Header Ads

ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΕΡΩΤΑ ΚΕΦ.1



-1-

  Η Αρετή τοποθετούσε την τελευταία της μπλούζα στη μικρή ντουλάπα τού μικρού διαμερίσματος τής μεγάλης πόλης. Τίποτα δεν ήταν ικανό να της χαλάσει τη διάθεση, μήτε τα λίγα τετραγωνικά μήτε και η τρέλα του κέντρου που έβρισκε ψεγάδια στο σπίτι της και τρύπωνε κάθε τόσο. Ακόμα και ο θόρυβος, στ’ αφτιά της ακουγόταν σαν τον ήχο μιας δημιουργικής μέρας. Άνθρωποι ζωντανοί κινούνταν σε κάθε κατεύθυνση μιλώντας ή φωνάζοντας. Κάποιοι έτρεχαν, άλλοι γελούσαν βροντερά και μερικοί με το κεφάλι κάτω περπατούσαν προς άγνωστο προορισμό κατακτημένοι απο σκέψεις. Τα αυτοκίνητα είχαν διαφορετικούς οδηγούς με διαφορετική διάθεση που έκαναν το σύνολο ακόμα πιο πλούσιο σε βοή. Αλλά εκείνη χαμογελούσε κοιτώντας έξω απο το μοναδικό παράθυρο του σπιτιού που μόλις είχε μετακομίσει.
Πριν μερικούς μήνες αποφοίτησε ως μάγειρας απο την καλύτερη σχολή τουριτικών επαγγελμάτων των Αθηνών και ψάχνοντας πεισματικά την κατάλληλη κουζίνα για την πρακτική της, τελικά έγινε δεκτή σ’ ένα φημισμένο εστιατόριο της πόλης. Απο τη στιγμή που επικοινώνησαν μαζί της για να της ανακοινώσουν πως κέρδισε μια θέση δίπλα στον γνωστό σεφ Μάρκο Σιμεωνίδη άρχισε να ερευνά το διαδίκτυο μαθαίνοντας λεπτομέρειες για την θαυμαστή πορεία του. Ένας καταξιωμένος άντρας με σπουδές στην Γαλλία και εμπειρία στις καλύτερες κουζίνες του κόσμου, έφτασε στην κορυφή και το όνομά του έγινε συνώνυμο των εκρηκτικών γεύσεων στον χώρο της γαστρονομίας. Κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στα πιάτα του, τόσο, που οι τίτλοι των περιοδικών έμοιαζαν ποιητικά προκλητικοί όταν αναφέρονταν σε κάποια δημιουργία του.

“Ο ΜΑΡΚΟΣ ΣΙΜΕΩΝΙΔΗΣ ΜΕΤΑΤΡΈΠΕΙ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ ΣΕ ΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΧΑΡΙΖΟΝΤΑΣ ΕΝΤΟΝΕΣ ΣΥΓΚΙΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΑΞΕΠΈΡΑΣΤΕΣ ΕΡΜΗΝΕΊΕΣ’’

“Ο ΣΕΦ ΜΑΡΚΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΓΑΛΑΖΟΑΙΜΑΤΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ΤΗΣ ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑΣ”

“Ο ΣΙΜΕΩΝΙΔΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΑ ΦΙΛΕΤΑ ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ ΕΡΩΜΕΝΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΙΣΤΑΖΕΙ ΝΑ ΤΑ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΑΤΡΕΙΣ ΤΟΥ ΩΡΑΙΟΥ”

