Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.10

-10-
  Κάθε γουλιά και μια ανάμνηση ζωντάνευε μπρος στα μάτια του. Κάθε γουλιά και ένα μουχλιασμένο συναίσθημα λαμπάδιαζε μέσα του. Κάθε γουλιά και ένιωθε άρρωστος, όπως ακριβώς ο πατέρας του. Με την πλάτη κολλημένη στον καναπέ και το κεφάλι του αντικριστά απο το ταβάνι αφέθηκε σε όσα με μανία αποζητούσαν μια χαραμάδα στο νου και την καρδιά για να κλέψουν την παράσταση. Καημοί, ερωτηματικά, πληγές, φόβοι και αδικοπραγίες ανθούσαν σπάζοντας τον εκπαιδευμένο χαρακτήρα του. Όλες οι άμυνες καταστρέφονταν. Έφερνε το μπουκάλι στο στόμα του και έριχνε το αλκοόλ παρακαλώντας να τον κάνει στάχτη. Ο έρωτάς του για την Αρετή είχε ξυπνήσει την κληρονομική τρέλα, γιατί αλλιώς δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά του. Αισθανόταν στα σωθικά του να γεννιέται το θηρίο και επέλεξε να μην συναντήσει την μικρή, φοβούμενος την οργή της αδυναμίας του, μα εκείνη, όπως πάντα, έτρεξε πίσω του. Αντίδραση που αγαπούσε, αλλά τώρα την έτρεμε.
  Έκλεισε τα βλέφαρα και έσφιξε τα δόντια προσπαθώντας να θυμηθεί τον πατέρα του στις τελευταίες στιγμές… και τα κατάφερε. Η εικόνα ξεπήδησε ολοκάθαρα και ο Μάρκος την έζησε ξανά απο την αρχή. Ο πατέρας του πεσμένος στο πάτωμα, μέσα στα δικά του χέρια, να ψυχοραγεί με το όνομα της μάνας του στα χείλη. Τον κρατούσε γερά και ποτέ δεν κατάλαβε γιατί του είχε φύγει τόσο γρήγορα και εύκολα. Του είχε λείψει. Υπήρχαν φορές που είχε ανάγκη να τρέξει σε εκείνον στη χαρά του και άλλες να εξομολογηθεί σ’ αυτόν τη λύπη του. Υπήρχαν φορές που ήθελε απλώς να κάθεται παρέα του δίχως να μιλά και κάποιες να τσακωθούν όπως παλιά. Πόσο του είχε λείψει.
Ο έρωτάς τον είχε σκοτώσει, του πήρε τη ζωή και αυτός είχε μείνει μόνος. Ένα κομμάτι του εαυτού του δεν τον συγχωρούσε, παρά την αγάπη που του είχε, την εγκατάλειψη δεν την συνήθιζε. Έτσι και η μάνα του, σαν την Αρετή, μικρή ήταν όταν την ερωτεύτηκε ο πατέρας του παράφορα. Μέσα σε έξι μήνες γνωριμίας την είχε κιόλας παντρευτεί και μετά απο λίγο καιρό απέκτισαν τον Μάρκο. Καρπός μεγάλου πάθους που, με τη γέννησή, μετατράπηκε σ’ αγάπη. Οι αναμνήσεις μέχρι τα δέκα του χρόνια είχαν λάμψη ευτυχίας με γονείς πρότυπα, ως τη στιγμή που οι τσακωμοί αντικατέστησαν τα χαμόγελα και σιγά σιγά τον έρωτα. Έτσι ξημέρωσε η μέρα που η μητέρα του έβαλε δυο ρούχα σε μια τσάντα και τους άφησε. Ο Μάρκος δεν ξεχνά με τίποτα τις άστατες νύχτες που ξυπνούσε κάθιδρος ζητώντας την. Δεν ξεχνά την κατάντια του πατέρα του και όσα βίωσε μέχρι την ενηλικίωσή του. Ενώ συναντούσε τη μάνα του, σχεδόν κάθε μέρα μετά το χωρισμό, οι επισκέψεις της άρχισαν να αραιώνουν και στο τέλος έγιναν σπάνιες έως μηδενικές. Ο