλους τις αποφάσεις που είχε πάρει και θα έκριναν το μέλλον τους. Κάτι που η ίδια δεν γνώριζε αφού ο Μάρκος επ’ουδενί δεν της έδινε τέτοιου είδους πληροφορίες. Έτσι, μετά τον τρελό χορό ευτυχίας που του αφιέρωσε, έτρεξε να ετοιμαστεί βγάζοντας κάθε λίγο και λιγάκι το κεφάλι της απο την ανοιχτή πόρτα του δωματίου για να κάνει ερωτήσεις.
  “Βουνό ή θάλασσα;”
  “Αρετή ντύσου άνετα και μη ρωτάς πολλά” απάντησε εκείνος.
  “Περιπέτεια ή …της ηλικία σου;” συνέχιζε πειράζοντάς τον.
  “Άμα έρθω μέσα Αρετούλα θα ξεχάσεις πόσο χρονών είσαι” την απείλησε χαριτολογώντας.
  “Σ’αγαπάω το ξέρεις;” του πέταξε και ο Μάρκος μαρμάρωσε για λίγο. Ήταν σίγουρος πως, μέσα σ’ αυτό το σώμα όπου η ψυχή του κατοικούσε, μόνο η καρδιά λειτουργούσε κλέβοντας την ενέργεια απο οτιδήποτε άλλο. Οι παλμοί του σκέτες τυμπανοκρουσίες και στο στομάχι πυροτεχνήματα έσκαγαν φτιάχνοντας την λέξη με τις σπίθες τους. Η Αρετή μην παίρνοντας απάντηση παρουσιάστηκε στο σαλόνι.
  “Μάρκο;”
  “Έτοιμη;” την ρώτησε βιαστικά και γύρισε αρπάζοντας κλειδιά και μπουφάν χωρίς να την κοιτάξει. Τη στιγμή που την προσπερνούσε εκείνη έπιασε απαλά τον αγκώνα του και τον σταμάτησε πλάι της.
  “Μάρκο μου, μ’ άκουσες;” επέμεινε γλυκά παρατηρώντας το φουρτουνιασμένο στήθος του.
  “Σ’άκουσα. Πάμε” απάντησε και προσπάθησε να προχωρήσει προς την πόρτα μα η λαβή της έσφιξε αποτρέποντάς τον.
  “Σ’αγαπάω” είπε ξανά, αργά και καθαρά, με τα γράμματα να γεμίζουν όχι μόνο το στόμα της μα και όλο της το είναι. Το πρόσωπό του γύρισε στο μέρος της και τρύπωσε στα μάτια της που τον κοιτούσαν με λατρεία.
  “Πάμε” επανέλαβε και τα βλέφαρά της έκλεισαν προδίδοντας απογοήτευση μα δεν έδωσε συνέχεια.

  Αγκαλιασμένοι πάνω στη μηχανή  έφτασαν σε ένα απόμερο παραθαλάσσιο μέρος. H Αρετή έβγαλε γρήγορα τα παπούτσια της και περπάτησε προς το νερό βυθίζοντας τα πόδια της στην άμμο. Η αίσθηση τής θύμησε τον τόπο της. Έτσι ήταν, ένα κομμάτι γης που αγκάλιαζε τον ωκεανό με τρυφερότητα. Λιγοστά σπιτάκια αντίκρυ, ανάμεσα απο γέρικες ελιές, και τα καϊκάκια να χορεύουν στην επιφάνεια κάνοντας τη θάλασσα μια κυρά με κάλη και στολίδια. 
  Η κοπέλα κοντοστάθηκε εκεί που τα νεογνά κυμματάκια πάφλαζαν και πήρε μια βαθιά ανάσα κλείνοντας τα μάτια. Ο Μάρκος ακολούθησε πίσω της παρακολουθώντας το δέος που εκείνη ένιωθε και δεν φανταζόταν τον κόσμο χωρίς το δικό της άγγιγμα, χωρίς τα απαλά της χείλη. Κάθε φορά που τη φιλούσε ήταν σαν την πρώτη φορά που είχε γίνει κλέφτρα αρπάζοντας τον έρωτά του. Οι μέρες έφευγαν και αυτός ένιωθε πως ζούσε την αρχή τους σε κάθε ξημέρωμα. Στις φλέβες του έρεε το αίμα του εξαιτίας της και στην ιδέα οτι μπορεί όλο αυτό να είναι ένα όνειρο που κάποια στιγμή θα ξυπνήσει χωρίς να την έχει δίπλα του, τον έκανε να  διαλέγει τον θάνατο με την ελπίδα να ξαναγεννηθεί και να την συναντήσει. 
Στάθηκε πίσω της και έδεσε τα χέρια του γύρω της αφήνοντας ένα φιλί στον λαιμό της.