  Διάβαζε αμέτρητα διθυραμβικά σχόλια για το πρόσωπό του και αφού αρπάχτηκε  απο την λέξη –ερωμένη- που συχνά χρησιμοποιούσαν οι δημοσιογράφοι, πήγε την έρευνά της ένα βήμα παρακάτω κοιτώντας απο την κλειδαρότρυπα. Ο γοητευτικός σαρανταδυάχρονος εργένης κοσμούσε αναρίθμητα σαλόνια του τύπου ασυνόδευτος μα, σε άλλα τόσα, ο φακός τον είχε τσακώσει παρέα με πολλές διαφορετικές αιθέριες υπάρξεις. Ποτέ όμως δεν είχε κυκλοφορίσει με το ίδιο θηλυκό δίπλα του δύο φορες και έτσι οι ανταποκριτές των κουτσομπολιών κάποτε τον ρώτησαν ευθέως αν ποτέ είχε ερωτευτεί. Η απάντηση του περιείχε μπόλικη δόση χιούμορ με μια σαρκαστική αψάδα και ένα κλείσιμο ματιού για λίγη ένταση στο τέλος.
  Αυτό μοιάζει λίγο με την πέμπτη γεύση που δεν μπορεί να περιγραφεί... άσε που δεν προλαβαίνω να ερωτευτώ γιατί θα μου καεί το φαγητό στο φούρνο” είπε και εγκατέλειψε τους δημοσιουγράφους μπαίνοντας στην αίθουσα για να παρακολουθήσει μια κινηματογραφική πρεμιέρα.

  Η Αρετή είδε όλες τις φωτογραφίες που υπήρχαν στο διαδίκτυο και διάβασε μέχρι και τα ψιλά γράμματα που τον αφορούσαν. Ένιωθε περήφανη για τον εαυτό της καθώς της δόθηκε η ευκαιρία να σταθεί ως  μαθήτρια πλάι σε έναν σεφ που όλοι θαύμαζαν, ζήλευαν αλλά και μονομαχούσαν για μια θέση σ’ ένα τραπέζι του εστιατορίου του με την περιορισμένη διαθεσιμότητα.
Η ίδια αγαπούσε πολύ τη μαγειρική και σαν χαρακτήρας ίσως και να μην πληρούσε απόλυτα τις προδιαγραφές για τον συγκεκριμένο χώρο με τις τεράστιες απαιτήσεις. Ενώ λάμβανε επαίνους απο τους καθηγητές της, γεγονός που το επιβεβαιώνει η υψηλή βαθμολογία της, παράλληλα, είχε τιμωρηθεί αρκετές φορές για την απειθαρχεία που συχνά έδειχνε. Μια πεισματάρα εικοσπεντάχρονη με έντονη προσωπικότητα, που πολλά στοιχεία του χαρακτήρα της έρχονταν σε σύγκρουση . Η ίδια με την αλήθεια είχε δεσμό εξάρτησης σε σημείο που πολλές φορές  φαινόταν αναιδής παρά θαρραλέα. Απο την άλλη όμως όταν καλούνταν να την πει αλλά με καταστροφικές συνέπειες προς έναν συνάνθρωπο, το στόμα της σφραγιζόταν και η σχέση της με την αλήθεια περνούσε κρίση. Δεν έχανε ευκαιρία να γίνεται σκανταλιάρικο παιδί με δημιουργική διάθεση αλλά και κακός μπελάς αφού ο αυθορμητισμός της βρισκόταν σε ανεξέλεγκτα επίπεδα. Οι ηλικιωμένοι σε αυτήν έβλεπαν όσα δεν είχαν κάνει στα νιάτα τους ενώ οι νέοι υπήρχαν φορές που την απολάμβαναν και άλλες που την ζήλευαν καθώς έκανε τον ανταγωνισμό ένα παιχνίδι δύσκολο μα και συναρπαστικό.