πατέρας του μακριά της έσβηνε λεπτό το λεπτό. Αυτός ο δυνατός άντρας κατέληξε σ’ ένα ανθρώπινο κουβάρι που έβρισκε παρηγοριά στο ποτό, βυθισμένος στην ευτυχία του παρελθόντος που είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί. Όλα έμοιαζαν με σκήνη απο κακόγουστο αστείο και ο μικρός τότε Μάρκος έλεγε συχνά στον εαυτό του πως θα περάσει η δυστυχία και πως κάποτε θα την θυμάται και θα γελά. Ενω στην αρχή πάλευε να σώσει τον γέρο του απο τον κόσμο της κατάθλιψης και του θρήνου, σύντομα κουράστηκε αποτυγχάνοντας επανειλημμένα. Ο πατέρας του σκότωνε τις μέρες του καθισμένος σε μια ξεφτισμένη πολυθρόνα, να κλαίει σαν παιδί, με μια φωτογραφία της αγάπης του στο χέρι και ένα μπουκάλι κρασί. Η καρδιά του δεν άντεξε τόσο πόνο και άλλη μία προδοσία κέρδισε έναντι της ζωής. Ο Μάρκος τον βρήκε ετοιμοθάνατο στο πάτωμα και τον κράτησε μέχρι να δει την ψυχή να εγκαταλείπει το σώμα. Τα ορθάνοιχτα μάτια τού ταλαιπωρημένου άντρα έχουν χαραχθεί βαθιά στο μυαλό του και το όνομα της μάνας του έγινε συνώνυμο με την ενοχή. Την λάτρευε ως το θάνατο και υπέφερε ζώντας μακριά της, τόσο που σήκωσε τα χέρια ψηλά μπρος στον χάρο και του παραδόθηκε οικειοθελώς.
  Ο Μάρκος, έμαθε πως η μητέρα του είχε εραστή έναν πολύ μικρότερό της άντρα και η στάση του απέναντί της σκλήρυνε ακόμα περισσότερο. Λες και είχε αναλάβει το χρέος του πατέρα του για μια τιμωρία που έπρεπε να αποδώσει. Με τον καιρό αποκαλύφθηκε απο ψίθυρους και κουτσομπολιά των συγγενών πως εκείνη πάλεψε να πάρει το παιδί της μα ο Αλέκος Σιμεωνίδης την πολέμησε. Ο Μάρκος είχε γίνει το χαρτί της διαπραγμάτευσής τους και το μοναδικό που κατείχε ο πατέρας του για να εκδικηθεί την Έλσα Σιμεωνίδη. Είχαν κάνει τον έρωτα πόλεμο με θύμα τον ίδιο. Στεκόταν ανάμεσα στα πυρά τους και κανένας τους δεν σκέφτηκε τα τραύματα που τον γέμιζαν. Κανένας τους δεν σκέφτηκε τους εφιάλτες του. Κανένας δεν υπολόγισε τις σκιές που μαζεύτηκαν στην ψυχή του. Τις σκιές που είχαν κάνει τώρα την εμφάνισή τους και έπεφταν πάνω στην Αρετή.
 
  Έτριψε το πρόσωπό του και νωχελικά σηκώθηκε πηγαίνοντας στο υπνοδωμάτιο. Σταμάτησε στην ανοιχτή πόρτα και κοίταξε τη μικρή που στόλιζε το κρεβάτι του. Μαζεμένη στο πλάι με τα σκεπάσματα να αφήνουν το μισό κορμί της σε κοινή θέα. Η γυμνή σάρκα της, οι καμπύλες της και η γαλήνη στο πρόσωπό της τον συλλάμβαναν σε δίχτυα ατσάλινα. Κοσμούσε τον κόσμο με ομορφιά και αυτός είχε την τύχη να βρίσκεται τόσο κοντά της. Η ανασφάλεια τον ωθούσε στα βαραθρώδη μέρη του παρελθόντος που τον είχαν στιγματίσει και ο φόβος καιροφυλακτούσε. Ο φόβος πως η μοίρα του ήταν σχεδιασμένη πάνω στ’αχνάρια του πατέρα του και η Αρετή θα γινόταν το πλέον ακατάλληλο θύμα.