  “Ξέρω πόσο σου λείπει” της ψιθύρισε και αυτή μαζεύτηκε στην αγκαλιά του κοιτώντας το χρυσαφένιο μονοπάτι που χάραζε ο ήλιος πάνω στο νερό. Τότε τέντωσε το δάχτυλό της και το έδειξε στον Μάρκο.
  “Που να οδηγεί;” τον ρώτησε και αυτός ίσισωσε το κορμί του και πήγε μπροστά της πιάνοντας τους καρπούς της.
  “Μμμμ… ας δούμε” της είπε και απροειδοποίητα την τράβηξε. Μαζί όρμηξαν στο νερό με την μικρή να του φωνάζει πόσο τρελός ήταν, μα δεν είχε ιδέα οτι αυτό στην περίπτωσή του δεν ήταν μια απλή έκφραση. 
Μετά τη βουτιά τους, ο Μάρκος την κόλλησε πάνω του και αυτή τύλιξε τα χέρια γύρω απο το λαιμό του. Σώμα ένα στο κέντρο του διαδρόμου, φιλήθηκαν κάτω απο την επίβλεψη του ήλιου που πέταξε όλες τις ακτίνες του πάνω τους, δηλώνοντας έτσι πως αυτά θα ήταν τα αιώνια παιδιά του αφού ο έρωτάς τους μπορούσε να νικήσει την άγια λάμψη του.
Όταν το φιλί έκανε διάλειμμα, εκείνος καθάρισε το πρόσωπο της Αρετής απο τις επίμονες βρεγμένες τουφες των μαλλιών της και το κράτησε μέσα στις παλάμες του.
  “Για πάντα;” την ρώτησε ξαφνικά και τον κοίταξε με βλέμμα καθαρής άγνοιας.
  “Θα μ’αγαπάς για πάντα Αρετή; συμπλήρωσε και αυτή του χάρισε ένα απο τα πολύτιμα χαμόγελά της που τον κρατούσαν ζωντανό.
  “Τι σόι καρδιά θα είχα αν μπορούσε ν’ αγαπά τον έναν μετά τον άλλον; Εκεί μέσα μόνο ένας χωρά αλλιώς ο συνωστισμός θα την καταστρέψει” του απάντησε.
  “Πάμε;” την ρώτησε και ξεκίνησε να βγαίνει απο το νερό χωρίς εκείνη.
  “ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΣΟΥ ΦΤΑΝΕΙ;” του φώναξε και το βήμα του σταμάτησε απότομα.
  “Μου φτάνει Αρετή… μου φτάνει” της απάντησε και συνέχισε.
  
  Πέρασαν όλη τη μέρα τους σε εκείνη την παραλία. Έκαναν βόλτα χέρι χέρι μένοντας σιωπηλοί και κάθισαν σε ένα ταβερνάκι που το προστάτευαν μια παρέα απο πεύκα που έγερναν τα πλούσια κλαριά τους πάνω απο τον κήπο του. Στο βάθος, η θάλασσα ψιθύριζε στην άμμο και ο Μάρκος με την Αρετή βολεύτηκαν ο ένας απέναντι απο τον άλλον. Εκείνη στοχαζόταν μελαγχολικά και μια υποβόσκουσα ανάμνηση τον τάραξε κοιτώντας την να ταξιδεύει με τον νου μακριά του. Είχε τους αγκώνες του πάνω στο τραπέζι και ακουμπούσε τα χείλη στα δεμένα του δάχτυλα. Όταν έδωσαν την παραγγελία τους και ο σερβιτόρος αποχώρησε, η μικρή στράφηκε ξανά στην θάλασσα.
  “Τι σκέφτεσαι;… μάλλον ποιον σκέφτεσαι;” την ρώτησε και τα μάτια της στράφηκαν στο μέρος του. Το πρόσωπό του ήταν ίδιο όπως τότε που η οργή τον είχε κυριεύσει και η μικρή σάστισε.
  “Τι λες Μάρκο μου;” είπε και αυτός πιάνοντας άγαρμπα το μπράτσο της την ανάγκασε να αλλάξει θέση και να καθίσει πλάι του.
  “Έλα κοντά μου” απαίτησε. Η Αρετή αρνιόταν να τον κοιτάξει.
  “Δεν μου είπες ποτέ για το παρελθόν σου. Δεν μου είπες πόσους είχες πριν απο μένα” πέταξε ο Μάρκος και η κοπέλα με το στόμα ανοιχτό γύρισε απέναντί του. Πλησίασε το κορμί της στο τραπέζι και ξάπλωσε τα χέρια της πάνω διατηρώντας το πρόσωπό της αντικρυστά στο δικό του σε μικρή απόσταση.
  “Ούτε εσύ. Δεν μου είπες ποτέ πόσες είχες πριν απο εμένα” του αντιγύρισε και το κακό στραβό χαμόγελό του της επιβεβαίωσε πως θα αντιμετώπιζε έναν απο τους δύσκολους εαυτούς του.