Η Αρετή χαμογέλασε στον κόσμο στεκούμενη πίσω απο το μικρό παράθυρο και πήρε μια βαθυά αναζοωγονητική ανάσα. Είχε τακτοποιηθεί πλέον στο διαμέρισμα και ανέμενε την ώρα που θα βρισκόταν στην κουζίνα του εστιατορίου ξεκινώντας την καριέρα της. Οι γονείς της ζούσαν στην Λέσβο όπου είχε γεννηθεί εκείνη και ο μικρότερος αδερφός της. Τ’αγαπούσε το νησί της και υποστήριζε πως δεν ήταν μόνο ο τρόπος που την μεγάλωσαν οι δικοί της και συνέβαλαν στη διαμόρφωση του χαρακτήρα της μα και ο τόπος της είχε βάλει το χεράκι του σε ενα μεγάλο ποσοστό. Η ελευθερία  και η ξεγνοιασια φύσαγε πάνω απο το νησί της κατά πως ήθελαν οι άνεμοι. Σαν ευχή τρύπωνε στις καρδιές των κατοίκων και αυτοί γίνονταν πουλιά ταξιδεύοντας στης ζωής τα όμορφα και τα μοναδικά. Άνθρωποι απλοί και περήφανοι. Άνθρωποι που απολάμβαναν την κάθε τους μέρα με λιγοστά αγαθά πλάι σε μια θάλασσα γεμάτη πλούτο και ομορφιά. Ο πατέρας της δούλευε ως ψαράς και μετά απο μερικά χρόνια με σκληρή οικονομία κατάφερε να αγοράσει τη δική του τράτα. Πολλές φορές την έπαιρνε παρέα του στα ανοιχτά και εκείνη καθόταν στην  πλώρη ατενίζοντας το πέλαγος σαν να ‘ταν θαύμα και αυτή η τυχερή.  Έδινε συγχαρητήρια στον ουρανό που καθρέφτιζε πάνω στα νερά και τους χάριζε λίγο απο το μεγαλειώδες χρώμα του, γιατί το μπλε στα μάτια της ήταν βασιλικό. Η φύση είχε φροντίσει να στολίζει τους τόπους της όπως τους άξιζε και με την θάλασσα ήταν γενναιόδωρη. Η Αρετή ωσάν καπετάνισσα έστεκε όρθια στο καράβι της και θαύμαζε την δύναμή του να σκίζει τα φιλόξενα νερά λες και μαζί τους είχε κάνει ανακωχή. Απο παιδί είχε μια βαθιά επιθυμία να κλείσει του πελάγου τ’άρωμα σε κρυστάλλινο μπουκάλι και κάθε που θα λησμονούσε τον τόπο της να τ’άνοιγε και να ταξίδευε κοντά του. Έτσι και τώρα, αν και δεν φοβόταν το χάος της πόλης και δεν την έσκιαζε η ορμή των ανθρώπων, ο νους της αναζητούσε λίγη απο την ελευθερία του νησιού και τη μυρωδιά της θάλασσας. Όμως το όνειρό της ήταν ισχυρότερο και την κατάλληλη στιγμή εμφανιζόταν για να κυριαρχίσει ενάντια στις αναμνήσεις και τη λαχτάρα της.