Περπάτησε σταματώντας δίπλα της και έγειρε απο τη μια μεριά βάζοντας τα δάχτυλά του στο πόδι της. Αργά αναρριχήθηκε ως τον μηρό της, κατρακύλησε στη μέση της, ανέβηκε στο μπράτσο της και έδιωξε μερικές τούφες που είχαν ξαπλώσει στο μάγουλό της. Εκείνη ταλαντεύτηκε γλυκά νιώθοντας μέσα στον ύπνο της το οικείο άγγιγμά του. Ο Μάρκος έγλειψε τα χείλη του και περνώντας απο πάνω της ξάπλωσε πίσω της τυλίγοντάς την με το μπράτσο του. Την τράβηξε βαθιά στην αγκαλιά του και η Αρετή γύρισε σε εκείνον με τα χέρια της λυγισμένα πάνω στο στήθος του. Η επαφή τους αλλά και το άρωμά του ικανά να την προσελκύσουν και έτσι τα βλέφαρα τρεμόπαιξαν κι άνοιξαν. Τα μάτια της δεν έκρυβαν την λύπη που είχε βρει πρόσφορο έδαφος μέσα της και τ’ αποτράβηξε στο κενό. Ο Μάρκος πέρασε το ένα του χέρι κάτω απο το κορμί της και την πίεσε ακόμα πιο πολύ πάνω του. Η ελεύθερη παλάμη του χάιδεψε το πρόσωπό της και τα χείλη του πήραν το φιλί της.
  “Σε τρόμαξα;” της ψιθύρησε ενώ το στόμα του γινόταν κυρίαρχο.
  “Με πλήγωσες” απάντησε εκείνη και ένας αναστεναγμός της ξέφυγε.
Χάιδευε το περίγραμμα του κορμιού της και χωρίς να χάνει χρόνο άρπαξε το εσώρουχό της και το τράβηξε ως κάτω. Η μικρή διέκοψε το φιλί… μια ελεγχόμενη αντίσταση που τον τάραξε.
  “Κοίτα με μωρό μου” της ζήτησε και το βλέμμα δειλά συνάντησε το δικό του.
  “Μη με αρνείσαι, Αρετή. Όχι αυτό” συμπλήρωσε.
  “Πως θα μπορούσα; Σε θέλω τόσο πολύ αλλά… εσύ; Πως μπορείς και με θες αφού δε με εμπιστεύεσαι;” τον ρώτησε εκπλήσσοντάς τον ακόμα μια φορά.
Ο Μάρκος, προσεκτικά, κατέβασε λίγο τη φόρμα του και την έβαλε στη θέση που τον βόλευε. Σιγά σιγά μπήκε μέσα της κοιτώντας πάντα τα μάτια της και απολαμβάνοντας τις τρεμάμενες ανάσες απο την ένωσή τους.
  “Τους φόβους μου τους ξυπνά η τρελή επιθυμία μου για σένα” της ψιθύρησε συναντώντας αργά το κορμί της που κυμμάτιζε ερωτικά στην κατάκτισή του.