  “Αν σκεφτείς οτι άρχισα απο τα δεκαέξι μου και είμαι σαρανταδύο, βάλε τα χρόνια κάτω και βγάλε το μέσο όρο” απάντησε ειρωνικά και ακαθόριστα.
  “Ωραία. Αν σκεφτείς οτι άρχισα στα δεκαοχτώ μου και είμαι εικοσιπέντε, βάλε τα χρόνια κάτω και βρες πόσους είχα” του είπε και η γροθιά του έπεσε βάρβαρα στο τραπέζι τρομάζοντας την μικρή που απομάκρυνε το κορμί της όσο μπορούσε. 
Εκείνος τινάχτηκε απο τη θέση του πετώντας όλο ένταση την καρέκλα πίσω του και, με το ένα χέρι στη μέση και το άλλο να τρίβει το μέτωπό του, βάδισε προς την θάλασσα. Η Αρετή έβλεπε πόσο σοβαρό είχε γίνει όλο αυτό και έτρεμε το ενδεχόμενο ενός τσακωμού. Κάλυψε τα χείλη με την παλάμη της και έμεινε ήσυχη μέχρι που ο Μάρκος επέστρεψε.
  “Τρεις” ψέλλισε, μετά απο λίγα λεπτά, κοιτώντας τον δειλά. Έσφιξε τα δόντια του και μόρφασε σαν θηρίο που ετοιμαζόταν να σπάσει το μικρό κλουβί του.
  “Επικοινωνείς ακόμα;” την ρώτησε και κλείνοντας στα δάχτυλά του το σαγόνι της την έφερε πιο κοντά του.
  “Είναι στο νησί… και οι τρεις. Έχω να τους μιλήσω καιρό… παραμένουν φίλοι μου αλλά δεν έχουμε συχνές επαφές” του εξήγησε και την απελευθέρωσε άγαρμπα, τόσο που το πρόσωπό της γύρισε για μια στιγμή απο την αντίθετη πλευρά. Η Αρετή το κράτησε εκεί και, με τους ώμους πεσμένους, το βουβό της κλάμα δεν άργησε να έρθει. Αυτός ο ήχος τον σκότωνε.
  “Γιατί κλαις;” την ρώτησε σκύβοντας στη μεριά της. Εκείνη σκούπισε τα λιγοστά της δάκρυα και κοίταξε μπροστά της.
  “Τι κάνω λάθος και γίνεσαι έτσι; Εδώ είμαι…για σένα” του απάντησε και κλείνοντας τα βλέφαρα αυτά έσταξαν ξανά. Ο Μάρκος πέταξε την πλάτη του πίσω στην καρέκλα και κοίταξε ψηλά μετανιώνοντας αμέσως. Ήθελε να της εξηγήσει το συναίσθημα αλλά δεν ήξερε πως. Επέλεξε την σιωπή και προσπάθησε να της φτιάξει τη διάθεση. Μεταμορφώθηκε γρήγορα σε έναν άντρα τρυφερό και χάρισε στην μικρή του στιγμές χαράς μέχρι που έπεσε η νύχτα και ο ουρανός έσπειρε άστρα. Τότε την κράτησε στην αγκαλιά του, καθισμένος στην άμμο με την πλάτη της κολλημένη στο στήθος του. Τα χάδια και τα φιλιά τους αντικατέστησαν τα λόγια μαζί με την εικόνα της σκοτεινής μα γαλήνιας θάλασσα που απλωνόταν μπρος τους. Και ενώ κανείς απο τους δύο δεν ήθελε να εγκαταλείψει το κομμάτι γης που είχε μοναδικούς κατοίκους αυτούς, αποφάσισαν να επιστρέψουν ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στην παραλία.

  Το επόμενο πρωί, έχοντας αφήσει πίσω τους την αψιμαχία, η Αρετούλα του σηκώθηκε νωρίς και του ετοίμασε ένα όμορφο πρόγευμα βάζοντας όλο της το ταλέντο. Η καλημέρα του συνοδεύτηκε με μια τεράστια αγκαλιά και ένα παθιασμένο φιλί. Και εκεί που έτρωγαν ενώ γελούσαν πειράζοντας ο ένας τον άλλον, το κουδούνι χτύπησε. Η μικρή έκανε νόημα στον Μάρκο οτι αναλαμβάνει να ανοίξει και έτσι βρέθηκε μπρος σε μια άγνωστη γυναίκα που την κοίταξε απο την κορυφή ως τα νύχια. 
Η Αρετή χαμογέλασε ευγενικά.
  “Καλημέρα. Μπορώ να σας βοηθήσω; Μήπως θέλετε τον κύριο Σιμεωνίδη;” ρώτησε και η γυναίκα μόρφασε ενοχλημένη απο την παρουσία της κοπέλας.

  “Ακριβώς. Τον γιο μου θέλω” είπε και η Αρετή γούρλωσε τα μάτια της.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.