  Την επόμενη μέρα το ξυπνητήρι της Αρετής άρχισε να χτυπά προκαλώντας της εκνευρισμό. Πριν ανοίξει τα μάτια της έκλεισε τ’ αφτιά με τις παλάμες και έσμιξε τα φρύδια θυμωμένη με τον άθλιο ήχο που παρενοχλούσε το νευρικό της σύστημα. Το προηγούμενο βράδυ είχε κοιμηθεί αρκετά αργά καθώς την επομένη θα παρουσιαζόταν στο εστιατόριο γύρω στις 11 για τις συστάσεις, την κατανομή εργασιών και την έναρξη της προετοιμασίας για το βράδυ. Έτσι θεώρησε το ρολόι ως εισβλέα του γαλήνιου ύπνου της παρά το γεγονός οτι λειτουργούσε με δική της εντολή. Το ξυπνητήρι επέμενε κι αυτή αναγάστηκε να πεταχτεί απο την αφράτη φωλιά της και να το εκτοξεύσει στο πάτωμα μερικά μέτρα πιο μακριά. Έκατσε οκλαδόν κοιτώντας το να ξεψυχά και η ίδια προσπαθούσε να συνέλθει. Τα μαλλιά της περικύκλωναν το κεφάλι της μπερδεμένα με την κάθε τούφα να έχει αποφασίσει τη δική της ανοδική πορεία ενώ το φανελάκι της είχε γλυστρίσει ξεγυμνώνοντας τον έναν της ώμο που κρεμόταν τεμπέλικα μαζί με το ταίρι του. Τα μάτια πρησμένα και τα χείλη φουκωμένα. Εικόνα τόσο αστεία όσο και φυσιολογική. Γενικά η Αρετή ήταν κορίτσι των αντιθέσεων και δεν θα γινόταν εξαίρεση ούτε στον τρόπο που κοιμόταν, ούτε και στον τρόπο που ξυπνούσε.
Συσκεύτηκε με τον εαυτό της για μερικά λεπτά και αποφάσισε να σηκωθεί. Μηχανικά ετοιμάστηκε και έφτασε στην κουζίνα φτιάχνοντας μια γουλιά καφέ. Μόλις αυτός κύλησε στο λαιμό της τα μάτια γούρλωσαν και αυτή γέμισε ζωντάνια. Άρπαξε την τσάντα της και αφού βγήκε απο το διαμέρισμα κλειδώνοντας την πόρτα έριξε μια τελευταία ματιά στο χαρτάκι όπου είχε σημειώσει τη διαδρομή προς το εστιατόριο που βρισκόταν στην περιοχή του Κολωνακίου. Θα πήγαινε με τα πόδια και αυτό θα έκανε για όσο χρειαζόταν μόνο και μόνο για να μη χαλάσει χρήματα αλλά και για να έχει περιθώριο να αποταμιεύει χωρίς να επιβαρύνει τους γονείς της. Είχαν πληρώσει ήδη μια μικρή περιουσία για εκείνη.
Τελικά, μετά κόπων και βασάνων, ύστερα απο δυο τρεις λάθος στροφές και μερικά στενά που την μπέρδεψαν, έφτασε έξω απο την είσοδο του εστιατορίου.
Ο κύριος χώρος ήταν λιτός μα έσφυζε απο αίγλη και πολυτέλεια. Τα φωτιστικά στο ψηλό ταβάνι αρχοντικά κρέμονταν και τα λιγοστά τους κρύσταλλα έπαιζαν στον τοίχο με το φως. Τα τραπέζια ήταν φανερό πως είχαν κατασκευαστεί απο ανθρώπους με τελειομανία και οι καρέκλες εποχής με την στρογγυλή πλάτη ανέμεναν τους ευκατάστατους πελάτες. Το πάτωμα γυλιστερό λες και μόλις είχε λουστραριστεί και σε έκανε να φοβάσαι να το πατήσεις, ενώ το μπαρ που υπήρχε στο βάθος με τα άνετα σκαμπό εξυπηρετούσε εκείνους που είχαν χρόνο για αναμονή προκειμένου να γευτούν του Σιμεωνίδη τις λιχουδιές.