  “Δε θα σε πρόδιδα… είμαι τόσο ερωτευμένη που… που νιώθω να μην ξέρω τον κόσμο χώρια σου” εξομολογήθηκε, ξέπνοα, το αυτονόητο για την ίδια και αυτός την αγκάλιασε, και γυρνώντας το σώμα την βόλεψε πάνω του. Οι παλάμες της στηρίχθηκαν στο στήθος του και ανακάθισε, ενώ οι δικές του την χάιδεψαν μερικές φορές με αβρότητα σταματώντας στη μέση της που κλείδωσαν απότομα. Δεν άντεχε να την περιμένει και πήρε τον έλεγχο βρίσκοντας τον ρυθμό του. Την πίεζε προς τα κάτω ενώ ο ίδιος ανασηκωνόταν κοφτά και δυνατά. Την κοιτούσε να σπάει στα δυο με τα χέρια κρεμασμένα προς τα πίσω και το πρόσωπο απέναντι απο τον θεό. Ήταν δική του. Του χαριζόταν με τρόπο μοναδικό και αναρωτιόταν τι καλό είχε πράξει για να την αξίζει. Η ομορφιά της ποίηση, με λέξεις τα συναισθήματα και σε κάθε εισβολή του γινόταν όλο και πιο αχόρταγος. Κυριευμένος απο εκείνη και έναν έρωτα αγγελιοφόρο των σκιών του. Αποφασισμένος πως όλη νύχτα θα έκλεινε την πληγή της στάζοντας τον πόθο του γλυκά μέσα της. Και οι εξηγήσεις χάθηκαν στις ανάσες τους και πνίγηκαν στον ιδρώτα τους. Τα λικνίσματά της και οι αναστεναγμοί ξεθώριαζαν τις πρόσφατες μνήμες, ενώ έδιναν άγρια μάχη μεταξύ τους που είχε πόνο, ηδονή κι αγάπη.
Το ξημέρωμα και δίχως να έχουν κοιμηθεί λεπτό, ο Μάρκος πήγε στο σαλόνι και η Αρετή αφού πρώτα έκανε ένα μπάνιο βρέθηκε στον ίδιο χώρο μαζί του. Είχε την πλάτη του γυρισμένη κοιτώντας την ανατολή του ήλιου με μια κούπα καφέ στο χέρι και εκείνη παρέμεινε όρθια διατηρώντας μεγάλη απόσταση.
  “Καλημέρα” της είπε νιώθοντας την παρουσία της.
Η Αρετή πήρε μια βαθιά ανάσα κλείνοντας για λίγο τα μάτια.
  “Καλημέρα” αποκρίθηκε και το πρόσωπό του έστριψε πάνω απο τον ώμο.
  “Δεν το εννοείς” παρατήρησε γυρνώντας απέναντί της.
Η αλήθεια ήταν πως το κορίτσι είχε περάσει υπέροχα όλο το βράδυ, μα ο προβληματισμός της για τον τσακωμό τους βρισκόταν ακόμα στην άκρη του μυαλού.
  “Το εννοώ” απάντησε και εκείνος αφού ήπιε μια γουλιά καφέ πλησίασε το τραπέζι. Τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε βάζοντας το ένα πόδι πάνω στο γόνατό του.
  “Μάλιστα. Θες να το συζητήσουμε;” την ρώτησε με σοβαρό ύφος αμφιβάλοντας αφού μπροούσε να διαισθάνεται την αλήθεια χωρίς καν αυτή να ειπωθεί. Της έκανε νόημα να βολευτεί και η Αρετή διάλεξε μια θέση στην άλλη άκρη προκαλώντας ένα στραβό χαμόγελο στα χείλη του.
  “Παραφέρθηκα. Συγγνώμη” είπε ο Μάρκος και το λυπημένο πρόσωπό της έγειρε ελαφρά στο πλάι.
  “Δεν είναι αυτό που με πειράζει. Τη συμπεριφορά σου την αντέχω. Την ξέχασα κιόλας” δήλωσε και τον είδε να ξαφνιάζεται.
  “Αλλά;” αναρωτήθηκε εκείνος.
  “Πίστεψες πως… πως μέσα στο μαγαζί σου εγώ… εγώ θα μπορούσα να γίνω τόσο…” πάλεψε να του πει, μα ο λαιμός στέγνωνε και τα λόγια κοντοστέκονταν στη γλώσσα της με πείσμα.