Η Αρετή κοντοστάθηκε στη μέση του χώρου και με το βλέμμα τον επεξεργάστηκε. Τον φαντάστηκε γεμάτο απο ανθρώπους της καλής κοινωνίας ακούγοντας μέχρι και το μουρμουριτό τους να μπλέκεται ανάμεσα στις νότες της απαλής μουσικής και έπειτα έψαξε να βρει την πόρτα του παραδείσου. Την είσοδο της καρδιάς αυτού του μαγαζιού, εκεί που δεν έβλεπε την ώρα να τρυπώσει.
Ένας καλοντυμένος νεαρός την πλησίασε και στάθηκε μπροστά της. Έκανε μια ελαφριά υπόκλιση με τα χέρια δεμένα πίσω του και την καλωσόρισε.
  “Θα πρέπει να ανήκετε στην ομάδα της πρακτικής” είπε ευγενικά και εκείνη του χαμογέλασε γεμάτη ενθουσιασμό.
  “Δεν φαίνεται;” σχολίασε στη συνέχεια δείχνοντας με έναν νεύμα τον πρόχειρα ντυμένο εαυτό της.
Ο νεαρός δεν αποκρίθηκε στον αυτοσαρκασμό της, παρά της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Φτάνοντας στην κουζίνα, εκείνος σταμάτησε κάνοντας το σώμα του στο πλάι και με το ένα χέρι της άνοιξε κρατώντας το φύλλο της εισόδου για να περάσει.
Η ομάδα είχε φτάσει και με την δική της άφιξη ολοκληρώθηκε ο αριθμός. Τρεις γυναίκες και τρεις άντρες ήταν οι επίλεκτοι του Μάρκου Σιμεωνίδη ο οποίος είχε μελετήσει τα βιογραφικά, τους βαθμούς και τις αναφορές των καθηγητών για να καταλήξει στους έξι καλύτερους.
  Ο χώρος της κουζίνας είχε μέγεθος όσο όλο το μαγαζί και χωριζόταν σε τμήματα για να δουλεύουν όλοι με άνεση. Η Αρετή δεν μπόρεσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της και έκλεψε χρόνο για να τον παρατηρήσει. Τα μαχαίρια ακονισμένα και παραταγμένα με προσοχή δίπλα απο τις βάσεις κοπής. Οι εστίες πεντακάθαρες και οι πάγκοι σαν να τοποθετήθηκαν μόλις πριν λίγη ώρα, έμοιαζαν καινούριοι. Τα σκέυη λαμποκοπούσαν και κάθε λογής εργαλείο κατείχε την γωνιά του περιμένοντας να χρησιμοποιηθεί. Το πάτωμα απο ειδικό βιομηχανικό υλικό για να μη γλυστρά αλλα και να μην κρατά τίποτα απο το χάος μετά τις βάρδιες τρέλας. Τα φώτα λευκά και έντονα ενώ οι θάλαμοι ψύξης και κατάψυξης ζηλευτοί και ευρύχωροι.
Στην κουζίνα εκείνη τη στιγμή εκτός απο τους πρακτικάριους υπήρχαν και κάποια μέλη του βασικού προσωπικού. Ένας απο αυτούς πλησίασε την Αρετή και αφού της έδειξε που μπορεί να πλυθεί και να φυλάξει την τσάντα της, της έδωσε την ποδιά της, χρώματος λευκού, τα γάντια και το ειδικό καπέλο οδηγώντας την πίσω απο τους πάγκους προετοιμασίας. Στέκονταν όλοι όρθιοι με τα χέρια στην πλάτη και σχεδόν ακίνητοι. Εκείνη κανα δυο φορές έγειρε το κορμί της μπροστά παρατηρώντας τους σε θέση προσοχή και τίναξε αδιάφορα τους ώμους. Ώσπου η στιγμή της αλήθειας είχε φτάσει. Οι κυρίαρχες παλάμες του Σεφ χτύπησαν τα φύλλα της εισόδου με νεύρο και έκαναν την παρουσία του κάτι περισσότερο απο αισθητή. Όλοι κράτησαν την ανάσα τους εκτός απο την Αρετή που μούδιασε ολόκληρη απο τη θέα αυτού του άντρα. Δεν τον φανταζόταν ούτε τόσο ψηλό, ούτε τόσο καλλήγραμμο μα ούτε και τόσο παράλογα γοητευτικό. Το αυστηρό του ύφος δεν την εμπόδιζε να σεργιανήσει στο πρόσωπό του και να ξαποστάσει στα δυο μεγάλα μάτια του. Το βλέμμα της κατρακύλησε πάνω του και μέτρησε μέχρι και τα κουμπιά της μαύρης στολής του που έφταναν ως κάτω. Στράφηκε στα χέρια του και θαύμασε τα δάχτυλα που έκαναν μαγικά ανακατεύοντας οτι του έδινε η γη και όχι μόνο. Αμέσως της γεννήθηκε η επιθυμία να τον δει εν δράση και έπειτα τον ακολούθησε με τα μάτια καθώς εκείνος πέρναγε με βήμα αργό μπροστά απο τους νεόυς που βρίσκονταν στον ‘ναό’ του όπως αποκαλούσε την κουζίνα.  Ο έλεγχος για εκείνον ήταν η μισή δουλειά και τον πραγματοποιούσε ανελλειπώς κάθε μέρα.
  “Όσο θα δημιουργείτε εδώ μέσα θα θυμάστε τρία πράγματα… ένας μάγειρας, πέρα απο την αγάπη του για αυτό που κάνει, χρειάζεται σημαντικά όπλα στη φαρέτρα του για να κερδίσει στον δύσκολο αγώνα προς την επιτυχία και δεν είναι άλλα απο την σοβαρότητα, την ταχύτητα και την καθαριότητα… αν παραλείψετε έστω και ένα τότε θα μείνετε με τα τρία τελευταία γράμματα παραδίδοντας δια παντώς τις ποδιές σας. Σε αυτήν την κουζίνα λοιπόν τα λάθη συνοδεύονται απο συνέπειες και αυτές τις αναλαμβάνει ο υπαίτιος. Φροντίστε να τα αποφεύγεται. Ξεκινήστε!” υπέδειξε, προειδοποίησε, διέταξε και αποχώρησε γνέφοντας στους παλιούς συνεργάτες του που ξεκίνησαν την καθοδήγηση των ασκούμενων.
  Την Αρετή την τοποθέτησαν στις κοπές, ένα επίπεδο πριν τη λάντζα. Παρότι ζήλεψε τις θέσεις των υπολοίπων κράτησε τις σκέψεις της για εκείνη και δούλεψε με ζήλο, οργανωτικότητα αλλά και τα τρία συστατικά που νωρίτερα τους είχε τονίσει ο Σεφ. Όλα λειτουργούσαν ρολόι με απόλυτη ακρίβεια και συντονισμό, αν και στην αρχή χρειάστηκε κάποια ώρα μέχρι οι νέοι να βρουν τους ρυθμούς τους. Το περιβάλλον και η επίβλεψη των υπευθύνων όμως δεν τους άφησε πολλά περιθώρια και έτσι έπρεπε να κολυμπήσουν στα βαθιά άγνωστα νερά τάχυστα για να καταφέρουν να σωθούν. Γνώριζαν πως η θέση τους εκεί μέσα, κάθε λεπτό κινδύνευε και πως το μέλλον τους κρεμόταν απο μια λεπτή ευαίσθητη κλωστή. Ο Σιμεωνίδης μετά το πέρας του τριμήνου θα συνέτασσε για τον καθένα μια λεπτομερή αναφορά με την απόδοσή τους που θα γινόταν το διαβατήριό προς μια επιτυχημένη καριέρα και ένα μέλλον λαμπρό. Η υπογραφή αυτού του ανθρώπου ακόμα και αν έμπαινε με απλό ασήμαντο στυλό, ήταν απο χρυσάφι, τόσο πολύτιμη και ποθητή για τους έξι νέους που θα πάλευαν για να μην τον απογοητεύσουν.