  “…πίστεψες πως κάποιος άλλος… κάποιος άλλος με έφερε έξω απο την πόρτα σου” αποπειράθηκε ακόμα μια φορά να γίνει κατανοητή και αμέσως σηκώθηκε απο τη θέση της.
  “Μάρκο. Μπορώ ν’ αντέξω τα πάντα… τα πάντα και πρέπει να το καταλάβεις αυτό. Ξέρω τι θέλω… και είμαι έτοιμη να το κρατήσω ότι και να γίνει. Με πληγώνει που δεν έχεις καταλάβει τι σημαίνεις για μένα. Που δεν κατάφερα να σε πείσω πόσο δυνατά νιώθω. Με πληγώνει που έστω για μια στιγμή πίστεψες πως είμαι τόσο άτιμη” δήλωσε και το βάρος στο στήθος της έκανε την εμφάνισή του δυσκολεύοντας τις ανάσες της.
  “Με βασάνισες. Χτες, όσο περνούσε η ώρα και δεν ερχόσουν έχανα τη γη κάτω απο τα πόδια μου. Αυτό με τρόμαξε. Που δεν ήξερα που ήσουν. Που δεν ήξερα αν έπαθες κάτι. Αν μου έστελνες ένα μήνυμα, έστω και θυμωμένο, θα κατάφερνα να περάσω τη νύχτα. Μην το ξανακάνεις… γιατί ξέρω και εγώ να θυμώνω” αναφώνησε στο τέλος με ένα μείγμα ύφους απο θυμό και στεναχώρια.
Ο Μάρκος διατηρούσε την ψυχραιμία του και την άκουγε με προσοχή παρατηρώντας τις εναλλαγές στο πρόσωπό της. Άλλωστε είχε καταφέρει να προσπεράσει την αιτία του θυμού του και το μόνο που έμενε ήταν οι εξηγήσεις.
  “Κάθισε κάτω Αρετή” της ζήτησε και έσυρε την καρέκλα του πλησιάζοντας κοντά στο τραπέζι. Έδεσε τα χέρια του πάνω και την περίμενε να κάτσει απέναντί του. Η λογική και η ωριμότητα είχαν επανέλθει και εκείνος ώφειλε να απολογηθεί με τον τρόπο του.
  “Αρετή, οι σχέσεις μπορεί να χρειάζονται κανόνες που οι ίδιοι αποφασίζουμε μα δεν ακολουθούνμε ποτέ συνταγές για την τήρησή τους. Κάθε αιτία που προκαλεί ένα γεγονός είναι διαφορετική απο την άλλη… και κάθε τσακωμός μπορεί να μοιάζει με έναν παλιότερο αλλά πηγάζει απο καινούρια συναισθήματα. Στα περισσότερα απο αυτά μην ψάχνεις να βρεις λογική… τσάμπα ο κόπος, γιατί Αρετή, η καρδιά έχει τους λόγους της που το μυαλό δεν ξέρει. Αυτό είναι έρωτας. Να είσαι ελεύθερος να δείξεις στον άλλον όλες τις πλευρές του εαυτούς σου, ακόμα και εκείνες που είναι άσχημες...αυτό είναι ο έρωτας...να δείχνεις ποιος είσαι και να ξέρει ο άλλος τον άνθρωπο που ερωτεύεται και αγαπάει, χωρίς εκπλήξεις. Χτες…ενώ γνώριζα πολύ καλά πόσο παράλογος και τρελός γινόμουν υπήρχε αυτό το κάτι, το δυνατό που δεν κατάφερνα να νικήσω με τη λογική. Η αλήθεια είναι πως ήθελα να σε τρομάξω. Ήθελα να σε τιμωρήσω. Τα ήθελα όλα αυτά Αρετή και το σίγουρο είναι πως και στο μέλλον θα τα θελήσω ξανά. Ξέρεις,  η λογική είναι η τρέλα των δυνατών και εγώ είμαι ερωτευμένος και αδύναμος μωρό μου. Η συγγνώμη μου δεν είναι υπόσχεση πως θα είμαι καλό παιδί την επόμενη φορά που θα ζηλέψω ή κάτι δε θα μ αρέσει… αλλά είναι μετάνοια που σε πόνεσα, τύψεις που σ' έκανα να κλάψεις…που έγινα άδικος έστω και για λίγο. Αλλά Αρετή σου ξεκαθαρίζω αυτή τη στιγμή και η απόφαση είναι δική σου… όσο καλός φαίνομαι τόσο τέρας μπορώ να γίνω. Όσο τρυφερός είμαι… τόσο σκληρός μπορώ να γίνω. Έχω φοβίες, ανασφάλειες, αδυναμίες, εμμονές και απόψεις που δύσκολα αλλάζω. Απο εσένα δεν πρόκειται να κρυφτώ και επειδή με καμιά άλλη δεν έχω νιώσει όπως μαζί σου, στο δηλώνω πως δεν θα είμαι καθόλου εύκολος σ’ αυτήν τη σχέση. Αντίθετα, θα είμαι εγωιστής, απαιτητικός, διεκδικητικός, αυστηρός, σκληρός, κακός και όλα τα αρνητικά που μπορεί να βάλει ο νους σου αν νιώσω απειλή… αν νιώσω πως σε χάνω. Αν αποφασίσεις πως δεν θα μ' αντέξεις, πως δε σου ταιριάζω… είσαι ελεύθερη να φύγεις και σου υπόσχομαι να μην σ' ενοχλήσω ξανά… αλλά αν μείνεις θα κάνω το –για πάντα- εξαίρεση σε έναν κανόνα φτιαγμένο απο τους ανθρώπους που τον ανακάλυψαν για να αλαξοπιστούν διακιολογημένα. Αυτός είμαι και πίστεψέ με δεν ξεχωρίζω απο κανέναν… η διαφορά μου με τους άλλους είναι πως απλώς το παραδέχομαι και δεν σφυράω αδιάφορα. Ναι λοιπόν, ήμουν τόσο θυμωμένος που ήθελα να σε βασανίσω αλλά η λυπημένη εικόνα σου είναι ανυπόφορη… γι αυτό και μόνο μετανιώνω” της ξεκαθάρισε χωρίς να κρατήσει για εκείνον τίποτα. Θαρετά κατέθεσε όλους τους εαυτούς του για να γνωρίζει η μικρή του με ποιον ακριβώς έχει να κάνει. Ποιος είναι ο άντρας που ερωτεύτηκε. Ποιός είναι αυτός που την ερωτεύτηκε.
  Δεν θα κατέληγε σαν τον πατέρα του αλλά δεν γνώριζε ακόμα πως η Αρετή δεν είχε καμία ομοιότητα με την μητέρα του. Τα μάτια του είχαν αγκιστρωθεί απο τα δικά της και η αναμονή του αρκούσε για να παρακαλέσει απο μέσα του η απάντησή της να είναι θετική. Θα της χάριζε τον κόσμο στην περίπτωση που έμενε κοντά του και θα κρατούσε την υπόσχεση να μην την ενοχλήσει αν τώρα του γυρνούσε την πλάτη. Μα αν προσπαθούσε να φύγει στο μέλλον… τον κόσμο θα τον διέλυε κομμάτι κομμάτι μέχρι που να μην έχει πλέον νόημα εκείνη να ζει σ’αυτόν χώρια του.

Το μικρό πληγωμένο αγόρι είχε ξυπνήσει και οι πληγές του τον πόνεσαν ξανά. Το πιο επικίνδυνο όμως ήταν ο τρόπος που κοιτούσε την Αρετή… γιατί απο τη μορφή της μάνας του την χώριζε μια λεπτή ευαίσθητη κλωστή.

1 σχόλιο:

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.