  Τα μαχαίρια πήραν φωτιά, οι κατσαρόλες κόχλαζαν, τα πήγαινέλα ασταμάτητα και ο ιδρώτας έσταζε σε ασύλληπτες ποσότητες. Μονάχα η Αρετή ξεχώριζε. Ήρεμη και συγκεντρωμένη στη δουλειά της, χειριζόταν το επικίνδυνα κοφτερό μαχαίρι της με απίστευτη ταχύτητα ενώ, παράλληλα, μουρμούριζε μια μελωδία. Τοποθετούσε τα λαχανικά και τα φρούτα στα κατάλληλα δοχεία δίχως να παίρνει τα μάτια της απο τον πάγκο και γρήγορα έκανε τους συνεργάτες του Μάρκου να γνέφουν ο ένας στον άλλον. Κάποιες στιγμές μονάχα, εκείνη έριχνε το βλέμμα στο πλάι ελέγχοντας τους υπόλοιπους και οι υπεύθυνοι παρατήρησαν μερικούς απο τους μορφασμούς της σε ορισμένες κινήσεις τους.
Το πρώτο βράδυ τέλειωσε με επιτυχία. Τα πιάτα βγήκαν στην ώρα τους και όπως έπρεπε, τόσο απο γεύση όσο και απο εμφάνιση. Οι νέοι ακολούθησαν πιστά τις συνταγές του Σεφ χωρίς να παρεκκλίνουν και κατάφεραν να τον ικανοποιήσουν. Μόλις το μαγαζί του άδειασε αυτός μπήκε στην κουζίνα συγχαίροντας τους πάντες και κανέναν συγκεκριμένα.
  “Αύριο την ίδια ώρα και να μην αργήσετε λεπτό. Η συνέπεια είναι κανόνας” τους δήλωσε και ενώ η Αρετή περίμενε να ανακοινώσει κάποια αλλαγή στα πόστα τους έτσι ώστε να δοκιμάσει τους πάντες σε όλες τις θέσεις, εκείνος γύρισε την πλάτη του και έφυγε.
  “Συγγνώμη, αυτό ήταν;” αναρωτήθηκε φωναχτά τραβώντας τα βλέμματα πάνω της.
  “Τι με κοιτάτε έτσι; Δηλαδή εγώ τρεις μήνες θα κόβω και η Αγγελική θα ανοίγει φύλλο; Η Κατερίνα θα ανακατεύει ζωμούς ενώ τα αρσενικά θα διαπρέπουν ολοκληρώνοντας τις συνταγές;” αναρωτήθηκε με τα χέρια στη μέση και στυλ ετοιμοπόλεμο.
  “Έχεις ενστάσεις;” ρώτησε ο βοηθός Σεφ πηγαίνοντας απο πίσω της. Η Αρετή γύρισε στο μέρος του και σήκωσε το κεφάλι για να βρει τα μάτια του. Γιατί τους ανθρώπους όταν τους μιλούσε εκεί τους κοίταζε, ευθεία στο κέντρο των ματιών.
  “Μάλιστα έχω. Αυτό είναι άδικο και ρατσιστικό” πέταξε και με νεύρο σχεδόν έτρεξε στην πόρτα που οδηγούσε στο κεντρικό χώρο του εστιατορίου.
  “Θέλω να μιλήσω στον Σεφ” αναφώνησε βγαίνοντας έξω ενώ πίσω της έτρεξαν οι βοηθοί που τους έλουσε κρύος ιδρώτας.
Ο Μάρκος είχε ήδη αλλάξει και αναγκάστηκε να σταματήσει με το χέρι στο πόμολο της γυαλινης εισόδου εξαιτίας της ηχορύπανσης που δημιούργησε η φωνή της Αρετής. Έστριψε πρώτα το πρόσωπό του πάνω απο τον ώμο και έπειτα το κορμί φέρνοντάς το απέναντι απο το θαρραλέο κορίτσι.
  “Συμβαίνει κάτι;” ρώτησε ήρεμα παρατηρώντας τη στάση του κορμιού της που στα μάτια του έδειχνε ασέβεια.
  “Ξεχάσατε να μας ενημερώσετε για τα αυριανά πόστα μας” του απάντησε η Αρετή μετακινώντας τα χείλη της δεξιά και αριστερά.
Ο Σιμεωνίδης ανασήκωσε έκπληκτος τα φρύδια του και άρχισε αργά μα σταθερά να την πλησιάζει. Όσο την προσέγγιζε τόσο η καρδιά της χοροπηδούσε κάτω απο το στήθος, λες και το σώμα του γινόταν μαγνήτης που την τρέλαινε. Όταν πλέον την έφτασε σταματώντας μια ανάσα μακριά της εκείνη κράτησε το βλέμμα ευθεία στο στέρνο του.
  “Συμβαίνει κάτι;” επανέλαβε με σκοπό εκείνος και περίμενε με τα χέρια στις τσέπες.
Το κεφάλι της αναρριχήθηκε νωχελικά μέχρι το πρόσωπό του και αφού ξεροκατάπιε, επέμεινε στην αρχική της ερώτηση.
Ο Μάρκος δάγκωσε το κάτω χείλος του και χαμήλωσε το σώμα του μπροστά για να φτάσει στο ίδιο ύψος με εκείνη.
  “Με συγχωρείτε δεσποινίς, έχετε δίκιο. Αύριο είστε στη λάντζα φροντίστε να μην αργήσετε. Καληνύχτα σας” απάντησε και έφυγε μέχρι εκείνη να προλάβει να πάρει ανάσα, εγκαταλείποντάς την μαρμαρωμένη πίσω του.

5 σχόλια:

  1. Ωραίο φαίνεται έστω και αυτό το λίγο που διάβασα. Θα έχει κανονική ροή, θα συνεχιστεί;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βεβαιως θα συνεχιστει κανονικά, με τη διαφορά οτι θα ειναι λιγοτερα κεφαλαια απο μια συνηθισμένη ιστορία

      Διαγραφή
  2. Ωραίο φαίνεται έστω και αυτό το λίγο που διάβασα. Θα έχει κανονική ροή, θα συνεχιστεί;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κοίτα ... εγώ με την κουζίνα δεν τα πάω και τόσο καλά! Τα βασικά κυρίως, για να μην πεινάσει η οικογένεια χαχαχαχα (δεν κάνω εντελώς πλάκα!) Αλλά βρε κορίτσι μου (που πας και τους βρίσκεις και μας σακατεύεις;) με έναν τέτοιο "δάσκαλο" δεν θα είχα κανένα πρόβλημα να μάθω και το κάτι παραπάνω ... Πάω για το επόμενο! Δεν βαστιέμαι!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευαγγελία σου λέω αλήθεια...αυτοι με βρίσκουν!!!!!

      Διαγραφή

Εκδόσεις Maradel Books. Από το Blogger.